Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αχτίδα.



Οι αχτίδες είναι τα παιδία τού ήλιου, είπε και μας κοίταξε με τα μεγάλα της μελιά μάτια.
Ήταν από αυτές τις διαπιστώσεις που σε κάνουν να συνειδητοποιείς πως τα πιο απλά πράγματα σε κάνουν ευτυχισμένο, πως είσαι μια κουκίδα στον χρόνο.
Άνοιξε τα ματιά της ,  ξάπλωσε στον ήλιο , άνοιξε χεριά και πόδια σαν ένα μεγάλο χ και άφησε τον ήλιο να μπει μέσα της, έπειτα τα ανοιγόκλεισε κάνοντας μια αστεία φιγούρα , γέλασε στο συμπάν και συνέχισε την εξερεύνηση του χώρου, αφού φόρτισε μπαταρίες.
Ξέρεις , την αγάπησα λιγάκι είπε.
Ήξερε πως ήταν ο ήλιος και πως αυτή η μικρή αχτίδα ήταν ολόδικη της, ήταν η ευκαιρία της να μεταδώσει το φως της, ήξερε , ήξερε, ήξερε τόσα πολλά ήξερε που τώρα δεν ξέρει τίποτα, γιατί ακόμα και εκείνα που ήξερε έγιναν άνθρωποι που δεν ξέρει πια , φίλοι και αγαπημένοι, καμιά φορά και ο εαυτός της ο ίδιος δεν θέλει να ξέρει, τούτη δω την φορά θα μάθαινε όμως γιατί η αχτίδα είχε μιλιά και μια καρδιά επίσης που δεν χωρούσε αμφιβολίες, ψέματα και  την  θλίψη των μεγάλων.
Αυτά να τα λύνανε μονοί τους εκείνη λαμπύριζε ολόκληρη μεστά χρυσαφένια της μαλλιά και στροβιλιζόταν σε μια ατελείωτη χαρά , είχε ένα κομματάκι αγάπης για όλους και στο μοίρασμα δεν ήταν δίκαιη ακόμα,  κι ας έκανε μαθηματικά στο σχολείο, ήξερε μονό να μετράει με τον ενθουσιασμό της και με την παιδική της καρδιά που δεν έφτασε σε ηλικία να στενεύει.
πεσμού πάλι την ιστορία...
Εκείνη ξεκίνησε μια ολοκαίνουργια ιστορία ,μια ιστορία από αυτές με μελωμένο τέλος , που μένεις ξελιγωμένος να κοιτάζεις ένα κομμάτι ουρανού σαν να ήταν δικό σου και σκαλίζεις σχήματα και πρόσωπα, όσο κι αν πονούσε μέσα της , εκεί έξω υπήρχε μια αχτίδα ολόδικη της που ζέσταινε και την πιο κρύα καρδιά, ήταν μια μικρή αχτίδα με μελένια ματιά και χρυσαφένια μαλλιά που σε αποστόμωνε.
Δεν είναι αυτή η ιστορία αλλά δεν πειράζει μαμά , ξερώ πως δεν θέλεις να πονάω όπως και τότε που χτύπησα το πόδι μου έτσι άλλωστε συμπεριφέρεται ένας ήλιος , κάνει ένα βήμα πίσω και χάνεται πριν  αποσυρθούν κι οι αχτίδες του άπτον ατελείωτο χορό τους με τα σύννεφα, ένα βήμα πίσω..
Είχε αρχίσει να νυχτώνει και ο ήλιος κρύφτηκε πίσω απτό μεγάλο βουνό που φύλαγε την θάλασσα , μέσα όμως δυο σώματα αγκαλιασμένα φώτιζαν ακόμα και θα έλαμπαν για πολλά χρονιά ακόμα έτσι σφιχταγκαλιασμένα , μπροστά στα σκοτάδια του κόσμου όλου..

γιά τήν μικρή μού φίλη.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεν φοβαμαι, να φοβηθω.

Δεν φοβάμαι να φοβηθώ , φοβάμαι όμως την αυθυποβολή. Αποφάσισα να συνεργαστώ με τα εσώτερα μου αλλά πραγματικά βρίσκω αδικαιολόγητο να επιβάλλω στον εαυτό μου την μιζέρια. όλα αυτά λοιπόν τα σκέφτηκα όσο ανάπνεα από την μύτη και επέτρεπα στον εαυτό μου να αφέθει για λίγο στους ήχους γύρω μου. Δεν φαντάζεσαι ποσό καταλυτικό ήταν όλο αυτό για μενα φίλε, πραγματικά ειχα μια στιγμή απέραντης ευεξίας και διαυγείας. Είπε , να φέρετε στο μυαλό σας κάτι που σας δίνει χαρά και ξάφνου πίσω από τα κλειστά μου ματια σπρώχνονταν πρόσωπα για να πάρουν θέση, ένα ηλιοβασίλεμα που με σημάδεψε και η αγκαλιά της μάνας. Ένα χαμόγελο στόλισε το προσωπο μου και οι μύες του άρχισαν να αντιδρούν μιας και εδώ και πολύ καιρό δεν ειχα ένα ουσιαστικό χαμόγελο, μονό μονόπρακτα και συσπάσεις , συνοφρύωμα και απορία , αν κοιταχτείς στον καθρέφτη βάζω στοίχημα πως θα δεις καθαρά τις γραμμές του προσώπου σου και την πορεία της ψυχοσύνθεσης σου. Ίσως αυτό να σε ξυπνήσει , γιατί στο λέω φίλε μου εμένα λειτούργησε. Όλ…

.

Διάφανες σταγόνες φτιάχνουν κόσμους στο δέρμα .
Μια πόλη γίνετε ολόκληρη το λιμάνι των δακρύων της, τα όνειρα σου καράβια στα ανοιχτά.
Ουρανοί ανοίγονται μπροστά σου αγγελούδι μου κι εμείς στα αστέρια θα σου στέλνουμε προσευχές.
Ποιος ξέρει οι λέξεις αργά η νωρίς θα ειπωθούν ξανα,ποιος ξέρει αν ματώνουν τα σύννεφα.
Ηταν ενα χαμογελο ειπαν
Ηταν μια τεράστια καρδια ειπαν
Ηταν οσα ονειρεύτηκε.Ειναι  και θα ειναι παντα .
Ειναι.
Θα ειναι για παντα.

Σαν, sun ..

Σαν ηλιοβασιλεμα.
κοκκινα ματια και αλμυρα στα χειλη, δακρυα που πνιγονταν σαν λεξεις σε ενα χαμογελο.
Με ρωτουσε συχνα πως τα περναω ,μα εγω δεν περνουσα ουτε σαν σκια ουτε σαν σκεψη απο το μυαλο του κι ετσι σιωπησα.
Σαν καλοκαιρι.
Στα ηχεια να παιζει δυνατα κατι που αγαπουσες και να κλεινεις τα ματια  για να τον  φερεις κοντα σου,  παγωμενη γρανιτα και χωροχρονικες βολτες ,
να καινε τα ματια και η καρδια απο την αλμυρα κι η ζωη σου ανοστη χωρις εκεινον.
Σαν μια ατελειωτη βουτια.
Πνιγοσουν μεσα σου κι αυτο το καταλαβα εκεινο το δειλινο  που ειπες πως βλεπεις κι εσυ το ιδιο ονειρο και με κατευθυνες σε εκεινο τον πλανητη.
deja vue και υγρα φιλια στο πιο σκοτεινο μερος του κοσμου , εκει που δυο αδεσποτοι σκυλοι μαζευαν κυμματα και μαθαιναν πως αγαπιουνται οι ανθρωποι  και για πρωτη της φορα ειδε πυγολαμπιδες.
Σου κλεινω τα ματια, τεντωνω τα ποδια για να φτασω ως τον λαιμο σου ,φιλαω την πλατη σου και εσυ γυριζεις, οχι οπως αλλοτε μοναχα το προσωπο και χαμογελας, κερναω παγωτο σου εχω κ…