Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2014

Χαρμολύπη

Στα σπασμενα παραθυρα και τις ραγισμενες καρδιες , στους ψιθυρους και τις καληνυχτες που γιναν μηνες και δευτερολεπτα.
Στις αποστασεις και τα ζεστα χερια στο μετωπο, στα κλειστα ματια και τα νεογεννητα ονειρα, στα δακρυα και τους μεταξενιους ουρανους.
Στα ψεματα και τις αληθειες , στο τρενο που εφευγε και το χαμογελο σου που δεν προλαβα..
Στα μικρα και στα μεγαλα λογια, στα αντιο και στην θλιψη του σαββατου, στην θαλασσα και στα αστερια που σε θυμιζουν , στην ανασα που κοβεται και στο καρδιοχτυπι.
Στα γιατι και στα τοτε, στο σημερα και στο αυριο , στο ποτε σου και στο καποτε.
Στις αγκαλιες και τους αποχωρισμους , στα γελια των παιδιων και στο λιμανι, στα ματια σου, στα ματια μου..
Χαρμολυπη.

Ευθραυστη

Στα πολυχρωμα λαμπιονια και στο παιδι που κρατουσε το χερι της, παρηγορια. Στα ασκοπα ξενυχτια και στις λεξεις της που πλυμμηριζαν λευκα κελια.
Παρηγορια.
Κι επειτα οι νυχτες ,θερια που κατασπαραζαν καθε χρωμα, αφαιμαξη και λυτρωση μαζι, πως να στο εξηγησω;
Και οι μερες να κυλουν σαν βροχη και να μουσκευουν καθε σκεψη.
Η βροχη , που εμαθε να αγαπαει .
Η βροχη και τα αστερια, τοσο σου ειχε μιλησει για ολα αυτα αλλωστε.
Κι εσυ γελουσες και εκλαιγες γιατι ηξερες ποσο ευθραστη ειναι.
Ευθραστη μεσα στον καταγαλανο ουρανο της , με τα θερια νυχτες της και τα αστερια που επεφταν στα μαλλια της καθε φορα που αγαπουσε οτι ανεπνεε βαθεια.
Κι αυτη η ακατασχετη πολυλογια στα ονειρα της , τοσοι μικροι θανατοι και καθε ξημερωμα να ανοιγει τα ακρινοβλεφαρα και να στολιζεται με ηλιο κι ας βρεχει.
Ευθραστη και μοναδικη την ελεγες.
Βουτουσε τον ηλιο μεσα στην βροχη και ελαμπε μεστο καθαριο χαμογελο της κι ας την περιμεναν οι νυχτες, παντα ειχε την μερα.
Ποιος θα νι…

Μια στιγμη.

Τα αστερια οι μαρτυρες και το φεγγαρι να λυσομαναει να χωθει στης θαλασσας την αγκαλια.
Εκεινη μαυρη.
Απροσιτη και αμειλικτη.
Βαθεια.
Να θεριευουν , να γινονται κυκλος και επειτα να χανονται , σκιες στο πουθενα.
Τιποτα και παντα στο σημερα.
Να μην ζητας.
Να μην θυμασαι.
Ξεχνα.
Ησουν για μια στιγμη μεσα της φως.
Μετα σκοταδι.
Απροσιτη.
Βαθεια.
Μονη.
Κι εσυ να λαμπεις ψηλα.
Μια στιγμη.
Φως.
Ξεχνα την.

Μοιαζεις με το επομενο λαθος μου

Μην γελας.
Αληθεια στο λεω κι ας μην την ξερεις.
Εισαι ολοιδιος το επομενο λαθος της, αναγνωριζω τα χερια και την ελαφρια κλιση προς τα αριστερα που παιρνεις οταν την κοιταζεις με τα μεγαλα σου ματια, την σκια σου ναι την σκια σου που σταθηκε διπλα της.
Μην γελας.
Σε περιμενε να την προκαλεσεις σε μια ανιση μαχη, εσυ εχεις οπλα κι εκεινη αμαχος πλυθησμος , σε λιγο θα τρεξει αιμα, μην γελας.
Κι υστερα θα ξερεις ακριβως τι θελει να ακουσει και οσο κι αν κλεινει τα αυτια της θα μπορει να διαβασει τα χειλη σου .
Να τα γευεται σαν λεξεις που φτιαχνουν ιστοριες μεσα της.
Και η σκια σου να ειναι παντου ακομα κι οταν δεν εισαι εκει να την ακολουθει και θα ειναι ενοχλητικο να εισαι παντου , στην εφημεριδα που θα διαβασει, στις βιτρινες και σε καθε τραγουδι,.Κατω απο το κρεββατι  και στον καθρεφτη της.
Θα την στοιχειωνες.
Μην γελας.
Λιγο πριν την μεγαλη εκρηξη νιωθεις την ενταση να ερχεται απο το εδαφος , πριν δεις τα φωτα να σβηνουν ,φοβασαι το σκοταδι.
Ετσι ειναι και τωρα.
Σε αναγνωρισα κι α…

Κανεις δεν σταματούσε..

Κανεις δεν σταματουσε μπροστα απο τον αντρα που εκλαιγε.
προσπερνουσαν τα ποταμια θλιψης τους ,σηκωνοντας τα ρουχα τους μην πατησουν την θλιψη του.
Κι επειτα το κοριτσι που αγαπουσε τις ιστοριες σταθηκε διπλα του , εβγαλε μια λευκη κολλα και χρωματιζε τα δακρυα ομως εστεκε βουβη.
Δυο πλανοδιοι μουσικοι πηραν τα δακρυα και τα εκαναν νοτες και οι ανθρωποι αρχισαν να πετουν κερματα σε αυτη την περιεργη παρεα ανθρωπων.
Ο αντρας συνεχιζε να κλαιει ,το κοριτσι να ζωγραφιζει και οι μουσικοι να τραγουδουν.
Οι ανθρωποι επεμεναν να μην ειναι ανθρωποι.
Και ο αντρας επεμενε να ειναι ενας αντρας που εκλαιγε.
Και τοτε εμφανιστηκετο κοριτσι με το περιεργο καπελο , σταθηκε μπροστα τους και ξεκινησε να χορευει.
και οι ανθρωποι επεμεναν να πετουν κερματα και ο αντρας να κλαιει ,το κοριτσι να ζωγραφιζει και η κοπελα με το καπελο να χορευει.
Ενας αδεσποτος σκυλος αποκοιμηθηκε στα ποδια του αντρα που εκλαιγε και ενας περαστικος το σκεπασε με το σακακι του και χαθηκε.
Ο αντρας κοιταξε γυρω του και εκρυψε …

Μουσικη των ανθρωπων

Τον ρωτουσε ξανα και ξανα το ιδιο πραγμα, συγχρονως τραβουσε την ακρη της μπλουζας του ρυθμικα, μουσικη των ανθρωπων σκεφτηκε. Τον κοιταζε με τα μεγαλα του μελια ματια και τσιριζε -μηπως ειδες την μπαλα? Δεν ειχε δει την μπαλα, μαλλον την ειχε χασει την μπαλα, γενικοτερα τον τελευταιο καιρο.. Εσκυψε και τον ρωτησε που ειναι η μαμα του οταν γυρισε και του εδειξε τον σταθμο των τρενων. Εκει ειπε και τα μελια ματια συννεφιασαν. Ποσο χρονων να ηταν 8 -9 ?  Αμφεβαλλε για την υπαρξη της μπαλας, η αν ηθελε απλα  να πιασει την κουβεντα μαζι του, ετσι οπως τον χαζευε να περιπλανιεται και να χαζευει τις βιτρινες , να μονολογει και να γελαει μονος του. Υπεροχος ο κοσμος των παιδιων,  η φαντασια κανει τον πονο να μοιαζει με δρακο και την πεινα με στρουμπουλη μαγισσουλα που ερχετε και φευγει. Οταν ηρθε το τρενο, το δικο του τρενακι για την δικη του χωρα της φαντασιας του εδωσε ενα φιλι και τον χαιρετησε.. Τον ρωτησε αν θα  ερχοταν  ξανα. Την επομενη φορα κρατουσε μπαλα και πριν τον  αναγνωρισει την πεταξε …

Δεν φοβαμαι, να φοβηθω.

Δεν φοβάμαι να φοβηθώ , φοβάμαι όμως την αυθυποβολή. Αποφάσισα να συνεργαστώ με τα εσώτερα μου αλλά πραγματικά βρίσκω αδικαιολόγητο να επιβάλλω στον εαυτό μου την μιζέρια. όλα αυτά λοιπόν τα σκέφτηκα όσο ανάπνεα από την μύτη και επέτρεπα στον εαυτό μου να αφέθει για λίγο στους ήχους γύρω μου. Δεν φαντάζεσαι ποσό καταλυτικό ήταν όλο αυτό για μενα φίλε, πραγματικά ειχα μια στιγμή απέραντης ευεξίας και διαυγείας. Είπε , να φέρετε στο μυαλό σας κάτι που σας δίνει χαρά και ξάφνου πίσω από τα κλειστά μου ματια σπρώχνονταν πρόσωπα για να πάρουν θέση, ένα ηλιοβασίλεμα που με σημάδεψε και η αγκαλιά της μάνας. Ένα χαμόγελο στόλισε το προσωπο μου και οι μύες του άρχισαν να αντιδρούν μιας και εδώ και πολύ καιρό δεν ειχα ένα ουσιαστικό χαμόγελο, μονό μονόπρακτα και συσπάσεις , συνοφρύωμα και απορία , αν κοιταχτείς στον καθρέφτη βάζω στοίχημα πως θα δεις καθαρά τις γραμμές του προσώπου σου και την πορεία της ψυχοσύνθεσης σου. Ίσως αυτό να σε ξυπνήσει , γιατί στο λέω φίλε μου εμένα λειτούργησε. Όλ…

Η βολτα

Μικροσκοπικες σταγονες βροχινης θλιψης και ενας αερας σαν δυσθυμια , οριζοντας βαμμενος από κοκκινες πινελιες ματωμενου ηλιου και μια θαλασσα , ανοιχτα χερια. Κατευθυνθηκε εκει χωρις να θελει ουσιαστικα να γινει μαρτυρας μιας θυμησης. Καθησε σιωπηλα διπλα της , δεν ειχε λογια να της κεντησει υποσχεσεις μητε δυναμη ,τα χερια της ετρεμαν . Ενας κοσμος ολογυρα που συνεχιζε να αναπνεει, να ζει να προχωραει , όμως εκει ο χρονος ειχε παγωσει και η βροχη δυναμωνε. Δεν κουνηθηκαν από τις θεσεις τους. Δυο μουσκεμενα παραπονα και δακρυα που ενωθηκαν με την βροχη, βλεμματα και ανειπωτες υποσχεσεις, ειχε τελειωσει. Όλα ειχαν τελειωσει μεχρι και ο ηλιος που βυθιστηκε στο μαυρο του ουρανου. Όταν ανοιξε το στομα της τα ματια της εμοιαζαν καινουργια , ειπε -καπου που να μην ξερουμε Και σηκωθηκε κρατωντας της το μουσκεμενο χερι, ένα χερι που εκλαιγε μεσα στο δικο του. Περπατησαν για ωρες σιωπηλοι, -θα μου πεις το ονομα σου? Πραγματικα ποτε μου δεν καταλαβα αν μας αντιπροσωπευουν τα ονοματα μας , ειπ…

Η προικα

θελω να ανεβω στο καρουζελ. Παντα την ενθουσιαζαν τα πολυχρωμα αλογα και οι μεταξωτες κορδελες, τα στροβιλισματα και τα ανακατα παιδικα γελια, ειχε και ενα διαφανο γυαλινο βαζο με ενα τσιγκινο καρο κοκκινο καπακι και ελεγε πως μπορει να μαζεψει μερικα γελια για οταν μεγαλωνε. Την κοροιδευαν, πολυ την κοροιδευαν ομως δεν την ενοιαζε , ισα ισα καμαρωνε για την συλλογη απο γυαλινα ξορκια -προικα για την ενηλικιωση της. Δεν ηθελε να μεγαλωσει , παρατηρουσε τους μεγαλους και κρατουσε σημειωσεις απο τα 9 της με συμβουλες λιγο πριν την ληθη. Δεν ειχε βρει πως εχαναν το γελιο τους και το αντικαθιστουσαν με την υποψια γελιου , σαν ξινισμενο φρουτο παραγινωμενο της εμοιαζαν οι μεγαλοι που η γλυκια τους γευση αντικατασταθηκε με σαπια σαρκα, σαπια μυαλα φορεμενα στο σκληρο εξωτερικο τους περιβλημα. Οχι δεν ηθελε να γινει σαν αυτους κι ετσι τραβουσε φωτογραφιες καθε τι που θα βοηθουσε να ανατραπει η συμφορα, διαβαζε ποιηματα στον ηλιο και αποχαιρετουσε το δειλινο με μεγαλα ματια εκστατικα , αποκοιμιζε …

Μια κοπελα απο γκαζι, στο γκαζι.

Εκείνο το πρωινό είχε πείσει τον εαυτό της να κατέβει στο παζάρι , να εκμαιεύσει τον θησαυρισμό της, αυτόν που στήριζε πως της είχε μεταδώσει η μάνα της.
Αφού ήπιε το τσάι γιασεμιού και χαιρέτησε τον γείτονα πίσω απο το τζάμι, φόρεσε ένα σαρόνγκ και χύθηκε στους δρόμους της τεχνόπολις. Ορδές κόσμου κατέφθανε να ανακαλύψει έναν καινούργιο κόσμο, μικρά παιδιά και υπερήλικες καθισμένοι στα παγκάκια του πάρκου , θεατές μιας παράστασης του κόσμου αυτού, μια Κυριακή , μια μέρα που μόνο με Κυριακή θα μπορούσες να την ονειρευτείς.
Μετρούσε κουτάκια μπύρας , στον δρόμο προς το παζάρι και αναρωτιόταν πόσα μεθυσμένα φιλιά να δόθηκαν σε ετούτο εδώ το μέρος, πόσες λέξεις έχασαν την έννοια τους , ποσά αντίο και πόσα δακρυα? Είναι τρομερό πόσο εγκλωβίζουν οι δρόμοι τα πατήματα των ανθρώπων ακόμα και μέρες μετά , η ενέργεια είναι ακόμα εκει, την ένιωθε στα πόδια της να τραντάζεται, ένιωθε τα φιλιά και τα χερια , τα δακρυα και την υγρασία.. Όταν ηρθε στην Ελλάδα , ήταν μια ξένη για ολους, ξένη στο σχολείο,…

Πισω απ' την μασκα που φορας.

Έβγαλε την μάσκα και ένιωσε να πνίγεται , δυο μέρες τωρα αισθανόταν καλά μεσα σε όλη αυτή την κεκαλυμμένη καινούργια εικονα της. Βλέπεις από μικρή έψαχνε τρόπους για να μην τραβάει την προσοχή, μάταια όμως απτο σχολείο ακόμα σχολίαζαν τα μεγάλα της μπράτσα και το άκομψο περπάτημα της , τα στραβά της δόντια και τα μικρά της ματια. Της είχαν ¨φορέσει¨ και ένα μαντάμ φρικιό και πηγαινοερχόταν σπίτι ,σχολείο κουβαλώντας το στην πλάτη , κυρτοί ώμοι και κατεβασμένο κεφαλι στο πάτωμα. Τώρα δεν ήταν έτσι, πάλεψε με σιδεράκια, δίαιτες και καθαρισμούς προσώπων, γυμναστική και πολύ καζούρα για να γίνει μια καθώς πρέπει γυναικά σύμφωνα με τα δεδομένα τους. Ακόμα περπατούσε άκομψα βέβαια. Φέτος τις αποκριές πρέπει να ντυθούμε! Τις φώναζε και εκείνη συμφώνησε τελικά, διάλεξε μια πολύχρωμη ολόσωμη φόρμα με πουα πιτσιλιές και μια μακριά περούκα με στιλπνά, μαύρα, ολόισια, μαλλια ,δυο μποα τυλιγμένα στον λαιμό και μια υπέροχη μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το προσωπο της . Περίεργο συναίσθημα μα μόλις φό…

Αγαλματακια ακουνητα , μερα ή νύχτα;

Οι πιο ομορφες ιστοριες γραφονται στα πιο ασχημα μερη και οι πιο ζεστοι ανθρωποι κρυβονται στα πιο παγωμενα βλεμματα.
Τα πιο πλουσια βραδια μας στις πιο φτωχες γειτονιες και τα ηχηρα δακρυα τα κρυψαμε στα γελια μας.
Κρατησαμε χερια αγνωστα γεματα ροζους που δεν μας αφησαν ποτε ξανα και γευτηκαμε αλμυρα και ηλιο σε δωματια κατω απο την γη.
Οι υποσχεσεις που ραγισαν , τα σαγαπω που ξεθωριασαν στο μπαλκονι σου και οι σιωπες που σε ξελογιασαν εκεινο το κατακοκκινο απογευμα.
Οι φιλοι που σταθηκαν κι οι φιλοι που χαθηκαν, τα αστερια που τρεμοπαιζαν κι οι σκιες που με κυνηγουσαν.
Ολα για μια αγκαλια.
Ολα κι αλλα τοσα θα εδινες για να δεις το δερμα σου να ανασηκωνεται, ολα.
Για μια αγκαλια.
Ενα, δεν εισαι μονος κι η κουραση απο τα ματια τους πουλι ταξιδιαρικο..
Ολα και τιποτα σε εναν κοσμο δανεικο.
Κροταλιζαν τα δοντια και ο θυμος σαν ανθρακικο μας εκαιγε τα ματια , ομως παλευαμε το θεριο, ο καθενας το δικο του κι αλλοτε ολατα θερια παιδια που πιανονταν στα χερια.
Αγαλματακια ακουνητα, μερα η…

Ημουν εκεί.

Ειναι κι αυτες οι μικρες ιστοριες που γυαλιζουν τις μυχιες σκεψεις σου και σε βλεπω να χαμογελας πισω απο καθε αποσταση που χωριζει τα χερια.
Ημουν εκει οταν δεν κοιταζες ,θα μαι εκει οταν με ενα δακρυ μου θα ξεπλενεις την νυχτα, θα ειμαστε μαζι κι ας μην το πιστευεις τωρα.
Ειναι παγιδα ο χρονος και μην φοβασαι.
Την νυχτα τα αστερια μας ακολουθουν κι ειναι μακρυς ο δρομος, ο αερας χαιδευει  τα κουρασμενα βηματα σου και ας μην θυμασαι , ειμαι πισω σου.
Ειμαι μπροστα σου.
Κλεισε τα ματια.
Θυμησου.
Ειμαι μεσα σου.
Αδειασε μια θαλασσα στα ματια σου , νομιζες πως δεν κοιτουσα μα εβλεπα τον βυθο σου και σου εγραφα στιχους στα ονειρα.
Ηξερες , παντα ηξερες πως οι δρομοι τεμνονται , πως θα ερχοσουν.
Ηξερες κι ας μην φωναζες το ονομα μου εγω σε ακουγα.
Κοιτα τα δεντρα ,υποκλινονται στην θλιψη μας κι επειτα μοιαζουν φθινοπωρο οι υποσχεσεις μας, μα θα ανθισουμε αγαπη μου να μην φοβασαι.
Μιαν ανοιξη.
Ημουν παντα εκει κι ημουν και δεντρο και δακρυ και προσευχη , ημουν συννεφο ,θαλασσα και ενα νησι…

κεφάλαιο 10.

Παραξενη ησυχια.
Δεν ηξερε αν αντεχε τις φωνες και τα γελια που ξεβραζε η θαλασσα, αν αντεχε να πεθαινει οταν αλλοι ζουσαν.
Καλοκαιρι.
Μεσα της κρυο και σκοταδενια μονοπατια με εκατομυρια αστερια.
Περπατησε μπροστα του φορωντας το παρεο της στον ωμο , περπατουσε και πισω της μετρουσε βηματα.
Καταχλωμη και τρομαγμενη εγνεψε να στριψει.
Αδολη ησυχια και μυστικα μονοπατια.
Απλωσε το χερι της και εκρυψε το δικο του μεσα της, πλησιασε κοντα του και εκλεισε τα ματια.
Τα εκκωφαντικα του δακρυα ξεπλυναν τις πληγες τις, μαρτυρουσαν ενα αντιο που δεν ξεστομισαν.
Τον εσφιγγε σαν τελευταια ευχη και οταν το σκοταδι εκπυρσοκροτησε μεσα τους , εγιναν φως.
Φως αλλιωτικο, καταλευκο με λιγο μωβ σαν θλιψη φθινοπωρινη.
Κι ολα αυτα μεσα στο καλοκαιρι.
Καλοκαιρι και εκεινος χειμωνας.
θα εφευγε βιαστικα  εκεινος αυτη την φορα πριν προλαβει να χορτασει τα ματια, θα εφευγε για παντα αυτη την φορα, να γλιτωσει τα σκοταδια.
Κι επειτα περπατουσε μοναχη ,
περπατουσε χωρις βηματα,
περπατουσε μονη.

Ξέφωτο

Ξαπλωνει κατω απο το ξεφωτο  ,εκει που τα νεαρα φυλλα των δεντρων αναγνωριζουν τα αστερια , χορευοντας στον ρυθμο του γελιου σου.
Ξαπλωνει και κλεινει τα ματια της.
Το κοριτσι που ποτε δεν ηρεμει, ηρεμησε στο ξεφωτο.
Εκει που ο αερας ξελογιαζει τα τρομαγμενα ερωτηματικα, διαιρωντας ζωες και σκιες.
Περπατουσε ξυπολητη στο ξεφωτο , δεν ειχε καμμια σημασια αν θα ακολουθουσες τον δρομο προς τα αστερια, εκει μονο μυρωδια απο χωμα γονιμο..
Να σου πω μια ιστορια;
Εγνεψε , ναι και μαζεψε τα ποδια της σε εμβρυακη σταση για να κανει χωρο ,
ανοιγοκλεινε το στομα του σε μια ψυχεδελικη μεταφορα του κουρασμενου κοριτσιου.
Ανεπνεε βαρια και ο ουρανος μαυριζε για να υποδεχτει τα αστρενια λογια του που λαμπυριζαν μεσα στα ματια της.
Το κοριτσι σηκωθηκε και εγινε ολοκληρο μια αγκαλια.
Μια αγκαλια απο αστερια και ουρανους, δυο στιγμες και ενα παυσιπονο αργοτερα ξημερωνε  μουδιασμενα χερια απο δωσιμο και αστερια μεθυσμενα..

Οτι λάμπει είναι χρυσός.

Ενα ψευτικο δαχτυλιδι με μια μικρη καρδια στην μεση.
Δεν ηταν δικος της, ουτε ξενος.
Της το εδωσε το πασχα ,μετα απο τον τσακωμο, δλαδη εκεινη τσακωθηκε μονη της ,εκεινος μιλια δεν εβγαλε μοναχα την κοιτουσε αποσβολωμενος.
Του φωναζε να την δεχτει οπως ειναι , να σταματησει επιτελους την επικριση , να την αγκαλιαζει ποτε ποτε και αν αποφασιζε πως δεν μπορει να την δεχτει , δεν θα ειχε καμμια υποχρεωση απεναντι της.
Εφυγε και την επομενη γυρισε με το δαχτυλιδι.
Ετρεμε μην το χασει, ηταν πολυτιμο μιας και επισφραγισε την σιωπη του με μια μικρη επιχρυσωμενη καρδουλα, σαν την υιοθεσια της.
Απο μεσα μαυριζε το δαχτυλο ,αφηνε σημαδια η λαμψη και το σαπουνιζε δυνατα να φυγει η σκια.
Και εφευγε.
Την αγαπουσε , την πεταξε ψηλα ως τα συννεφα και της χτενισε τα μαλλια, της διαβασε παραμυθια και στην αγκαλια του αποκοιμηθηκε μωρο και ξυπνησε μεγαλη..
Ομως την αγαπουσε με μιαν αγαπη ξενη , μια κρυα αγαπη σαν ντους μετα απο λιποθυμια.
Ετσι τον αγαπησαν και ετσι εμαθε να αγαπαει.
Τωρα ξερει.
Ομως…

Δεν ηξερες.

Εσυ δεν ηξερες.
Δεν εμαθες ποτε.
Πως σβηνουν τα φωτα στην πολη , εκεινη σε καθε λαμψη τους, μονο εσενα  θα εβλεπε
Πως την μερα εκεινη εκλεψε ενα χαμογελο σου και το εκρυψε μεσα της κι ας μην ηξερες, ας μην μαθεις ποτε εκεινη ξερει.
Πως τις νυχτες λαχταρουσε πιο πολυ απο τις μερες για να σε εχει δικο της στο ονειρο.
Πως δεν ηταν το νερο αλμυρο μα τα δακρυα της πιο πολυ κι απτη θαλασσα μεσα της.
Βυθος ησουνα και θα βουτουσε μεχρι να τελειωσει η ανασα ομως δεν ηξερες, μονο χαμογελουσες.
Δεν θα μαθαινες ποτε.
Πως για σενα ηταν καθε λεξη.
Την βολτα στα καθαρια τα νερα και τον ηλιο που χρυσιζε το κυμα, την σιωπη σου και το τελευταιο βλεμμα.
Τα κοκκινα ματια απτην κουραση, δεν ηξερες, δεν θα μαθεις..
Για σενα καθε γελιο , για σενα εστεκε εκει βουβη.
Για ενα βλεμμα.
Δεν ηξερες.
Δεν θα μαθεις ποτε..

Ξυπόλητοι στον έρωτα.

Μικρα χαρτινα καραβακια και ο ηλιος να κανει τα ματια σου να κλεινουν, αμμουδενια ονειρα και παλατια γεματα βατραχους που περιμεναν φιλια αρμυρικια και μεταξωτες κορδελες..
Ειχες πει δεν θα κοιμοσουν και στο ταξιδι παλευες στο πισω καθισμα να κανεις το χερι σου να πεταξει εξω απο το παραθυρο, γλαρος καταλευκος και εγω απτον καθρεφτη να κολυμπαω στα δακρυα μου απο την ομορφια σου.
Απεραντα λιβαδια οι σκεψεις μας και η ξαφνικη βροχη να σβηνει τα αναψοκοκκινισμενα μαγουλα μας, να τρεχουμε στα στενα κι εσυ να φωναζεις , κρυφτο!
Θυμασαι το παγωτο; τα φωτα στο λιμανι τα θυμασαι; τον αχινο που παλευε να ζησει και τον πεταξαμε πισω στον βυθο κι επεπλεε και κλαιγαμε μαζι ;
Θυμασαι τις νυχτες που παραμιλουσα και ηχογραφουσες τα ουρλιαχτα μου; θυμασαι το καστρο και το αντιο;
Δεν σε ειχα προειδοποιησει για τις τρικυμιες μεσα μου.
Στο ειχα πει ομως και γελουσες, θα πνιγω μια μερα απτα δακρυα μου..
Κοκκινα ηλιοβασιλεματα και πουλια ταξιδιαρικα , εσυ στην αιωρα να διαβαζεις κι εγω να προσπαθω να δια…

Μια μερα ολα θα εχουν νοημα

Μια μερα ολα θα εχουν νοημα.
Οι βαθιες ανασες , οι αποχαιρετισμοι, τα πισωγυρισματα στην παιδικη σου ηλικια ακομα και η εκλειψη του ηλιου θα εχει νοημα.
Μεχρι τοτε μετρησε αναποδα μεσα σου πεταλουδες τρεξε ως το κοντινοτερο συννεφο και κρατησε μου το χερι γιατι δεν ξερω αν στο ειπα, αλλα φοβαμαι.
Φοβαμαι πολυ.
Κι οταν φοβαμαι ανοιγει μια φυλακη μεσα μου και απελευθερωνει ενα μικρο αγριμι,μικροσκοπικο που θελει να βγει εξω με νυχια και με δοντια και με πληγιαζει απο μεσα, ουρλιαζει τοσο δυνατα που μπορεις να δειςτην καρδια μου να χορευει στο στηθος μου.
Κι επειτα εισαι εσυ.
Απευθυνομαι σε σενα καθε φορα ,μην μαφησεις κρατησε μου το χερι μεχρι να περασει.
Κλεισε τα ματια ,θα φτιαξουμε ενα παζλ, δωσε μου τα κομματια σου θα τα ενωσω με τα δικα μου.
Κλεισε τα ματια.
Μην τα ανοιξεις μεχρι να δουμε την πιο ομορφη ιστορια.

Άγρυπνα όνειρα

Ηθελε να κοιμηθει.
Να απλωσουν ενα παραμυθι επανω της και τα βλεφαρα να σωπασουν.
Ποσες νυχτες εχασε; ποσες νυχτες και ανασες δικες τους; ποσα αγγιγματα εσπασαν στο πατωμα ,πεφτοντας απο το ονειρο της;
Ξυπολητη ματωσε τα ποδια της απο τα ραγισμενα ονειρα της..
Καθε πρωι, καθε πνοη, καθε στιγμη παλευε να ξυπνησει και να αποκοιμηθει για να τραυματισει κι αλλο τα γονατα της μηπως και πεταξει.
Φτερα ειχε μοναχα στα χερια.
Εγραφε και εσβηνε ολες τις λεπτομερειες ,τις λεξεις, τις σιωπες και τις σκιες στους τοιχους που ολο τις εμοιαζαν.
Ειπε, θα κοιμηθεις οταν θα σταματησεις να εξισωνεις την πραγματικοτητα με το ονειρο.
Μεγαλωσε επιτελους!
Δεν ηθελε να εξισωσει τιποτα, σκραπας ηταν παντοτε στα μαθηματικα και οσο για ονειρα ,μονο αυτο ηξερε να κανει τοσο καλα.
Ζουσε αλλες εποχες,παλευε με δρακους και υψωνε τειχη
, εσκιζε τον ουρανο και γεννουσε αστερια.
Γιατι να θελει καποιος να γειωθει;
κι ας πληγιαζουν τα ποδια.
πως θα πεταξουμε κυριε μου ;
γιατι θα πεταξουμε στο ορκιζομαι!

Σαν, sun ..

Σαν ηλιοβασιλεμα.
κοκκινα ματια και αλμυρα στα χειλη, δακρυα που πνιγονταν σαν λεξεις σε ενα χαμογελο.
Με ρωτουσε συχνα πως τα περναω ,μα εγω δεν περνουσα ουτε σαν σκια ουτε σαν σκεψη απο το μυαλο του κι ετσι σιωπησα.
Σαν καλοκαιρι.
Στα ηχεια να παιζει δυνατα κατι που αγαπουσες και να κλεινεις τα ματια  για να τον  φερεις κοντα σου,  παγωμενη γρανιτα και χωροχρονικες βολτες ,
να καινε τα ματια και η καρδια απο την αλμυρα κι η ζωη σου ανοστη χωρις εκεινον.
Σαν μια ατελειωτη βουτια.
Πνιγοσουν μεσα σου κι αυτο το καταλαβα εκεινο το δειλινο  που ειπες πως βλεπεις κι εσυ το ιδιο ονειρο και με κατευθυνες σε εκεινο τον πλανητη.
deja vue και υγρα φιλια στο πιο σκοτεινο μερος του κοσμου , εκει που δυο αδεσποτοι σκυλοι μαζευαν κυμματα και μαθαιναν πως αγαπιουνται οι ανθρωποι  και για πρωτη της φορα ειδε πυγολαμπιδες.
Σου κλεινω τα ματια, τεντωνω τα ποδια για να φτασω ως τον λαιμο σου ,φιλαω την πλατη σου και εσυ γυριζεις, οχι οπως αλλοτε μοναχα το προσωπο και χαμογελας, κερναω παγωτο σου εχω κ…