Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Χαρμολύπη

Στα σπασμενα παραθυρα και τις ραγισμενες καρδιες , στους ψιθυρους και τις καληνυχτες που γιναν μηνες και δευτερολεπτα.
Στις αποστασεις και τα ζεστα χερια στο μετωπο, στα κλειστα ματια και τα νεογεννητα ονειρα, στα δακρυα και τους μεταξενιους ουρανους.
Στα ψεματα και τις αληθειες , στο τρενο που εφευγε και το χαμογελο σου που δεν προλαβα..
Στα μικρα και στα μεγαλα λογια, στα αντιο και στην θλιψη του σαββατου, στην θαλασσα και στα αστερια που σε θυμιζουν , στην ανασα που κοβεται και στο καρδιοχτυπι.
Στα γιατι και στα τοτε, στο σημερα και στο αυριο , στο ποτε σου και στο καποτε.
Στις αγκαλιες και τους αποχωρισμους , στα γελια των παιδιων και στο λιμανι, στα ματια σου, στα ματια μου..
Χαρμολυπη.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ευθραυστη

                                      Στα πολυχρωμα λαμπιονια και στο παιδι που κρατουσε το χερι της, παρηγορια. Στα ασκοπα ξενυχτια και στις λεξεις της που πλυμμηριζαν λευκα κελια.
Παρηγορια.
Κι επειτα οι νυχτες ,θερια που κατασπαραζαν καθε χρωμα, αφαιμαξη και λυτρωση μαζι, πως να στο εξηγησω;
Και οι μερες να κυλουν σαν βροχη και να μουσκευουν καθε σκεψη.
Η βροχη , που εμαθε να αγαπαει .
Η βροχη και τα αστερια, τοσο σου ειχε μιλησει για ολα αυτα αλλωστε.
Κι εσυ γελουσες και εκλαιγες γιατι ηξερες ποσο ευθραστη ειναι.
Ευθραστη μεσα στον καταγαλανο ουρανο της , με τα θερια νυχτες της και τα αστερια που επεφταν στα μαλλια της καθε φορα που αγαπουσε οτι ανεπνεε βαθεια.
Κι αυτη η ακατασχετη πολυλογια στα ονειρα της , τοσοι μικροι θανατοι και καθε ξημερωμα να ανοιγει τα ακρινοβλεφαρα και να στολιζεται με ηλιο κι ας βρεχει.
Ευθραστη και μοναδικη την ελεγες.
Βουτουσε τον ηλιο μεσα στην βροχη και ελαμπε μεστο καθαριο χαμογελο της κι ας την περιμεναν οι νυχτες, παντα ειχε την μερα.
Ποιος θα νικουσε ποτε δεν θα μαθαινες ισως ουτε εκεινη , κανεις, ποτε ,πουθενα , ομως ετοιμοπολεμη εσφιγγε το χερι σου πριν ορθωσει το αναστημα της και χαθει στο σουρουπο.
Να ονειροπολει καθισμενη στα γονατα, ακινητη ,λιγο σαν νεκρη πριν ακουσει τα βηματα σου και αφησει το φως να στεγνωσει στα χερια της που επεφταν ανημπορα στην γη
Ανημπορα και τρεμαμενα  με εναν κοσμο που δεν χωρουσε μεσα τους.
Ευθραυστα.
Κι επειτα η νυχτα.
Μην μιλας  αποκοιμηθηκε..