Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μεταλλόφωνο.

Ένα μεταλλόφωνο ότι ονειρέυτηκα.
Χρωματιστές μελωδίες φτιασιδωμένες μέσα σε ηλιοβασιλέματα ξυπόλητα, καθισμένοι στην εξώπορτα ,εσύ να πιλοτάρεις την σφεντόνα.
Σαγαπούσα μα δεν είχα μιλιά να στο πώ γιατί χάζευα τα σύννεφα και νόμιζα πως η ζωή κρατάει για πάντα.
Θα είχα χρόνο ,ίσως άυριο και πέρασαν χρόνια  απο τότε που τις πλάτες μου βάραινε μια τσάντα.
Θυμάμαι που έκλαιγα οταν εκείνη την μέρα ανάμειξα τα χρώματα και γίναν μια μάυρη μάζα τότε ήσουν εσύ μονάχα που κατάλαβες πως πίστευα στα χρώματα και μου έμαθες να σέβομαι το μάυρο στα χρώματα των άλλων..
Ένα μεταλλόφωνο είναι που σε θυμίζει.
Εγω στα χρώματα κι εσύ στην μελωδία , πόσο όμορφα ήταν όλα όταν είμασταν παιδιά ,πόσο μας άλλαξε του κόσμου η σκουριά?
Τώρα σε βλέπω στον απέναντι δρόμο , να φωνάζεις τα παιδιά που βγαίνουν στον κόσμο, βρίζεις τους άστεγους και οι μετανάστες σου μυρίζουν , τωρα μοιάζεις με κάποιον που δεν ξέρω κι αναρωτιέμαι αν υποφέρω απο το πώς ο κόσμος αλλάζει η μηπως μονο με τρομάζει που οι δικοί μου αγαπημένοι,φορούσαν μάσκα ετσι κρυμμένοι για χρόνια μεσα στην ζωή μου.
Κάθομαι πάλι στο περβάζι , πάλι στα σύννεφα μιλάω κι αναρωτιέμαι τι μεσολάβησε και μίσησες τον κόσμο,τους ανθρώπους , τα παιδιά και τα ηλιοβασιλέματα?
Ήθελα να γύριζα τον χρόνο να σου μιλάω για τα αστέρια ,να σου ζωγραφίζω τα χέρια και να μοιραζόμαστε ψωμί με λάδι και ρίγανη.
Πρίν μπολιάσει την αγνή ψυχή σου το μίσος.
Κάθε μέρα χάνω..
Κάποιον ,κάτι, λίγο απο την ελπίδα μου...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

.

Διάφανες σταγόνες φτιάχνουν κόσμους στο δέρμα .
Μια πόλη γίνετε ολόκληρη το λιμάνι των δακρύων της, τα όνειρα σου καράβια στα ανοιχτά.
Ουρανοί ανοίγονται μπροστά σου αγγελούδι μου κι εμείς στα αστέρια θα σου στέλνουμε προσευχές.
Ποιος ξέρει οι λέξεις αργά η νωρίς θα ειπωθούν ξανα,ποιος ξέρει αν ματώνουν τα σύννεφα.
Ηταν ενα χαμογελο ειπαν
Ηταν μια τεράστια καρδια ειπαν
Ηταν οσα ονειρεύτηκε.Ειναι  και θα ειναι παντα .
Ειναι.
Θα ειναι για παντα.

Δεν ξέρω αν ξερεις

Δεν ξέρω να γελάω.
Ξέρω μόνο να κουνάω τα χέρια μου δεξιά κι αριστερά κι έτσι αχαρα να πέφτουν στους ώμους σαν να ήταν βροχή σε αυγουστιάτικο δρόμο.
Δεν ξέρω να μιλάω.
Μόνο να νιώθω όλα όσα ξεσκίζουν τα μάτια μου.
Δεν γνωρίζω αλλά θέλω να σε μάθω.
Δεν με αγγίζουν αλλά πόνεσα πολύ.
Δεν θέλω να θυμάμαι αλλά σαν ταινία ξεδιπλώνονται όλα μπροστά μου.
Ξέρω να αγκαλιάζω και να γεμίζω χρώματα το σκισμενο τετράδιο.
Ξέρω να μετράω δάκρυα και σύννεφα.
Δεν ξέρω αν το ξέρεις αλλά σε σκέφτομαι.
Ναι σκέφτομαι.
Και έπειτα τα χέρια πάλι στους ώμους σβήνουν δρόμους κι οδηγούν σε θάλασσες.
Θέλω να σε μάθω.
Να σε δω.
Να αναπνέω .

panic a fuck

Και οι δυο ειχαν κοινο στοχο.
Να μπουν ο ενας μεσα στον αλλο , εκεινος κυριολεκτικα,εκεινη μεταφορικα( οχι πως η αλληλεπιδραση θα την χαλαγε).
Μετα απο πολλες εισαγωγες,εξαγωγες,απειρα μπουκαλια φτηνου κρασιου και τηλεφωνηματων μεστην νυχτα,νικητης ηταν εκεινος.
Γεματος εμπαινε,γεματος εβγαινε.
Εκεινη?
Αδεια και ανικανοποιητη,απτον οργασμο της σχεσης.
Ηθελε να εισχωρησει στο πετσι του μπαινοντας απτο ματι του(το εβλεπε σε ονειρο σου λεω!)  και κατεβαινοντας απτον λαρυγγα με γογγυτο να κατσικωθει στην καρδια του, αμ δε ομως, fuck buddies.
Τι να κανει , τι να πει, καθως εξαντλησε ολες τις πιθανες "παγιδες" συναισθηματικου μπλεξιματος και ξαπλωσε φαρδια πλατια σε ολους τους καναπεδες των κολλητων της κανοντας ταβανοθεραπεια και εφοσον υπεραναλυσε ολες του τις κινησεις κατεληξε στο να μεινει και να το ευχαριστηθει μεχρι να ερθει εκεινο το παλιαλογο με τον πριγκηπα πανω που ερχετε μαλλον απτην ζανζιβαρη και εχει χαθει (δεν εξηγειται αλλιως).
Η σαρκα αδηφαγα παιδι μου , εκαιγε …