Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η βολτα

Μικροσκοπικες σταγονες βροχινης θλιψης και ενας αερας σαν δυσθυμια , οριζοντας βαμμενος από κοκκινες πινελιες ματωμενου ηλιου και μια θαλασσα , ανοιχτα χερια.
Κατευθυνθηκε εκει χωρις να θελει ουσιαστικα να γινει μαρτυρας μιας θυμησης.
Καθησε σιωπηλα διπλα της , δεν ειχε λογια να της κεντησει υποσχεσεις μητε δυναμη ,τα χερια της ετρεμαν .
Ενας κοσμος ολογυρα που συνεχιζε να αναπνεει, να ζει να προχωραει , όμως εκει ο χρονος ειχε παγωσει και η βροχη δυναμωνε.
Δεν κουνηθηκαν από τις θεσεις τους.
Δυο μουσκεμενα παραπονα και δακρυα που ενωθηκαν με την βροχη, βλεμματα και ανειπωτες υποσχεσεις, ειχε τελειωσει.
Όλα ειχαν τελειωσει μεχρι και ο ηλιος που βυθιστηκε στο μαυρο του ουρανου.
Όταν ανοιξε το στομα της τα ματια της εμοιαζαν καινουργια , ειπε
-καπου που να μην ξερουμε
Και σηκωθηκε κρατωντας της το μουσκεμενο χερι, ένα χερι που εκλαιγε μεσα στο δικο του.
Περπατησαν για ωρες σιωπηλοι,
-θα μου πεις το ονομα σου?
Πραγματικα ποτε μου δεν καταλαβα αν μας αντιπροσωπευουν τα ονοματα μας , ειπε και αγνοησε την ερωτηση του, του εσφιξε ακομα πιο δυνατα το χερι και τον τραβηξε στον παραδρομο, κοιταξε εκει ειπε και εδειξε μια ιτια κλαιουσα .
 
«Κυλούσε το νερό/ και στον καθρέφτη του γυαλίζονταν ιτιές/ τα πλούσια τα μαλλιά τους λούζαν λυγερές./ Και τα σπαθιά τ’ αστραφτερά τους/ χτυπώντας στους κορμούς/ καλπάζαν κατακόκκινοι μες στους δρυμούς/ καλπάζαν προς τη δύση/ μεθύσι!…Και τότε ξάφνου/ σα το πουλί το λαβωμένο/ το πληγωμένο στο φτερό του/ γκρεμίστηκ’ ένας καβαλάρης/ απ’ τ’ άλογό του. Δε σκλήρισε τους άλλους που ‘φευγαν δε ζήτησε/ τα βουρκωμένα μάτια του εγύρισε/ μονάχα για να δει/ τα πέταλα που ’λάμπαν./ Το ποδοβολητό εσβούσε μες στη φύση και τ’ άλογα/ εχάνονταν στη δύση!/ Καμαρωτοί εσείς καβαλαρέοι/ Ω κόκκινοι κι αστραφτεροί καβαλαρέοι/ καβαλαρέοι φτερωτοί καμαρωτοί ωραίοι!…

Μ’ ίδιες φτερούγες πέταξη η ζωή που ρέει!/ Ο φλοίσβος του νερού σταμάτησε, εχάθη/ οι ίσκιοι εβυθίστηκαν στου σκοταδιού/ τα βάθη τα χρώματα σβηστήκαν/ στα μάτια του τα πένθιμα/ 
τα πέπλα κατεβήκαν/ και της ιτιάς η φυλλωσιά/ χαϊδεύει τα μαλλιά του!/ Μη κλαις ιτιά μου θλιβερά/ και μη βαριοστενάζεις/ πάν’ απ’ τα σκοτεινά νερά/ το δάκρυ μη σταλάζεις./ Ω μη στενάζεις με σφάζεις».(ναζιμ χικμετ)




Ειχε πια νυχτωσει για τα καλα, του αφησε το χερι και πλησιασε στο προσωπο του, εχεις ομορφα ματια ειπε και τα χειλη της αγγιξαν τα δικα του.
Σε ευχαριστω για την βολτα.
Δεν θα μου πεις το ονομα σου?
Ιτια, ιτια κλαιουσα..

Δεν συναντηθηκαν ποτε ξανα όμως κάθε φορα που περνουσε από εκεινον τον παραδρομο ενιωθε την θερμη της στα χειλη του..

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου