Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2013

Ολα ,πάντα.

Εικόνα
Μια χουφτα αμμο, λιγο ανεμο στα ματια ,κυμα στα ματια του και φιλια τρικυμιες.
Λιγο ουρανο και ενα κομματι γης να σταθουμε για λιγο να αγκαλιαστουμε και να σου δειχνω ενα συννεφο.
Μας ανηκει μονο ο εαυτος μας κι αυτο που γινομαστε μεσα στα ματια εκεινων που αγαπησαμε.
Οσο μακρια κι αν ειμασταν ,τεντωσαμε χερια και καταφεραμε να αγγιξουμε για λιγο ενα ονειρο κι ας ξυπνησαμε με δακρυα στα ματια, θα εχουμε παντα τα μυνηματα που πηρε η θαλασσα, το χερι σου μεστο δικο μου και ενα γελιο κρυμμενο στα βαθη μας.
Δακρυζαν τα ματια ,μην κλεισουν και χασουν τα ματια , στιγμες.
ολα εδω.
Ολα τιποτα.
Ολα παντα.
Ολα εδω.
Σιωπες και ανασες ανακατευτηκαν και οι πεταλουδες ελευθερωθηκαν απτα σωθικα μας, τις κοιτουσαμε για λιγο κι υστερα εγινε μια αγκαλια, ποταμι και δροσιστηκαμε και ηταν φανερο πια πως ξεραμε..
Φυλαξε το γελιο μεσα σου , το χερι μεστο δικο της, τα βοτσαλα στην τσεπη και τα κυματα, τα χρωματα του δειλινου, καθε φορα θα διασχιζεις την στιγμη μας και θα ξυπνας μεσα σου την εικονα που βλεπ…

Magic do exist.

Εικόνα
Μαγεία.
Δεν μπορουσες να πιστεψεις γιατι δεν τους γνωρισες,ποτε κανεις δεν σου μιλησε για εκεινους.
Δεν σε κατηγορω.
Εγω ομως ακουσα να της τραγουδαει οταν ηταν λυπημενη και την ειδα να χορευει για να κανει τα ματια του να αλλαξουν χρωμα.
Περπατησα πλαι τους οταν μονολογουσαν.
Δεν μπορεσαν να με δουν γιατι εβλεπαν με αλλα ματια.
Μερικες φορες δεν υπαρχει εξηγηση,
Μονο συναισθημα.
Μερικες φορες τους ζηλευω.
Την ειδα να σπαει τα δεσμα της και εκεινον να διαλυεται σε χιλιαδες κομματια.
Τους ειδα να αντεχουν.
Τους ειδα να χανονται.
Τους ειδα να γυρνουν και να μην μπορουν να συνεχισουν την ζωη τους ο ενας μακρια απο τον αλλο.
Ειδα αλλους να τους αγγιζουν
Ειδα δακρυα
Ακουσα ψεμματα και ειδα αληθειες.
Την ειδα να γινετε απο μαριονετα,ανθρωπος.
Πριν να αγγιξουν ο ενας τον αλλο ειχαν ζησει χιλιες ζωες μαζι κι ειχαν πεθανει αλλες τοσες.
Τους ακους καθε φορα που το κυμα φλερταρει τον ουρανο, τιποτα ενδιαμεσο μονο βυθος και ουρανος.
Ανυπερβλητη μοναξια το ενδιαμεσο να ξερεις.
Πονος που τσακιζε κ…

Λειψός.

Εικόνα
Αδειαζεις.
Σε κοιταζαν ολοι καθισμενο στο παγκακι, στην μερια σου και αδειαζες.
Πικρη χολη και αναρθρες κραυγες.
Σκοτεινιαζαν τα ματια σου ,καποιος σταυροκοπιεται μα το θεο.
Αδειαζες την καθημερινοτητα σου στο προσωπο της,αλλαζε κι εκεινη οψη , εφτυνες μιζερια και αγανακτηση.
Πεινουσες και κρυωνες και δεν σε αγγιζε κανεις, κανεις δεν σου απλωνε το χερι κι αδειαζες, αδειαζες ολοκληρος.
Και φοβηθηκα.
Ετρεμα μην τελειωσεις και μεινει λειψος ο κοσμος γιατι εσυ τουλαχιστον ηξερες κι ημουν γεματη θυμο και με μαθαινες και σε κοιταζα και ηθελα να μην κρυωνεις , ηθελα να θελεις.
Σου φωναζα μα δεν γυρνουσες το βλεμμα κι εκεινη ειχε παγωσει στον χρονο, ειχε γινει εσυ κι εσυ ησουν εκεινη.
Δυο αγαλματα στην μεση της πλατειας που καθρεφτιζαν τον πονο μας, η οργη τους συννεφιαζε το βλεμμα κι εβρεχε καταπανω μου πραγματικοτητα και τρελα και πνιγομουν γιατι δεν με ακουγες και φωναζα και εβρεχε καταπανω μου ολη την νυχτα και οι σκιες μεγαλωναν,η μνημη ξεθωριαζε και χανοσουν και δαγκωνες τα χειλη να μην…

Αλλη μια μερα που δεν μπορω,χωρις εσενα.

Εικόνα
Μπορω να ακουσω ποιητες να κλαινε και πλανοδιους μουσικους να ζωγραφιζουν χαμογελα στα προσωπα περαστικων.
Μπορω να απλωσω το χερι μου και να μοιραστω μαζι σου ,αυτο που με κανει να στεκομαι ακομα.
Μπορω να γελασω δυνατα στην θεα των παιδιων που πετουν χαρτoνενιες σαιτες στον ουρανο.
Μπορω να αναπνευσω τον δικο σου αερα και να φυσηξω δυνατα καθε σου εγνοια με ενα αγγιγμα.
Μπορω να πεθανω για να ζησεις και να πεινασω για να χορτασεις , μπορω να πονεσω για να μην χτυπησεις και να διεκδικησω τα ονειρα σου.
Μπορω να βγω στον δρομο και να σε υπερασπιστω  μπορω να φωναξω δυνατα, μπορω να κλαψω για ολα τα δεινα του κοσμου.
Ειναι και κατι που δεν μπορω να κανω ομως.
Ειναι εκεινες οι μερες και οι νυχτες που ανταριαζουν μεσα μου η αδικια και η οργη και σου θυμωνω που μενεις αταραχος κοιτωντας με τα αδεια ματια σου.
Ειναι στιγμες που θελω να ουρλιαξω και να ξυπνησω τα ονειρα σου τα αραχνιασμενα, να σου κρατησω το χερι και να σε παω εκει που φοβασαι .
Να σε σφιξω στην αγκαλια μου χωρις να φοβαμα…

The earth has music for those who listen

Εικόνα
Ενα χαμογελαστο απογευμα ξαπλωνει στην σκια της νυχτιας ,δυο φωνες χαμηλωνουν και ενα απεραντο συμπαν κλεβει τα γελια τους.
Ηταν η δικη τους στιγμη.
Η αιωνια ενωση δυο παραλληλων κοσμων, η μοναδικη στιγμη της ενωσης της ημερας με την νυχτα.
Ενα δειλινο ηταν.
Τωρα γελας κρυμμενος πισω απτον εαυτο σου ,αναρωτιεσαι τι να συμβαινει.
Τωρα ζυγιζεις το χτες και σου μενουν και ρεστα.
Σου ειπε να μην σκεφτεσαι μονο να νιωθεις κι ενιωσες να χαμογελας μεσα στο δερμα της , να βυθιζεσαι στον ηχο της βροχης και να μαζευεις χρωματα για να της χαρισεις ουρανια τοξα.
Καθε λεπτομερεια  εχει νοημα και εκεινη στεκεται στην μεση του δρομου, απορημενη με ενα χαμογελο νεογεννητο και ενα λουλουδι στην καρδια που ολο ανθιζει.
Βηματα που σε φερνουν μπροστα της και νοτες γεματες ζωη.
Ηταν η δικη τους στιγμη.
Εγω και εσυ θα ελεγε
Εσυ και εγω απαντουσε.Κι ενα συμπαν που εκλεβε γελια..
Καπου μακρια..

Ειναι εκεί.

Εικόνα
Ηταν εκει
 το πρωι οταν ανοιγε τα ματια της σε μια νιοβγαλτη μερα, ηταν εκει οταν βρωμουσε η ανασα της απο τα τσιγαρα , ηταν εκει στον καθρεφτη οταν εβαζε μασκαρα.
Οταν σερνοταν απο τραπεζα σε τραπεζα κι απο μεσημεριανα διαλειμματα σε  εξοχες και θαλασσες.
Ηταν εκει κι οταν ακουσε ενα τρομερο ανεκδοτο και προσποιηθηκε συσπασεις στο προσωπο της, κι οταν εχασε τον αγαπημενο της αναπτηρα στην γεφυρα με τις παπιες.
Τα post it ειχαν γεμισει το γραφειο της χρωματα, τα μονα χρωματα στην ζωη της με μανιωδεις παρατηρησεις για τον κοσμο γυρω της.
Ειχε αποφασισει να τελειωσει με αυτη την ιστορια.
Ομως ηταν εκει , σε ολες τις αποφασεις τις ,στους δισταγμους και τους ενθουσιασμους της.
Ηταν παντα εκει.
Ειχε γεμισει τις τσεπες τις με reacue remedy και χαπια. Δικλιδα ασφαλειας στα δυσκολα. Στα πολυ δυσκολα. Αλκοολ και εγκλεισμος ηταν η λυση στο φαντασμα.  Για λιγο μεθουσε την θλιψη και κλωθογυριζαν μεσα της χαρουμενες σκεψεις, για λιγο Μεχρι το ξημερωμα και μετα δυο βηματα πισω της.  Ηταν εκει. Δεν καταλαβ…

Ανοιξη.

Εικόνα
Μεινε λιγο ακομα . Μην φυγεις πριν κλεισει τα βλεφαρα πριν μπλεχτει η πραγματικοτητα με το ονειρο σαν κοριτσια που πλεκουν τα ξανθα μαλλια τους στο παραθυρι.. Ηταν ανοιξη και  ελεγες θα την αγαπησει την ανοιξη μα τωρα χειμωνιασε και το σημειωμα γραφει αν δεν βρεις την ανοιξη ,φτιαξε μια. θελει κατι καινουριο θελει κατι χωρις πονο και δακρυα. θελει κατι ετοιμο για εκεινη. Να εισαι ετοιμη ειχες πει. ετουτη η εποχη ειναι δικη της, μεσα στα χαλασματα φυτρωνουν λουλουδια. Τα χερια μουδιασαν να χτιζουν μια ζωη που δεν ηθελε μια ζωη γεματη ονειρα δανεικα γεματη απωλειες και σημειωσεις. Μην φυγεις. Θα σου ζωγραφισει μια τεραστια κουνια στον ουρανο και θα απλωνεις τα χερια στο φεγγαρι τις νυχτες θα μετραει τα αστερια και θα κλεινει τις κουρτινες στις καταιγιδες, θα σου ψιθυριζει νανουρισματα και θα γνεφει στο ηλιοβασιλεμα να σου χαμογελαει. Θα φτιαξει μιαν ανοιξη , ολοδικη σου. Μην φευγεις. Γιατι οταν φευγεις χειμωνιαζει και κρυωνει, τα λουλουδια μαραθηκαν οπως και το χαμογελο της , ανοιγει τ…

Μακρια.

Εικόνα
Ετρεξε μακρια κοιταζωντας συχνα πυκνα πισω της την σκονη που στραφταλιζε στον ηλιο σαν νεραιδα που ξεψυχουσε.
Ετρεχε ωρες πριν φτασει στον εαυτο της.
Το δωματιο γεματο χρωματα και ηχους απο ολες εκεινες τις ερινυες που ειχε κρυψει στην τσεπη της, ολα ξεχυνονταν στους τοιχους σαν σκιες ,σαν προσωπα του παρελθοντος και εξαγνιζε τους φοβους της, ξαπλωνοντας ετσι στα σκοταδια παρατηρωντας τα να χορευουν ολογυρα της.
Ηταν πολυ κοντα στα ορια της χωρις διαβατηριο και φωνη, φως η τρικυμια στην καρδια.
Ηταν μονη με τις σκιες και τα χρωματα ολογυρα και μια συνειδηση ζοφερη που εκτοξευε ερινυες.
Λαβωμενη κειτεται στο πατωμα.
Μην μιλας.
Περπατα στις μυτες.
Μην κλαις.
Θα τρεξει παλι μακρια σου.
Μακρια απο ολους.
Κανεις.
Κανενος.
Μονη.
Χρωματα.
Ηχοι.
Τοιχοι.
Μη.

Θαυμαστικοι

Εικόνα
Οι θαυμαστικοι ειναι οι αγαπενιοι μου.
Ειναι ο βασιλης,ο παυλος, ο τασος,ο νικολας και η γωγω, η αναστασια ο παναγιωτης και ο ιορδανης, ο βασιλης και η μαρια ,η νατασσα, η βασιλικη,η νεφελη,αρτεμις και η μαρινα,η μελιτα ,η σοφια και ο πανος. Η μαριανινα και η φωτεινη.
Η ραφαελα που ερχεται τον μαρτιο. Ειναι κι ολοι αυτοι που δεν χωρουν σε γραμμες και ονοματα.
Αυτοι οι φοβεροι τυποι που με γεμιζουν υπερδυναμεις και χρυσοσκονισμενες χαμογελαστες μερες και νυχτες, αυτοι οι ανθρωπενιοι υπερηρωες μου που σπαζουν τειχη για να με σωσουν απο τις "κλειστες" μου και ζωγραφιζουν ουρανους να στερεωσουν την χαρα μου την απεραντη.
Χοροπηδανε μαζι μου σαν παιδια και απλωνουν κατι χερια σαν λιμανια με ματια φαρους και καρδια προορισμο.
Οι θαυμαστικοι μου ειναι ξακουστοι για τις συνταγες τους και φημισμενοι για τους ωμους-βαλσαμο που ακουμπιουνται σαν μαξιλαρι ετοιμο να δεχτει ονειρα και εφιαλτες.
Ειναι χρωματιστοι
Χαμογελαστοι
Θλιμμενοι
Κουρασμενοι
Ονειρευτες
Πληγωμενοι
Ομορφοι
Παιδια
Και …

Σαν σε ονειρο.

Εικόνα
Σαν σε ονειρο μωρο μου.
Τα πατηματα σου ελαφρια,εβγαλες εναν αναστεναγμο-φορτικο της ημερας που αφησες πισω, γεμισες ενα ποτηρι λευκο κρασι μεχρι επανω και εβγαλες τα παπουτσια σου.
Κοντοσταθηκες στον καθρεφτη και χαμηλωσες τα ματια σου,μερες ειχες να νιωσεις ολοκληρος ,σαν να ελειπε κατι απο πανω σου μα οχι.
Μεσα σου ελειπε.
Ανοιγοκλεισες τα παντζουρια ,ποτισες τα λουλουδια ,ηρθε εκεινη στην σκεψη σου,εκλεισες τα ματια την εφερες κοντα,οχι αρκετα κοντα για να την νιωσεις.
Συνηθισες ετσι απο μακρια και εβαλες και δευτερο κρασι,εστριψες ενα τσιγαρο και στην πρωτη ρουφηξια παλι μπροστα σου εκεινη.
Καπνος φιλε ηταν εκεινη.
Μετρησες χιλιομετρα και μιλια, νοτες και σιωπες κι επειτα πηρες ενα λευκο χαρτι.
Με το μολυβι σου σκαρωσες την μορφη της και αφου εκλαψες σαν μικρο παιδι αποκοιμηθηκες σε οτι απεμεινε απο κεινη.Ηρθε και στο ονειρο με το λευκο της το φουστανι και τυλιξε τα ποδια της στην μεση σου,κρατουσε ενα ηλιοτροπιο και η ανασα της μυριζε ανοιξη, πηρε το κρασι απο το χερι σου και η…

Καρουζελ

Εικόνα
Θελω να ανεβω στο καρουζελ.
Παντα την ενθουσιαζαν τα πολυχρωμα αλογα και οι μεταξωτες κορδελες, τα στροβιλισματα και τα ανακατα παιδικα γελια, ειχε και ενα διαφανο γυαλινο βαζο με ενα τσιγκινο καρο κοκκινο καπακι και ελεγε πως μπορει να μαζεψει μερικα γελια για οταν μεγαλωνε.
Την κοροιδευαν, πολυ την κοροιδευαν ομως δεν την ενοιαζε , ισα ισα καμαρωνε για την συλλογη απο γυαλινα ξορκια -προικα για την ενιλικιωση της.
Δεν ηθελε να μεγαλωσει , παρατηρουσε τους μεγαλους και κρατουσε σημειωσεις απο τα 9 της με συμβουλες λιγο πριν την ληθη.
Δεν ειχε βρει πως εχαναν το γελιο τους και το αντικαθιστουσαν με την υποψια γελιου , σαν ξινισμενο φρουτο παραγινωμενο της εμοιαζαν οι μεγαλοι που η γλυκια τους γευση αντικατασταθηκε με σαπια σαρκα, σαπια μυαλα φορεμενα στο σκληρο εξωτερικο τους περιβλημα.
Οχι δεν ηθελε να γινει σαν αυτους κι ετσι τραβουσε φωτογραφιες καθε τι που θα βοηθουσε να ανατραπει η συμφορα, διαβαζε ποιηματα στον ηλιο και αποχαιρετουσε το δειλινο με μεγαλα ματια εκστατικα , αποκο…

Δειλά ενα δείλι.

Εικόνα
Να ενα απογευμα σαν κι αυτο ηταν κι εκεινο , ετσι μελαγχολικο και γεματο απο καπνο και μουσικη, ζεστο τσαι κανελας και τζιντζερ.
Χτυπησε την πορτα και μπηκε η σκια του μεσα της ,επειτα ακολουθησε το σωμα.
Η σκια εμεινε για πολυ.
Κουβαλουσε ξυλα και κοκκινο κρασι ,ειχε ενα χαμογελο μικρου παιδιου και το ενα απο τα δυο ματια του ελαμπε περισσοτερο.
Την φιλησε στοργικα στο μετωπο και μαγειρεψαν μαζι.
Εβγαλε την κιθαρα και καθησε στο πεζουλι αντικρυ απτο φεγγαρι κοιτωντας το στα ματια.
Εκεινο το βραδυ θα ζηλευε ακομα και το φεγγαρι, εκεινο το βραδυ τον ερωτευτηκε.
Μετα  ταξιδια και απουσιες, χειμωνες και καλοκαιρια.
Ομως καποιο απογευμα σαν και αυτο η σκια του ημέρωσε μεσα της και ξεχυθηκε στους τοιχους του μικρου διαμερισματος..

Κλεισε τα ματια.

Εικόνα
Φυγε οσο ειναι καιρος ελεγε  φυγε τωρα που προλαβαινεις να σωσεις λιγο απο τον εαυτο σου και εκεινος ανοιγε το ντουλαπι και εψαχνε τον καφε, την κοιταζε για λιγο αδιαφορα και της εκανε νοημα να σταματησει να μιλαει.
Φυγε του φωναζε και εσπαζε ποτηρια και πιατα και εσπαζε μεσα της η οργη σαν κυμα σε βραχο, φυγε . Μα δεν εφευγε , ανοιγε την τηλεοραση εκανε ζαπινγκ.
Της εγνεφε καπου καπου να σωπασει και επειτα χανοταν παλι στον μαγικο κοσμο της αναισθησιας.
Οταν την γνωρισα ειχε μακρια ξανθα μαλλια  πλεγμενα σε χρυσαφενιες κοτσιδες και μελενια ματια που μαρτυρουσαν την γλυκοπιοτη λαλια της, την ρωτησα γιατι επεμενε σε μια τελειωμενη κατασταση  και με κοιταξε σαν αποπροσανατολισμενο κουταβι, ανασηκωσε τους ωμους της και αφου ηπιε λιγο απο το κρασι της, τυλιξε γυρω της μια μοχερ κουβερτουλα και αγκαλιασε τον εαυτο της για λιγο, ετσι μου φανηκε .. πως εκεινη την δεδομενη στιγμη , επρεπε να καθυσηχασει το σωμα της..
Τα ποδια της νευρικα χορευαν καποιο ειδος τανγκο κατω απο το τραπεζι και ο …

all those moments will be lost?

Εικόνα
Σου ελεγαν να μην πιστευεις , μα εσυ ησουν βεβαιος πως κατι υπηρχε  για σενα..
Σου ελεγαν , δεν υπαρχει μα εσυ την ακουγες να κλαιει  και να γελαει , την εβλεπες να ουρλιαζει και να σου ψιθυριζει με τον ανεμο λογια ολοδικα σου , την μυριζες καθε ανοιξη μαζι με τα νιογεννητα λουλουδια και την ενιωθες καθε φορα που εβρεχε να κολλαει επανω σου..
Σου ελεγαν εισαι τρελος κι ησουν σταληθεια τρελος για κεινη  , σου ελεγαν πως να σου λειπει κατι που ποτε δεν ειχες , μα δεν σου ελειπε στην πραγματικοτητα , ηταν μεσα σου .
Ηταν κι εκεινη που πιστευε , που δακρυζε καθε ανοιξη και οταν εβρεχε εβγαινε στον δρομο και χορευε σαν τρελη, ηταν κι εκεινη που σε περιμενε και εσφιγγε στα χερια της τις μερες και τις νυχτες ενα αορατο σκοινι που θα σε εφερνε κοντα της.
Σου εγραφε μερες , νυχτες ,μηνες και χρονια μα δεν ειχε διευθυνση ,πολη ,χωρα πουθενα δεν χωραγες και την εψαχνες σε θαλασσες και βουνα, σε πεζοδρομους και στενα δρομακια.
Ηταν κι αυτος ο κοσμος που δεν βοηθουσε και μεγαλωνε τις αποστασεις κ…

Tο κορίτσι στην φωτογραφία

Παρατηρουσε την ιτια απο μακρια πισω απο το τζαμι του λεωφορειου, καθε μερα ιδια διαδρομη, ιδια πληγη.
Τσιγαρο, καφε και στομαχι γεματο νεκρες πεταλουδες.
Μεσα στο λευκο κτιριο με τα χιλιαδες καλωδια και τοις ψυχρες οθονες κρυβοταν ο πιο μοναχικος ανθρωπος του κοσμου πισω απο ενα γραφειο γεματο χαρτινα ονειρα και ενα κομματι ουρανου.
Ονειρευοταν μια μερα να απαλαγει  απο το ανθρωπακι που ειχε μεταμορφωθει  , εκεινο που πνιγοταν μπροστα σε ια λακουβα γεματη νερο στους δρομους της πολης ,που κρυβοταν πισω απο τα τεραστια προτζεκτ του και τον ελαχιστο χρονο.
Μοναχα το screensaver του ηξερε ποιος ηταν πραγματικα  ,ενα καταγαλανο τοπιο δεν ξεχωριζες ουρανο η θαλασσα.. ενα γελιο κρεμασμενο στα χειλη και ενα χερι που κρατουσε το δικο του.
Ενα χερι χωρις προσωπο ,χωρις μυρωδια και ηχο ,,χωρις ματια που δακρυζουν ,κραυγες που αποξενωνουν ,χωρις αγγιγματα που γδερνουν ..
Μπορουσε να γινει εκεινος.
Μπορουσε να ξεπαγωσει καθετι συντηρημενο μεσα του προσεκτικα και να ξετυλιξει τον μουδιασμενο εαυ…

Εξημερωσε με

Εικόνα
Ενα ηφαιστειο μεσα σου, το ακουω να κοχλαζει απο την αλλη ακρη του τηλεφωνου.
Δεν σε βλεπω μα τα δακρυα σου φυτρωσαν μια αμυγδαλια  μεσα μου, που ολο ανθιζει την ανοιξη για να δροσιζει την μικρη μας αγαπη.
Κι αφου καιγομαι και κρυωνω ,ξυπναω και αποκοιμιεμαι στις αποστασεις μας , σου κλεινω τα ματια με ενα συννεφο να μην δεις τα πουλια που χανονται, μην φοβηθεις να πεταξεις μακρια.
Μικρες χαρες  και λυπες που θα ζησεις και δεν θα ειμαι εκει  να σου δινω φιλια που αργοτερα θα κρυβεις στην καρδια σου για παντα οπως οταν ησουν μικρος θυμασαι?
Καθε φορα που εφευγα σου εστελνα  με ενα μικρο φυσημα και το επιανες στον αερα και το εκρυβες εκει αριστερα στο στερνο σου.
Επειτα σκαρφαλωσες στα ποδια του για να με φτασεις και χορεψαμε εκεινο το τανγκο που δεν εμοιαζε καθολου με τανγκο , ενα σπαρακτικο διημερο ηταν μεσα στην αγκαλια μας που ταξιδεψαμε χωρις να κουνηθουμε.
Και φτασαμε ? δεν εμαθα ποτε τον προορισμο μας.
Και γνωρισαμε ο ενας τον αλλον?η  με βηματα μικρα σαν την αλεπου του μικρου π…

your hand in mine.

Εικόνα
Να σου πω μια ιστορια?
Πρεπει να κοιμηθεις το βλεπω μα ακουσε την ιστορια μου.. Μην ανοιγοκλεινεις τα βλεφαρα , μιλησε μου δεν σε αναγνωριζω πια.
Η ιστορια μου θα σε ανακουφισει , αφησε το μυαλο σου να την δημιουργησει, κοιταξε με στον καθρεφτη το εχω αναγκη.
Ητανε λεει νυχτα και τα αστερια αυτοκτονουσαν στα ποδια της καθως ανεβαινε εκεινη την γελαστη ανηφορα, ο ουρανος της εριχνε κλεφτες ματιες και οι σκιες τραγουδουσαν ψιθυριστα μετον ανεμο να κανει πρωτη φωνη.
Η πορτα ηταν μισανοιχτη και τα φωτα σβηστα  την εσπρωξε και μπηκε μεσα, εκεινος ελειπε  , μια κουπα καφε και ενα τασακι γεματο τσιγαρα, οι κουρτινες χορευαν και απο εξω εμπαιναν ασημενιες χορδες που μαστιγωναν τους αδειους τοιχους.
Ηταν εκει κα η φωτογραφια της , επανω στην βιβλιοθηκη διπλα απο ενα βιβλιο που ειχε τιτλο , η μοναξια ειναι απο χωμα.
Πηρε στα χερια της την κορνιζα και κοιταξε για λιγο το ειδωλο της , εμοιαζε τοσο ξενη , τυλιγμενη σε μια μοχερ εσαρπα και με χειλια σφιγμενα εμοιαζε ολοτελα χαμενη.
Και βρηκε την θ…

Χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο..

Εικόνα
Ξυπνησε με ενα μελενιο χαμογελο στα χειλη , καπου μακρια καποιος αγαπαει και στο ονειρο το μοιραστηκε μαζι της.
Κλεισε παλι τα ματια σου , μετρησε μαζι μου συννεφα κι ας μην εισαι εδω , ειναι δωρο η μερα αυτη οπως και καθετι καινουργιο.
Μην ξεχασεις την αδικια , μην ξεχασεις τα ματια μου οταν αντικρυζαν τα δικα σου , θυμησου να εισαι ανθρωπος.
Σημερα θα τρεξεις στην θαλασσα , θα γεμισεις αλμυρα χαδια τα μαλλια σου ,θα μαλωσεις με τον βορια και θα δακρυσεις μπροστα στον κατακοκκινο ουρανο το δειλι, σημερα δεν θα ειμαι εκει αλλα θα μυριζω την αλμυρα και θα σου χαιδευω τα μαλλια , θα δακρυζω το δειλινο και θα χορευω στην βροχη.
Αυριο θα σιχτιριζεις τους καιρους ,θα βυθιζεσαι στον καναπε σου ,θα φοβασαι να κοιταξεις εξω απο το παραθυρο σου , θα κοιμασαι ξυπνητος.
Αυριο μην ξεχασεις το χθες ,θυμησου την θαλασσα , τον ηλιο που σβηνει , θυμησου εμενα , εσενα, ολους εκεινους που ξερουν να αγαπουν , ονειρευονται, φοβουνται ..
Χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο ικετεψε..
θελω λιγο απτο κοκκινο  ισως …

Υπερεγω.

Εικόνα
Ενταξει το παραδεχομαι καποιες φορες την φοβομουν.
Καποιες με νευριαζε ετσι οπως καπνιζε τα βαρια τσιγαρα της, μυριζα ως το κοκκαλο τον λευκο πυκνο καπνο της πανω μου και δεν ηθελα τιποτα δικο της πανω μου.
Υποτιθεται πως θα επρεπε να την αγαπω, να την σεβομαι και κυριως να ειναι προτυπο , ομως τιποτα δεν υποτιθεται με μενα.
Μουρμουριζε μερα νυχτα κατι σαν προσευχη και εκλεινε τα ματια σε καθε πιθανο κινδυνο η ημιτρελη, ολα αλλωστε κινδυνοι ηταν, γιαυτο δεν ζουσε.
Της φωναζα ζησε, της ουρλιαζα αργοτερα πως ειναι νεκρη μα δεν με κοιτουσε, δεν μιλουσε μοναχα εβαφε τα χειλια της ,κατακοκκινα για να με εκνευριζει περισοτερο με την απουσια της.
Ελεγε ψεμματα, επλεκε ιντριγκες , ελεγε πολλα , παρα πολλα , με πονουσε το κεφαλι μου , εκλεινα τα αυτια μου στα ψεμματα της.
Πηγαινοεφερνε τον εαυτο της ασκοπα αλλοτε σε υπογεια επαιζε μονοπρακτο το δραμα της κι αλλοτε εκανε την χαρουμενη σε παρκα και πλατειες, επινε καφεδες και καπνιζε αρειμανιως.
Ηθελα να της πω τοσα πολλα μα δεν ακουγε παρα μον…

Ακομα κι αν ξεχασεις, ζησε.

Εικόνα
Εμοιαζε να περιμενει κατι, σκεφτηκα ενα λεωφορειο , εναν φιλο κατι.. ομως δεν περιμενε καποιο μεσο μεταφορας η ανθρωπινο ον , περιμενε να επιστρεψει απο τον ιδιο της τον εαυτο. Εμοιαζε χαμενη μα ηξερε ακριβως που στεκοταν, θυμοταν το ονομα μου και ελεγε ιστοριες απο οταν ημουν μικρη, τοσοδενια συνηθιζε να λεει , τοτε που τα μελανιασμενα γονατα εκρυβα φορωντας μακρια παντελονια και λουλουδια παντα στα μαλλια. Χαμενη σε εναν κοσμο αλαβαστρινο , ευθραυστο ολοδικο της η Μ, ειχε ξεχωρισει τις αναμνησεις και ειχε κρατησει καποιες εικονες, ολα τα υπολοιπα τα ειχε αφανισει , ελεγε τα ειχε πνιξει στην ληθη. Δεν την θυμομουν, ουτε καταλαβα ποτε μου αν πραγματικα ειχε μνημες απο την παιδικη μου ηλικια, ομως καθε φορα που την συναντουσα ολοενα και πιο πολυ με επειθε πως ειχαμε κοινο παρελθον η καποιο κοινο μελλον, η μια τυχαια σιγμη που θα κοιταζομασταν βαθεια στα ματια και θα μας εδενε για μια ζωη. Η στιγμη , η μοναδικη στιγμη που ξεγυμνωνεται στα ματια σου ο πιο ξενος ανθρωπος στην ζωη σου και…
Τα παιδια ετρεχαν στην πλατεια και στο λιμανι της πατρας εφτανε καραβι απο την κεφαλονια, οταν ο μικρος βασιλης αφησε ενα μπαλονι λευτερο ειπε, να συναντησει τα πουλια..
ο ηλιος ειχε ενα πορφυροκοκκινο κοκκινισμα στα μαγουλα και η θαλασσα επλεκε μυθους για τα ονειρα μας, ο πεζοδρομος της αγιου νικολαου στολισμενος σαν γιορτη και ο κοσμος ανεβοκατεβαινε σαν σταθμη.
κανεις δεν ενοχλουσε τον σταθη , μοναχα αγοραζαν τα μοσχομυριστα καστανα του και ακουγαν τα τραγουδια του που εβγαιναν ψιθυριστα απο το στομα του σαν ντροπαλα κοριτσια.
ειχε σπουδασει  ειπε, μουσικη  κι εγραφε στιχους , μια κιθαρα στα δεξια του.
τον παρακαλεσε αρκετες φορες να παιξει κατι μα αρνιοταν πεισματικα , κοκκινιζε ολοκληρος (ναι υπαρχουν ακομα ανθρωποι που κοκκινιζουν ) .
θυμηθηκε οταν ηταν μικρη , νηπιαγωγειο πηγαινε οταν εμαθε το τραγουδι του καστανα και στην αγκαλια του πατερα σε μια εκδρομη στον πορο αρχισε να τραγουδαει καστανακια , καστανακια για μικρα καλα παιδακια και πηρε ενα ζουμερο ,ζεστο φιλι απο την μα…

A sunday smile

Εικόνα
Σπαταλήθηκε μέσα σε αδιέξοδα ερωτηματικά και σιωπή.
Ανέτρεξε στο όψιμο παρελθόν για να  βρεί αλήθεια.
Μάταια, όλα.
Κατοικούσε στον ίδιο βασανιστικό εαυτό χρόνια τώρα, φορώντας το ίδιο φυστικί πουλόβερ κάθε τέτοια εποχή. Το πουλόβερ που είχε αφήσει πίσω του εκείνος. Κάποτε μοιράστηκαν τον ίδιο ενθουσιασμό για τον ήχο της βροχής, τα διάφανα φτερά της πεταλούδας και τον έναστρο ουρανό, μύρισαν τα γιασεμιά και φύτεψαν μια  λεμονιά στο μπαλκόνι, κρατήθηκαν απο το χέρι και περπάτησαν τον ερωτά τους σε σκοτεινά δρομάκια και σε θάλασσες αγριεμένες, γεμάτες αλμυρά φιλιά και ήλιο.
Είδαν κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα και σύννεφα που ήξεραν να χαμογελούν , βίωσαν απογέυματα κυριακής χωρίς ίχνος μελαγχολίας και έπειτα ήρθε η θλίψη κι έγινε συγκάτοικος.
Νύχτωσαν οι αναμνήσεις κι αποκοιμήθηκαν.
Ξεθύμαναν και οι μυρωδιές, στέγνωσε και η βροχή, μόνο τα μάτια έμειναν..
Και το πουλόβερ που ήταν τρανταχτή απόδειξη πως υπήρξε εκεί έρωτας.
Πως υπήρξαν ηλιοβασιλέματα και οργασμικά σαββατοκύριακα ,αστέρια και η…

Να πιστεψουν κι αλλοι..κι αλλοι..

Εικόνα
Θελεις να καθησουμε στα βοτσαλα? Δυο κοριτσια , ενα μελαγχολικο κι ενα με θαλασσενια ματια. μουσικη υποκρουση το φεγγαρι και η σιωπη του , πυροφανια σκιζουν την μαυρη θαλασσα με τις ασημενιες ανταυγιες.. Χερια που ξερουν να κρατουν και λεξεις μπερδεμενες, προσωπα ερχονταν και εφευγαν στα ατελειωτα σεναρια τους μα εκεινες σφιχταγκαλιασμενες κατεληγαν παλι στην μαγεια.. Πιστευουμε θα ελεγε το θαλασσενιο κοριτσι και μπορουμε.. Μια φωτια σαν ψευδαισθηση μπροστα τους και μεσα τους , κοιταχτηκαν σαν να ειχαν απαντηση σε ολα τα γιατι τους. Ο ουρανος αλλαξε χρωμα στα ματια τους κι απτο βαθυ σκοταδι του , ενα φαναρακι σαν ευχη πετουσε πανω απο τα κεφαλια τους. Χαμογελασαν και επειτα ξεσπασαν σε γελια. Τουλαχιστον , πιστευαν.. Η μαγεια υπαρχει..  Η μαγεια ειμαστε εμεις..

Αιμα οπως εφιαλτης.

Εικόνα
Αραχνιασμένα όνειρα στριμώχνονται στο μαξιλάρι μου. Το δωμάτιο  μυριζει φθινοπωρο και εφιαλτες. Αιματοβαμμενη εποχη , χιλιαδες ενοχοι . Χερια γεματα ερινυες. Περιμενω την εκρηξη , εκτοξευοντας το κεφαλι γυρω απτο σωμα , ιδιος δορυφορος. Μια εβδομαδα θρηνος εξω και μεσα μου. Εχω την εικονα σου στα ματια μου, θυμαμαι την φωνη σου βραχνη να μην αντιστεκεται , θυμαμαι τα χερια σου να δινουν. Περασαν χρονια πριν χρειαστει να ακουσω ξανα το ονομα σου, πριν να αντικρυσω για τελευταια φορα την μορφη σου, εξω απο την μουσικη σου ησουν παλι μουσικη τοτε και τωρα και για παντα σου ειχα πει.. Μερες που σκιζουν συνειδησεις , νυχτες γεματες τρομο και τασεις φυγης. Πνιγομαι στην ιδια μου την απραξια. Πως φτασαμε εως εδώ? Νιωθω σαν μαριονετα και θελω να κοψω τα αορατα δεσμα , θελω να βγω εκει εξω και να ενωσω την φωνη μου με εσενα , θελω να υψωσω τα ματια στον ουρανο και να σε δω να μου χαμογελας στα συννεφα , διψαω για δικαιοσυνη. Διψαω για λευτερια. Μια σκεψη σου ακουμπησε στα μαλλια μου από το αν…

Λαβύρινθος.

Εικόνα
Μιασματα.
Στεκονται πανω απο το νεκρο σωμα και γλυφονται σαν τα κορακια.
Ξεπουλαει  ο φονος? ξεπουλαει η φτηνια της ψυχης τους?
Ενας ασυρματος κοσμος.
Μονο αυτο εχεις?
Μουδιαζω.
Φοβαμαι. παλι.
''Μου χες πει πως θα ερθει καποια μερα οτι αντικρυζω θα το ερωτευομαι'', τελικα δεν το βλεπω..
Σου μοιαζω αλλη φωναζεις, ξερεις κατι? ειμαι αλλη.
Αναρωτιεμαι αν ποτε σου επιασες πατο, αν εφτασες στο σημειο εκεινο που βλεπεις τα παντα γυρω σου απο κατω προς τα πανω, σαν το φως να μην φτανει σε σενα , μητε ο ουρανος.
Σαν να εισαι μικρος , μικροσκοπικος και να σε ξεχασαν πισω απο μια κλειστη ντουλαπα.
Εισαι μπαλαντερ.
αυτο εισαι.
Δεν νιωθεις ειμαι σιγουρη παρα μονο πεινα και  διψα. Τιποτα αλλο.
Συγχωρεσε με που δεν ειδα νωριτερα τον αληθινο σου εαυτο, συγχωρεσε με αλλα ημουν απασχολημενη να χανω τον εαυτο μου καθημερινα.
Ομως εδινα.
Κι εδινα.
Και ραγισα και επιασα πατο.
Και συναισθανθηκα και χαθηκα σε λαβυρινθους δικους σου , δικους τους.
Τωρα κοιταξε με , εφτιαξα τον δικο μου λαβυ…

Υποσχέθηκες.

Εικόνα
Πλησιαζε καθε μερα και πιο πολυ.
Μικρα δειλα βηματα προς το μερος της.
Τα βοτσαλα ειχαν αφησει αποτυπωματα στα γυμνα της ποδια και ενας αερας μανιασμενος επαιζε με τα μαλλια της.
Ελεγαν πως ηταν τρελος,πως τα λογικα του τα πηρε η θαλασσα,πως μιλουσε με τα αστερια και χορευε τις νυχτες σε αδειανους δρομους,πολλα λεγονταν.
Δεν ηξερε γιατι αλλα ειχε συνδεθει με εκεινα τα αθωα ματια του.
Ενιωθε το ζεστο βλεμμα του να χαιδευει τα δαχτυλα των ποδιων της να ανεβαινει στα γονατα και επειτα ισια στα ματια.
Συναντιοντουσαν στο στενο, κοντα στο παρκινκ ,εκει που το απεραντο σκοταδι εκανε τα αστερια να λαμπουν πιο δυνατα κι απο τα ματια των ερωτευμενων. κλεφτα φιλια και αγκαλιες σφιχτες που ξεριζωναν λιγο λιγο την προηγουμενη ζωη της. Τον ηθελε επανω της σαν ηλιο να στεγνωσει τα δακρυα της,να ζεστανει την καρδια της που εμοιαζε να ειναι σε καταστολη. και το εκανε. απλωσε τα χερια του και την κρατησε στην αγκαλια του σαν θαυμα,σαν να μην πιστευε πως την κρατουσε. Δεν επρεπε κανεις να μαθει. Κλεφτες ματι…

Πλεόνασμα

πλεόνασμα αυτό (η ποσότητα, το ποσό) που περισσεύει, που είναι περισσότερο από το κανονικό, το απαραίτητο.
Περισσέυω.. Όλο και περισσότερο ενιωθε να περισσευει σε μια εποχη που καθολου δεν της δινοταν. Μιλουσαν για πλεονασμα οταν  ολα εμοιαζαν να στερευουν , το ολον εμοιαζε να ειναι λιγοτερο κι απο την αντοχη, η ανεχεια ειχε γινει φιλη -σκια και οι δρομοι,  οι δρομοι που αλλοτε την απελευθερωναν , ηταν γεματοι απο ανθρωπακια μικροσκοπικα στα ματια της που υποκρινονταν πως τρεχουν, ζουν.. Στην καθοδο της πλατειας ξεχωριζες ματια κουρασμενα , τα φαναρια δεν εμοιαζαν να σταματουν την μερα και η αναπνοη της επαιζε ταμπουρλο στο ηλιακο της πλεγμα. Αυτη την μερα, σκεφτοταν θα την κανω καινουργια. Θα πηγαινε σε μια νεα συνεντευξη για δουλεια , με χαμηλωμενα ματια και δανεικα ρουχα απο την Ν , θα κρατουσε το παγωμενο της χαμογελο και θα ξεσκονιζε το βιογραφικο της απο το χρονοντουλαπο της προηγουμενης ζωης της. Μιας ζωης γεματη απο εκεινη, φωτογραφιες απο εκδρομες και χαμογελα ζεστα σαν ηλιοι…

Μου το πες με τα συννεφα.

Εικόνα
Οσα συννεφα κι αν ρωτησεις κανενα δεν προδιδει την βροχη,ελεγε.
Μεθυστικος λογος,μυρωδια απο  λιβανι και λεμονι.
Προσωπο μεστο γεματο διακλαδωσεις που μαρτυρουσαν την πορεια της ζωης του εως και σημερα. Τον συναντουσα στην  πλατεια γεωργιου διπλα απο το συντριβανι.
Παντα δειλινο.
Ιδια ωρα,σακουλα με ψιχουλα για τα περιστερια και παγκακι.
Κοιταξε τα μου ελεγε, καποια απο αυτα δεν πετουν , καποιοι λενε για εκεινα ασχημα πραγματα, ειναι βρωμικα και γεμιζαν τα ματια του φλογες πυρινες.
Κι αυτος που ζει στον δρομο κοριτσι μου σπασμενα φτερα εχει και δεν μπορει να πεταξει και βρωμαει ως το κοκκαλο μα η καρδια του καθαρια πιοτερο κι απο δροσερη πηγη που ανταμωνει με την στερια και την ξεδιψαει να ανθισει απο μεσα της η ομορφια..
Υπαρχουν ανθρωποι; τον ρωτησα.
Με κοιταξε βαθεια στα ματια και σωπασε, μια σιωπη ολοδικη μας.
Μοιραστηκαμε ζεστο κουλουρι απτον κυρ γιωργο και περπατησαμε ως το λιμανι.
Πεθυμησα το ηλιοβασιλεμα μου ειπε και του εξηγησα την εμμονη μου.
Κανω συλλογη του ειπα, απο ηλιο…

Μερες παραξενες. ( http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4922 )

Εικόνα
Δανεικά τσιγάρα και μισοτελειωμένη μπύρα στο χέρι. Κατέβαινε την κανιγγος και μιλούσε μοναχός του. Τραχύ βλέμμα και χιλιοειπωμένα λόγια. Συναντηθήκαμε στην στάση του μέτρο. Με κοίταξε για μια στιγμή και έπειτα γέλασε δυνατά . ύψωσε ένα δάχτυλο  και φώναξε -χίλια χρώματα , χίλια αρώματα μα εγώ δεν σε ξέχασα ποτέ. Άλλαξα  χίλια χρώματα. Είχα και τα θέματα μου βλέπεις  δεν μου άρεσε ποτέ να είμαι το κεντρικό θέμα. Υστέρα χάθηκε . Κουβαλούσα επάνω μου λίγα κογχύλια και ένα μενταγιον- φυλαχτό , δώρο της αδερφής μου. Καμωμένο από λάβα, λάβα ηφαιστείου. Το έσφιγγα ενστικτωδώς στο χέρι μου, το δεξί πάντα σαν να πατούσα κάποιο μαγικό κουμπί που θα έφερνε μπροστά μου  το καλοκαίρι. Η τον εαυτό μου μέσα του. Δεν με καταλάβαιναν. Με  κοίταζαν αλλά δεν έβλεπαν μέσα μου. Που πάει όλος αυτός ο κόσμος πάντα αναρωτιόμουν και τους παρατηρούσα μέσα σε γραμμές τρένων να χάνονται έξω απτό παράθυρο. Δεν θα τους έβλεπα ποτέ ξανά. Χιλιάδες άγνωστοι που δεν υπήρχε κάποιος λόγος για να τους φέρει κοντά μου. Π…