Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2013

Υπερεγω.

Ενταξει το παραδεχομαι καποιες φορες την φοβομουν.
Καποιες με νευριαζε ετσι οπως καπνιζε τα βαρια τσιγαρα της, μυριζα ως το κοκκαλο τον λευκο πυκνο καπνο της πανω μου και δεν ηθελα τιποτα δικο της πανω μου.
Υποτιθεται πως θα επρεπε να την αγαπω, να την σεβομαι και κυριως να ειναι προτυπο , ομως τιποτα δεν υποτιθεται με μενα.
Μουρμουριζε μερα νυχτα κατι σαν προσευχη και εκλεινε τα ματια σε καθε πιθανο κινδυνο η ημιτρελη, ολα αλλωστε κινδυνοι ηταν, γιαυτο δεν ζουσε.
Της φωναζα ζησε, της ουρλιαζα αργοτερα πως ειναι νεκρη μα δεν με κοιτουσε, δεν μιλουσε μοναχα εβαφε τα χειλια της ,κατακοκκινα για να με εκνευριζει περισοτερο με την απουσια της.
Ελεγε ψεμματα, επλεκε ιντριγκες , ελεγε πολλα , παρα πολλα , με πονουσε το κεφαλι μου , εκλεινα τα αυτια μου στα ψεμματα της.
Πηγαινοεφερνε τον εαυτο της ασκοπα αλλοτε σε υπογεια επαιζε μονοπρακτο το δραμα της κι αλλοτε εκανε την χαρουμενη σε παρκα και πλατειες, επινε καφεδες και καπνιζε αρειμανιως.
Ηθελα να της πω τοσα πολλα μα δεν ακουγε παρα μον…

Ακομα κι αν ξεχασεις, ζησε.

Εμοιαζε να περιμενει κατι, σκεφτηκα ενα λεωφορειο , εναν φιλο κατι.. ομως δεν περιμενε καποιο μεσο μεταφορας η ανθρωπινο ον , περιμενε να επιστρεψει απο τον ιδιο της τον εαυτο. Εμοιαζε χαμενη μα ηξερε ακριβως που στεκοταν, θυμοταν το ονομα μου και ελεγε ιστοριες απο οταν ημουν μικρη, τοσοδενια συνηθιζε να λεει , τοτε που τα μελανιασμενα γονατα εκρυβα φορωντας μακρια παντελονια και λουλουδια παντα στα μαλλια. Χαμενη σε εναν κοσμο αλαβαστρινο , ευθραυστο ολοδικο της η Μ, ειχε ξεχωρισει τις αναμνησεις και ειχε κρατησει καποιες εικονες, ολα τα υπολοιπα τα ειχε αφανισει , ελεγε τα ειχε πνιξει στην ληθη. Δεν την θυμομουν, ουτε καταλαβα ποτε μου αν πραγματικα ειχε μνημες απο την παιδικη μου ηλικια, ομως καθε φορα που την συναντουσα ολοενα και πιο πολυ με επειθε πως ειχαμε κοινο παρελθον η καποιο κοινο μελλον, η μια τυχαια σιγμη που θα κοιταζομασταν βαθεια στα ματια και θα μας εδενε για μια ζωη. Η στιγμη , η μοναδικη στιγμη που ξεγυμνωνεται στα ματια σου ο πιο ξενος ανθρωπος στην ζωη σου και…
Τα παιδια ετρεχαν στην πλατεια και στο λιμανι της πατρας εφτανε καραβι απο την κεφαλονια, οταν ο μικρος βασιλης αφησε ενα μπαλονι λευτερο ειπε, να συναντησει τα πουλια..
ο ηλιος ειχε ενα πορφυροκοκκινο κοκκινισμα στα μαγουλα και η θαλασσα επλεκε μυθους για τα ονειρα μας, ο πεζοδρομος της αγιου νικολαου στολισμενος σαν γιορτη και ο κοσμος ανεβοκατεβαινε σαν σταθμη.
κανεις δεν ενοχλουσε τον σταθη , μοναχα αγοραζαν τα μοσχομυριστα καστανα του και ακουγαν τα τραγουδια του που εβγαιναν ψιθυριστα απο το στομα του σαν ντροπαλα κοριτσια.
ειχε σπουδασει  ειπε, μουσικη  κι εγραφε στιχους , μια κιθαρα στα δεξια του.
τον παρακαλεσε αρκετες φορες να παιξει κατι μα αρνιοταν πεισματικα , κοκκινιζε ολοκληρος (ναι υπαρχουν ακομα ανθρωποι που κοκκινιζουν ) .
θυμηθηκε οταν ηταν μικρη , νηπιαγωγειο πηγαινε οταν εμαθε το τραγουδι του καστανα και στην αγκαλια του πατερα σε μια εκδρομη στον πορο αρχισε να τραγουδαει καστανακια , καστανακια για μικρα καλα παιδακια και πηρε ενα ζουμερο ,ζεστο φιλι απο την μα…

A sunday smile

Σπαταλήθηκε μέσα σε αδιέξοδα ερωτηματικά και σιωπή.
Ανέτρεξε στο όψιμο παρελθόν για να  βρεί αλήθεια.
Μάταια, όλα.
Κατοικούσε στον ίδιο βασανιστικό εαυτό χρόνια τώρα, φορώντας το ίδιο φυστικί πουλόβερ κάθε τέτοια εποχή. Το πουλόβερ που είχε αφήσει πίσω του εκείνος. Κάποτε μοιράστηκαν τον ίδιο ενθουσιασμό για τον ήχο της βροχής, τα διάφανα φτερά της πεταλούδας και τον έναστρο ουρανό, μύρισαν τα γιασεμιά και φύτεψαν μια  λεμονιά στο μπαλκόνι, κρατήθηκαν απο το χέρι και περπάτησαν τον ερωτά τους σε σκοτεινά δρομάκια και σε θάλασσες αγριεμένες, γεμάτες αλμυρά φιλιά και ήλιο.
Είδαν κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα και σύννεφα που ήξεραν να χαμογελούν , βίωσαν απογέυματα κυριακής χωρίς ίχνος μελαγχολίας και έπειτα ήρθε η θλίψη κι έγινε συγκάτοικος.
Νύχτωσαν οι αναμνήσεις κι αποκοιμήθηκαν.
Ξεθύμαναν και οι μυρωδιές, στέγνωσε και η βροχή, μόνο τα μάτια έμειναν..
Και το πουλόβερ που ήταν τρανταχτή απόδειξη πως υπήρξε εκεί έρωτας.
Πως υπήρξαν ηλιοβασιλέματα και οργασμικά σαββατοκύριακα ,αστέρια και η…

Να πιστεψουν κι αλλοι..κι αλλοι..

Θελεις να καθησουμε στα βοτσαλα? Δυο κοριτσια , ενα μελαγχολικο κι ενα με θαλασσενια ματια. μουσικη υποκρουση το φεγγαρι και η σιωπη του , πυροφανια σκιζουν την μαυρη θαλασσα με τις ασημενιες ανταυγιες.. Χερια που ξερουν να κρατουν και λεξεις μπερδεμενες, προσωπα ερχονταν και εφευγαν στα ατελειωτα σεναρια τους μα εκεινες σφιχταγκαλιασμενες κατεληγαν παλι στην μαγεια.. Πιστευουμε θα ελεγε το θαλασσενιο κοριτσι και μπορουμε.. Μια φωτια σαν ψευδαισθηση μπροστα τους και μεσα τους , κοιταχτηκαν σαν να ειχαν απαντηση σε ολα τα γιατι τους. Ο ουρανος αλλαξε χρωμα στα ματια τους κι απτο βαθυ σκοταδι του , ενα φαναρακι σαν ευχη πετουσε πανω απο τα κεφαλια τους. Χαμογελασαν και επειτα ξεσπασαν σε γελια. Τουλαχιστον , πιστευαν.. Η μαγεια υπαρχει..  Η μαγεια ειμαστε εμεις..

Αιμα οπως εφιαλτης.

Αραχνιασμένα όνειρα στριμώχνονται στο μαξιλάρι μου. Το δωμάτιο  μυριζει φθινοπωρο και εφιαλτες. Αιματοβαμμενη εποχη , χιλιαδες ενοχοι . Χερια γεματα ερινυες. Περιμενω την εκρηξη , εκτοξευοντας το κεφαλι γυρω απτο σωμα , ιδιος δορυφορος. Μια εβδομαδα θρηνος εξω και μεσα μου. Εχω την εικονα σου στα ματια μου, θυμαμαι την φωνη σου βραχνη να μην αντιστεκεται , θυμαμαι τα χερια σου να δινουν. Περασαν χρονια πριν χρειαστει να ακουσω ξανα το ονομα σου, πριν να αντικρυσω για τελευταια φορα την μορφη σου, εξω απο την μουσικη σου ησουν παλι μουσικη τοτε και τωρα και για παντα σου ειχα πει.. Μερες που σκιζουν συνειδησεις , νυχτες γεματες τρομο και τασεις φυγης. Πνιγομαι στην ιδια μου την απραξια. Πως φτασαμε εως εδώ? Νιωθω σαν μαριονετα και θελω να κοψω τα αορατα δεσμα , θελω να βγω εκει εξω και να ενωσω την φωνη μου με εσενα , θελω να υψωσω τα ματια στον ουρανο και να σε δω να μου χαμογελας στα συννεφα , διψαω για δικαιοσυνη. Διψαω για λευτερια. Μια σκεψη σου ακουμπησε στα μαλλια μου από το αν…

Λαβύρινθος.

Μιασματα.
Στεκονται πανω απο το νεκρο σωμα και γλυφονται σαν τα κορακια.
Ξεπουλαει  ο φονος? ξεπουλαει η φτηνια της ψυχης τους?
Ενας ασυρματος κοσμος.
Μονο αυτο εχεις?
Μουδιαζω.
Φοβαμαι. παλι.
''Μου χες πει πως θα ερθει καποια μερα οτι αντικρυζω θα το ερωτευομαι'', τελικα δεν το βλεπω..
Σου μοιαζω αλλη φωναζεις, ξερεις κατι? ειμαι αλλη.
Αναρωτιεμαι αν ποτε σου επιασες πατο, αν εφτασες στο σημειο εκεινο που βλεπεις τα παντα γυρω σου απο κατω προς τα πανω, σαν το φως να μην φτανει σε σενα , μητε ο ουρανος.
Σαν να εισαι μικρος , μικροσκοπικος και να σε ξεχασαν πισω απο μια κλειστη ντουλαπα.
Εισαι μπαλαντερ.
αυτο εισαι.
Δεν νιωθεις ειμαι σιγουρη παρα μονο πεινα και  διψα. Τιποτα αλλο.
Συγχωρεσε με που δεν ειδα νωριτερα τον αληθινο σου εαυτο, συγχωρεσε με αλλα ημουν απασχολημενη να χανω τον εαυτο μου καθημερινα.
Ομως εδινα.
Κι εδινα.
Και ραγισα και επιασα πατο.
Και συναισθανθηκα και χαθηκα σε λαβυρινθους δικους σου , δικους τους.
Τωρα κοιταξε με , εφτιαξα τον δικο μου λαβυ…

Υποσχέθηκες.

Πλησιαζε καθε μερα και πιο πολυ.
Μικρα δειλα βηματα προς το μερος της.
Τα βοτσαλα ειχαν αφησει αποτυπωματα στα γυμνα της ποδια και ενας αερας μανιασμενος επαιζε με τα μαλλια της.
Ελεγαν πως ηταν τρελος,πως τα λογικα του τα πηρε η θαλασσα,πως μιλουσε με τα αστερια και χορευε τις νυχτες σε αδειανους δρομους,πολλα λεγονταν.
Δεν ηξερε γιατι αλλα ειχε συνδεθει με εκεινα τα αθωα ματια του.
Ενιωθε το ζεστο βλεμμα του να χαιδευει τα δαχτυλα των ποδιων της να ανεβαινει στα γονατα και επειτα ισια στα ματια.
Συναντιοντουσαν στο στενο, κοντα στο παρκινκ ,εκει που το απεραντο σκοταδι εκανε τα αστερια να λαμπουν πιο δυνατα κι απο τα ματια των ερωτευμενων. κλεφτα φιλια και αγκαλιες σφιχτες που ξεριζωναν λιγο λιγο την προηγουμενη ζωη της. Τον ηθελε επανω της σαν ηλιο να στεγνωσει τα δακρυα της,να ζεστανει την καρδια της που εμοιαζε να ειναι σε καταστολη. και το εκανε. απλωσε τα χερια του και την κρατησε στην αγκαλια του σαν θαυμα,σαν να μην πιστευε πως την κρατουσε. Δεν επρεπε κανεις να μαθει. Κλεφτες ματι…

Πλεόνασμα

πλεόνασμα αυτό (η ποσότητα, το ποσό) που περισσεύει, που είναι περισσότερο από το κανονικό, το απαραίτητο.
Περισσέυω.. Όλο και περισσότερο ενιωθε να περισσευει σε μια εποχη που καθολου δεν της δινοταν. Μιλουσαν για πλεονασμα οταν  ολα εμοιαζαν να στερευουν , το ολον εμοιαζε να ειναι λιγοτερο κι απο την αντοχη, η ανεχεια ειχε γινει φιλη -σκια και οι δρομοι,  οι δρομοι που αλλοτε την απελευθερωναν , ηταν γεματοι απο ανθρωπακια μικροσκοπικα στα ματια της που υποκρινονταν πως τρεχουν, ζουν.. Στην καθοδο της πλατειας ξεχωριζες ματια κουρασμενα , τα φαναρια δεν εμοιαζαν να σταματουν την μερα και η αναπνοη της επαιζε ταμπουρλο στο ηλιακο της πλεγμα. Αυτη την μερα, σκεφτοταν θα την κανω καινουργια. Θα πηγαινε σε μια νεα συνεντευξη για δουλεια , με χαμηλωμενα ματια και δανεικα ρουχα απο την Ν , θα κρατουσε το παγωμενο της χαμογελο και θα ξεσκονιζε το βιογραφικο της απο το χρονοντουλαπο της προηγουμενης ζωης της. Μιας ζωης γεματη απο εκεινη, φωτογραφιες απο εκδρομες και χαμογελα ζεστα σαν ηλιοι…

Μου το πες με τα συννεφα.

Οσα συννεφα κι αν ρωτησεις κανενα δεν προδιδει την βροχη,ελεγε.
Μεθυστικος λογος,μυρωδια απο  λιβανι και λεμονι.
Προσωπο μεστο γεματο διακλαδωσεις που μαρτυρουσαν την πορεια της ζωης του εως και σημερα. Τον συναντουσα στην  πλατεια γεωργιου διπλα απο το συντριβανι.
Παντα δειλινο.
Ιδια ωρα,σακουλα με ψιχουλα για τα περιστερια και παγκακι.
Κοιταξε τα μου ελεγε, καποια απο αυτα δεν πετουν , καποιοι λενε για εκεινα ασχημα πραγματα, ειναι βρωμικα και γεμιζαν τα ματια του φλογες πυρινες.
Κι αυτος που ζει στον δρομο κοριτσι μου σπασμενα φτερα εχει και δεν μπορει να πεταξει και βρωμαει ως το κοκκαλο μα η καρδια του καθαρια πιοτερο κι απο δροσερη πηγη που ανταμωνει με την στερια και την ξεδιψαει να ανθισει απο μεσα της η ομορφια..
Υπαρχουν ανθρωποι; τον ρωτησα.
Με κοιταξε βαθεια στα ματια και σωπασε, μια σιωπη ολοδικη μας.
Μοιραστηκαμε ζεστο κουλουρι απτον κυρ γιωργο και περπατησαμε ως το λιμανι.
Πεθυμησα το ηλιοβασιλεμα μου ειπε και του εξηγησα την εμμονη μου.
Κανω συλλογη του ειπα, απο ηλιο…

Μερες παραξενες. ( http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4922 )

Δανεικά τσιγάρα και μισοτελειωμένη μπύρα στο χέρι. Κατέβαινε την κανιγγος και μιλούσε μοναχός του. Τραχύ βλέμμα και χιλιοειπωμένα λόγια. Συναντηθήκαμε στην στάση του μέτρο. Με κοίταξε για μια στιγμή και έπειτα γέλασε δυνατά . ύψωσε ένα δάχτυλο  και φώναξε -χίλια χρώματα , χίλια αρώματα μα εγώ δεν σε ξέχασα ποτέ. Άλλαξα  χίλια χρώματα. Είχα και τα θέματα μου βλέπεις  δεν μου άρεσε ποτέ να είμαι το κεντρικό θέμα. Υστέρα χάθηκε . Κουβαλούσα επάνω μου λίγα κογχύλια και ένα μενταγιον- φυλαχτό , δώρο της αδερφής μου. Καμωμένο από λάβα, λάβα ηφαιστείου. Το έσφιγγα ενστικτωδώς στο χέρι μου, το δεξί πάντα σαν να πατούσα κάποιο μαγικό κουμπί που θα έφερνε μπροστά μου  το καλοκαίρι. Η τον εαυτό μου μέσα του. Δεν με καταλάβαιναν. Με  κοίταζαν αλλά δεν έβλεπαν μέσα μου. Που πάει όλος αυτός ο κόσμος πάντα αναρωτιόμουν και τους παρατηρούσα μέσα σε γραμμές τρένων να χάνονται έξω απτό παράθυρο. Δεν θα τους έβλεπα ποτέ ξανά. Χιλιάδες άγνωστοι που δεν υπήρχε κάποιος λόγος για να τους φέρει κοντά μου. Π…

Στην αιωρα μου κι εξω απο αυτην.

Δυο μερες ηταν μονο. Αιωρα και φτηνο κρασι.  Η θαλασσα ποτε αγριευε και ποτε γαληνια αντανακλουσε πανω μας. Τις πρωτες ωρες βγαινει η πιεση που θελεις δεν θελεις την παιρνεις μαζι σου. Κλασσικα πραγματα , ρουτινιαρικα. Τα εφερα ολα? και λοιπα ψυχαναγκαστικα. Επειτα συνειδητοποιεις πως δεν χρειαζεσαι τιποτα για να εισαι καλα. Χαλαρωσαμε και αγκαλιαστηκαμε σαν να το εννοουσαμε. Καταληξαμε πως στο τελος του διημερου το εννοουσαμε περισοτερο. Ξερεις , ευγνωμοσυνη. Την νιωθουμε ακομα. Ψωμι , τυρι φτηνο κρασι μια αιωρα , λιγοι καλοι φιλοι με καθαρια ματια και το ηλιοβασιλεμα ειναι βαλσαμο. Ετσι νιωθω. Το παιδι γυριζει ξυπολητο, γνωρισε φιλο λεει,  ειναι ευτυχισμενος  το βλεπω στα ματια του. Μπαινοβγαινει στην θαλασσα και κολλανε τα χερια του παγωτο και χαλικια. Τα δεντρα τραγουδανε θα μου πει λιγο αργοτερα και θα νιωσω ακομα μια φορα το ιδιο συναισθημα. Ευγνωμοσυνη. Οταν το τηλεφωνο χτυπησε επανηλθα στην εκφραση που ειχα αφησει πισω στην αθηνα , συνοφρυωμενη και ευεξαπτη. Μια οικογενεια πε…

Πρώτη μέρα σχολείο.

Πρωτη μερα στο σχολειο.
Ξερεις, ιδρωμενες παλαμες και διερευνητικες ματιες.
Συγκινηση ,ενα βημα πισω. Μην δει.
Να εισαι δυνατος. Στεκομαι διπλα σου.
Πρωτος ερωτας και ελευθερια.
Μην αργησεις και κλεφτη ματια στο παραθυρο.
Υστερα η πορτα αργει να ανοιξει παλι,γραμματα και βιαστικες κουβεντες απτο τηλεφωνο.
Μεγαλωνεις και αυταπατασαι πως ζεις μεσα απο εκεινα.
Τα βλασταρια σου απλωσαν ριζες.
Τωρα αναπολεις ολες εκεινες τις πρωτες φορες και της θελεις πισω.
Το πρωτο κλαμμα.
Το πρωτο ιχνος γελιου.
Το πρωτο μα-μα.
Κυριως το πρωτο σαγαπω που σκιζει το δερμα και καρφωνεται στην καρδια ,μελωμενο.
Γυριζεις εκει καθε φορα.
Με τα ιδια ματια.
Ξερω.
Πονας.
Κρυωνεις.
Εισαι ερωτευμενος.
Δεν περασες το μαθημα.
Η καρδια μου χτυπαει τρελα για σενα.
Σου ειχα πει,φορεσες την ψυχη μου και βγηκες στον κοσμο.
Μην με παρεξηγεις ,ειναι η πρωτη μου φορα που γινομαι μαμα καποιου, η πρωτη φορα ολων των πρωτων φορων και σαγαπω γιαυτο.
Μου χαρισες την ζωη.
Με μαθαινεις αγαπη.
Για πρωτη φορα σου γραφω, ακομα κι αν δ…

Η cherry & η τσιχλοφουσκα.

Δεν ειχε καταλαβει πως αυτο που της ελειπε πιο πολυ απο ολα , ηταν ο εαυτος της.
O διαλογισμος που της ειχαν "πουλησει" δεν φτουραγε πια και ολοενα πιο πολυ με διαολισμο εμοιαζε.
Ανυσηχη και μονη προσπαθουσε να μαζεψει τα καλοκαιρια μεσα της, να τα στριμωξει στον επερχομενο χειμωνα , υποχρεωσεις και ρουτινα , πρωινο ξυπνημα και δανεικες σκεψεις μηπως και γλιτωσει απτον εαυτο της.
Ναι δεν ακουγε τις σκεψεις της τελευταια, ειχε βρει τροπο να τις αγνοει, αλλοτε τους εβαζε μουσικη στην διαπασων και χορευε στα σκοταδια κι αλλοτε γινοταν εξαιρετικα αορατη.
Του κρυβοταν μεσα σε βιβλια και ποιηματα της αγαπημενης της πλαθ , σε συνταγες μαγειρικης και βολτες με το ποδηλατο στην πολη , εψαχνε συνεχεια καινουριες κρυψωνες μα ολο σκονταφτε στις σκεψεις..
Ματαια εμοιαζαν ολα στις συναντησεις τους, οι σκεψεις ανταριασμενες γεματες θυμο και θλιψη την στριμωχναν στην γωνια οπως τοτε που ηταν μικρη και η τιμωρια ηταν να ανεχτει τον εαυτο της εκει στην γωνια του σπιτιου , βουβη.
Να σκεφτεις …

flashmob

Ξυπνουσε με την ιδια αισθηση απωλειας.
το κοχυλι παντα διπλα στο κομοδινο,χαμογελουσε με τα χαλια της και στο αυτι της μετεφερε μυνηματα απο την θαλασσα, τα κυματα γεμιζαν τα ματια της και ο αερας μπερδευε τις σκεψεις της.
Μονη με ενα  ειρωνικο κοχυλι, ασχημη φαση φιλε μου.
Σηκωνε τον εαυτο της και του εφτιαχνε καφε, το βλεμμα εξω απτο παραθυρο χλωμο αντικρυζε εναν κοσμο αδειο απο εκεινη, ενα αστειο χωρις ηχο , αυτο ηταν.
Μια βουβη παραλαγη του εαυτου της. Ενα ηλιθιο αστειο.
Ανεργη για μηνες , μια σπασμενη τηλεοραση και κανενα χομπι.
Φιλους ανεργους , κανενα μεταφορικο στην συντροφικοτητα , πληρης αποξενωση και ταυτιση.
Η ιδια ενοχλητικη διαφημιση στο ραδιοφωνο , μορφασμοι αηδιας και επειτα μια μελωδια γνωστη
yann tiersen και το δωματιο γεμιζει φως και ζεστασια, στροβιλιζονται οι αναμνησεις σαν πολυχρωμο καρουζελ και το προσωπο του ζωγραφιζεται στα ματια της .
Καμβας τα ματια.
Ατυχος οποιος δεν ειδε στα ματια του να σχηματιζεται το απειρο, σκεφτηκε και ηθελε απεγνωσμενα να ακουσει στ…