Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νομιζω ονειρευτηκα την ζωη μου.



Ειχε αντοχη στον πονο.
απο τοσο δα παιδακι δεν ξοδευε δακρυα για τον πονο, ουτε στο πρωτο εμβολιο δεν εκλαψε ,ουτε οταν εχασε την μανα, μεγαλωνοντας.
Μοναχα που τον εκανε δικο της τον πονο, καταλαβαινεις? ηταν πιστο σκυλι στην πορτα της ψυχης της που αλυχταγε για ενα της χαδι.
Ετσι ολη της την ζωη την μετετρεπε σε κατι τραγικο, μοναχα ετσι ενιωθε καλα, ηταν οικειο συναισθημα ο πονος, καπως ετσι ξεκινησε να σημαδευει στο σωμα της χαραζοντας το ,λεξεις , ναι μικρες λεξεις που της θυμιζαν μερες ,νυχτες ανθρωπους και στιγμες.
Ηθελε να ποναει για καθε εναν απο αυτους , για καθε στιγμη κι οταν το αιμα κοκκινο ετρεχε τα ματια πλυμμηριζαν συννεφα και η μορφη της αλλιωτικη , στοιχειωμενη απο θυμησες και υποσχεσεις ,με σουφρωμενα φρυδια και γεματη φλεβες και ζωη, γεματη πονο.
Βλεπεις οι ανθρωποι που αγαπησε κατοικουσαν κατω απο το δερμα της.
Δεν ηθελε να πεθανει, οχι.
Ηθελε να ποναει ,ηθελε να τιμωρει τον εαυτο της που ζει χωρις εκεινους, ηθελε να νιωσει ξανα πως ειναι ζωντανη,
Οταν γνωρισε τον Ν. τα πραγματα αρχισαν να αλλαζουν , σαν να χαμογελασε ο ουρανος,σαν να χαμογελασε και εκεινη κρυφα κι ενοχικα.
Δεν πονουσε ,ισα-ισα που ενιωθε κατι αλλο, κατι καινουργιο, ενα πρωτογνωρο συναισθημα αγαλλιασης και χαρας, η αναγκη της να ποναει εξανεμιστηκε μεσα στην αναγκη της να ακουσει την φωνη του, να αγγιζει τα ακροδαχτυλα του και να αργοσβηνει στο σωμα του.
Με κλειστα φωτα, παντα.
Σκοταδι για τις θυμησες και τις λεξεις ,σκοταδι για τα χαραγμενα προσωπα στο δερμα που ηθελε να του δωθει ολακερο, σκοταδια για τα ματια που εκρυβαν μοναχα πονο.
Τα πρωινα ξυπνουσε με το ρολοι δυο ωρες μπροστα για να καλυψει τα γυμνα της χερια μα τα ματια φωναζαν , πεταγαν φωτιες δεν τα εσβηνε ενα ποτηρι  δροσερης χαρας κι ετσι με τον καιρο αποζητουσε τον πονο παλι, σαν ναρκομανης την δοση του , μια γερη δοση ρεαλισμου και συνηθειας, σαν  κερασμα ηρθε ο ερωτας μα μολις χορτασε η κοιλια ξυπνησε η ενεργεια της συνηθειας και ετσι παλι απο την αρχη στα κρυφα , εκει στα σκοτεινα σοκακια του μυαλου επλαθε σεναρια και ιστοριες, ο Ν εφευγε στα ονειρα της ,αλλοτε την απατουσε και καποιες φορες πεθαινε και γινοταν αστρικη σκονη , πονουσε τοσο δυνατα που δεν ηθελε να ξυπνησει , στους εφιαλτες εδινε ζωη, πως να ξεχασει σε μια εποχη η φυση πως μια ζωη μοναχα ξερει να πονα.
Ηταν μικρη βλεπεις οταν ολα εδραιωθηκαν στο μυαλο της, που στα σκοταδια την πλησιαζαν θερια, χερια δικα της να αποφυγει την αρρωστια, μα ηταν τα αλλα πιο μεγαλα πιο βαρια...
Τωρα ο Ν. ξυπναει ,χαμογελαει μα μεστα ματια διακρινει συννεφια, δακρυα κυλουν και το αιμα να λερωνει ενα χαμογελο λευκο σαν παγωνια.
Ηταν απογευμα σαββατου οταν εκεινη ειδε στον υπνο της μαυρα πουλια , ειδε την μανα να κατεβαινει στα σοκακια με το μαντηλι της δεμενο στα μαλλια, ειδε κι εκεινον να ατενιζει ενα μελλον που δεν την χωραγε εκεινη πουθενα κι ετσι να νιωσει ηθελε ζωντανη,
πηρε στα χερια το ξυραφι και εγραφε επανω της σαν να τανε μοναχη, οχι δεν ηθελε να πεθανει, μοναχα μια στιγμη να νιωσει ζωντανη.
Οταν εχασε τις αισθησεις της , την ξεγυμνωσε και στα χερια του την πηγε στο μπανιο, ειδαν τα ματια του μια ολοκληρη ιστορια ,που χε γραφτει πανω στην σαρκα την γυμνη.
Οταν ανοιξε τα ματια της ειδε εκεινον και εναν ηλιο δυνατο μεσα στο στομα του να γνεφει, οι αχτιδες του χρυσιζαν τα μαλλια και σκεφτηκε ποσο ομορφος ειναι..
Συγνωμη ειπε.
Ο Ν. την σκεπασε στα δυο του χερια και της ετοιμασε πρωινο, ισως και μια καινουργια ζωη.
Η ιστορια της θα στολιζε το σωμα μα η ψυχη θα καθοριζε την συνεχεια..

Τωρα ειδες..
Τωρα τα ξερεις ολα..
Τωρα ?
Τωρα ξεκιναει η δικη μας ιστορια που μεσα σου θα χαραχτει με χαρα  κι οταν θυμασαι να θυμασαι την ημερα , που μεσα  σντο σωμα σου εφερνες ζωη..

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

.

Διάφανες σταγόνες φτιάχνουν κόσμους στο δέρμα .
Μια πόλη γίνετε ολόκληρη το λιμάνι των δακρύων της, τα όνειρα σου καράβια στα ανοιχτά.
Ουρανοί ανοίγονται μπροστά σου αγγελούδι μου κι εμείς στα αστέρια θα σου στέλνουμε προσευχές.
Ποιος ξέρει οι λέξεις αργά η νωρίς θα ειπωθούν ξανα,ποιος ξέρει αν ματώνουν τα σύννεφα.
Ηταν ενα χαμογελο ειπαν
Ηταν μια τεράστια καρδια ειπαν
Ηταν οσα ονειρεύτηκε.Ειναι  και θα ειναι παντα .
Ειναι.
Θα ειναι για παντα.

Δεν ξέρω αν ξερεις

Δεν ξέρω να γελάω.
Ξέρω μόνο να κουνάω τα χέρια μου δεξιά κι αριστερά κι έτσι αχαρα να πέφτουν στους ώμους σαν να ήταν βροχή σε αυγουστιάτικο δρόμο.
Δεν ξέρω να μιλάω.
Μόνο να νιώθω όλα όσα ξεσκίζουν τα μάτια μου.
Δεν γνωρίζω αλλά θέλω να σε μάθω.
Δεν με αγγίζουν αλλά πόνεσα πολύ.
Δεν θέλω να θυμάμαι αλλά σαν ταινία ξεδιπλώνονται όλα μπροστά μου.
Ξέρω να αγκαλιάζω και να γεμίζω χρώματα το σκισμενο τετράδιο.
Ξέρω να μετράω δάκρυα και σύννεφα.
Δεν ξέρω αν το ξέρεις αλλά σε σκέφτομαι.
Ναι σκέφτομαι.
Και έπειτα τα χέρια πάλι στους ώμους σβήνουν δρόμους κι οδηγούν σε θάλασσες.
Θέλω να σε μάθω.
Να σε δω.
Να αναπνέω .

panic a fuck

Και οι δυο ειχαν κοινο στοχο.
Να μπουν ο ενας μεσα στον αλλο , εκεινος κυριολεκτικα,εκεινη μεταφορικα( οχι πως η αλληλεπιδραση θα την χαλαγε).
Μετα απο πολλες εισαγωγες,εξαγωγες,απειρα μπουκαλια φτηνου κρασιου και τηλεφωνηματων μεστην νυχτα,νικητης ηταν εκεινος.
Γεματος εμπαινε,γεματος εβγαινε.
Εκεινη?
Αδεια και ανικανοποιητη,απτον οργασμο της σχεσης.
Ηθελε να εισχωρησει στο πετσι του μπαινοντας απτο ματι του(το εβλεπε σε ονειρο σου λεω!)  και κατεβαινοντας απτον λαρυγγα με γογγυτο να κατσικωθει στην καρδια του, αμ δε ομως, fuck buddies.
Τι να κανει , τι να πει, καθως εξαντλησε ολες τις πιθανες "παγιδες" συναισθηματικου μπλεξιματος και ξαπλωσε φαρδια πλατια σε ολους τους καναπεδες των κολλητων της κανοντας ταβανοθεραπεια και εφοσον υπεραναλυσε ολες του τις κινησεις κατεληξε στο να μεινει και να το ευχαριστηθει μεχρι να ερθει εκεινο το παλιαλογο με τον πριγκηπα πανω που ερχετε μαλλον απτην ζανζιβαρη και εχει χαθει (δεν εξηγειται αλλιως).
Η σαρκα αδηφαγα παιδι μου , εκαιγε …