Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

κεφάλαιο 10.

Παραξενη ησυχια.
Δεν ηξερε αν αντεχε τις φωνες και τα γελια που ξεβραζε η θαλασσα, αν αντεχε να πεθαινει οταν αλλοι ζουσαν.
Καλοκαιρι.
Μεσα της κρυο και σκοταδενια μονοπατια με εκατομυρια αστερια.
Περπατησε μπροστα του φορωντας το παρεο της στον ωμο , περπατουσε και πισω της μετρουσε βηματα.
Καταχλωμη και τρομαγμενη εγνεψε να στριψει.
Αδολη ησυχια και μυστικα μονοπατια.
Απλωσε το χερι της και εκρυψε το δικο του μεσα της, πλησιασε κοντα του και εκλεισε τα ματια.
Τα εκκωφαντικα του δακρυα ξεπλυναν τις πληγες τις, μαρτυρουσαν ενα αντιο που δεν ξεστομισαν.
Τον εσφιγγε σαν τελευταια ευχη και οταν το σκοταδι εκπυρσοκροτησε μεσα τους , εγιναν φως.
Φως αλλιωτικο, καταλευκο με λιγο μωβ σαν θλιψη φθινοπωρινη.
Κι ολα αυτα μεσα στο καλοκαιρι.
Καλοκαιρι και εκεινος χειμωνας.
θα εφευγε βιαστικα  εκεινος αυτη την φορα πριν προλαβει να χορτασει τα ματια, θα εφευγε για παντα αυτη την φορα, να γλιτωσει τα σκοταδια.
Κι επειτα περπατουσε μοναχη ,
περπατουσε χωρις βηματα,
περπατουσε μονη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

.

Διάφανες σταγόνες φτιάχνουν κόσμους στο δέρμα .
Μια πόλη γίνετε ολόκληρη το λιμάνι των δακρύων της, τα όνειρα σου καράβια στα ανοιχτά.
Ουρανοί ανοίγονται μπροστά σου αγγελούδι μου κι εμείς στα αστέρια θα σου στέλνουμε προσευχές.
Ποιος ξέρει οι λέξεις αργά η νωρίς θα ειπωθούν ξανα,ποιος ξέρει αν ματώνουν τα σύννεφα.
Ηταν ενα χαμογελο ειπαν
Ηταν μια τεράστια καρδια ειπαν
Ηταν οσα ονειρεύτηκε.Ειναι  και θα ειναι παντα .
Ειναι.
Θα ειναι για παντα.

Δεν ξέρω αν ξερεις

Δεν ξέρω να γελάω.
Ξέρω μόνο να κουνάω τα χέρια μου δεξιά κι αριστερά κι έτσι αχαρα να πέφτουν στους ώμους σαν να ήταν βροχή σε αυγουστιάτικο δρόμο.
Δεν ξέρω να μιλάω.
Μόνο να νιώθω όλα όσα ξεσκίζουν τα μάτια μου.
Δεν γνωρίζω αλλά θέλω να σε μάθω.
Δεν με αγγίζουν αλλά πόνεσα πολύ.
Δεν θέλω να θυμάμαι αλλά σαν ταινία ξεδιπλώνονται όλα μπροστά μου.
Ξέρω να αγκαλιάζω και να γεμίζω χρώματα το σκισμενο τετράδιο.
Ξέρω να μετράω δάκρυα και σύννεφα.
Δεν ξέρω αν το ξέρεις αλλά σε σκέφτομαι.
Ναι σκέφτομαι.
Και έπειτα τα χέρια πάλι στους ώμους σβήνουν δρόμους κι οδηγούν σε θάλασσες.
Θέλω να σε μάθω.
Να σε δω.
Να αναπνέω .

panic a fuck

Και οι δυο ειχαν κοινο στοχο.
Να μπουν ο ενας μεσα στον αλλο , εκεινος κυριολεκτικα,εκεινη μεταφορικα( οχι πως η αλληλεπιδραση θα την χαλαγε).
Μετα απο πολλες εισαγωγες,εξαγωγες,απειρα μπουκαλια φτηνου κρασιου και τηλεφωνηματων μεστην νυχτα,νικητης ηταν εκεινος.
Γεματος εμπαινε,γεματος εβγαινε.
Εκεινη?
Αδεια και ανικανοποιητη,απτον οργασμο της σχεσης.
Ηθελε να εισχωρησει στο πετσι του μπαινοντας απτο ματι του(το εβλεπε σε ονειρο σου λεω!)  και κατεβαινοντας απτον λαρυγγα με γογγυτο να κατσικωθει στην καρδια του, αμ δε ομως, fuck buddies.
Τι να κανει , τι να πει, καθως εξαντλησε ολες τις πιθανες "παγιδες" συναισθηματικου μπλεξιματος και ξαπλωσε φαρδια πλατια σε ολους τους καναπεδες των κολλητων της κανοντας ταβανοθεραπεια και εφοσον υπεραναλυσε ολες του τις κινησεις κατεληξε στο να μεινει και να το ευχαριστηθει μεχρι να ερθει εκεινο το παλιαλογο με τον πριγκηπα πανω που ερχετε μαλλον απτην ζανζιβαρη και εχει χαθει (δεν εξηγειται αλλιως).
Η σαρκα αδηφαγα παιδι μου , εκαιγε …