Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Αγαλματακια ακουνητα , μερα ή νύχτα;

Οι πιο ομορφες ιστοριες γραφονται στα πιο ασχημα μερη και οι πιο ζεστοι ανθρωποι κρυβονται στα πιο παγωμενα βλεμματα.
Τα πιο πλουσια βραδια μας στις πιο φτωχες γειτονιες και τα ηχηρα δακρυα τα κρυψαμε στα γελια μας.
Κρατησαμε χερια αγνωστα γεματα ροζους που δεν μας αφησαν ποτε ξανα και γευτηκαμε αλμυρα και ηλιο σε δωματια κατω απο την γη.
Οι υποσχεσεις που ραγισαν , τα σαγαπω που ξεθωριασαν στο μπαλκονι σου και οι σιωπες που σε ξελογιασαν εκεινο το κατακοκκινο απογευμα.
Οι φιλοι που σταθηκαν κι οι φιλοι που χαθηκαν, τα αστερια που τρεμοπαιζαν κι οι σκιες που με κυνηγουσαν.
Ολα για μια αγκαλια.
Ολα κι αλλα τοσα θα εδινες για να δεις το δερμα σου να ανασηκωνεται, ολα.
Για μια αγκαλια.
Ενα, δεν εισαι μονος κι η κουραση απο τα ματια τους πουλι ταξιδιαρικο..
Ολα και τιποτα σε εναν κοσμο δανεικο.
Κροταλιζαν τα δοντια και ο θυμος σαν ανθρακικο μας εκαιγε τα ματια , ομως παλευαμε το θεριο, ο καθενας το δικο του κι αλλοτε ολατα θερια παιδια που πιανονταν στα χερια.
Αγαλματακια ακουνητα, μερα η νυχτα;

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Ημουν εκεί.

Ειναι κι αυτες οι μικρες ιστοριες που γυαλιζουν τις μυχιες σκεψεις σου και σε βλεπω να χαμογελας πισω απο καθε αποσταση που χωριζει τα χερια.
Ημουν εκει οταν δεν κοιταζες ,θα μαι εκει οταν με ενα δακρυ μου θα ξεπλενεις την νυχτα, θα ειμαστε μαζι κι ας μην το πιστευεις τωρα.
Ειναι παγιδα ο χρονος και μην φοβασαι.
Την νυχτα τα αστερια μας ακολουθουν κι ειναι μακρυς ο δρομος, ο αερας χαιδευει  τα κουρασμενα βηματα σου και ας μην θυμασαι , ειμαι πισω σου.
Ειμαι μπροστα σου.
Κλεισε τα ματια.
Θυμησου.
Ειμαι μεσα σου.
Αδειασε μια θαλασσα στα ματια σου , νομιζες πως δεν κοιτουσα μα εβλεπα τον βυθο σου και σου εγραφα στιχους στα ονειρα.
Ηξερες , παντα ηξερες πως οι δρομοι τεμνονται , πως θα ερχοσουν.
Ηξερες κι ας μην φωναζες το ονομα μου εγω σε ακουγα.
Κοιτα τα δεντρα ,υποκλινονται στην θλιψη μας κι επειτα μοιαζουν φθινοπωρο οι υποσχεσεις μας, μα θα ανθισουμε αγαπη μου να μην φοβασαι.
Μιαν ανοιξη.
Ημουν παντα εκει κι ημουν και δεντρο και δακρυ και προσευχη , ημουν συννεφο ,θαλασσα και ενα νησι.
Ημουν χειμωνας και η ανοιξη θα ρθει.
Να μην φοβασαι.

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 10.

Παραξενη ησυχια.
Δεν ηξερε αν αντεχε τις φωνες και τα γελια που ξεβραζε η θαλασσα, αν αντεχε να πεθαινει οταν αλλοι ζουσαν.
Καλοκαιρι.
Μεσα της κρυο και σκοταδενια μονοπατια με εκατομυρια αστερια.
Περπατησε μπροστα του φορωντας το παρεο της στον ωμο , περπατουσε και πισω της μετρουσε βηματα.
Καταχλωμη και τρομαγμενη εγνεψε να στριψει.
Αδολη ησυχια και μυστικα μονοπατια.
Απλωσε το χερι της και εκρυψε το δικο του μεσα της, πλησιασε κοντα του και εκλεισε τα ματια.
Τα εκκωφαντικα του δακρυα ξεπλυναν τις πληγες τις, μαρτυρουσαν ενα αντιο που δεν ξεστομισαν.
Τον εσφιγγε σαν τελευταια ευχη και οταν το σκοταδι εκπυρσοκροτησε μεσα τους , εγιναν φως.
Φως αλλιωτικο, καταλευκο με λιγο μωβ σαν θλιψη φθινοπωρινη.
Κι ολα αυτα μεσα στο καλοκαιρι.
Καλοκαιρι και εκεινος χειμωνας.
θα εφευγε βιαστικα  εκεινος αυτη την φορα πριν προλαβει να χορτασει τα ματια, θα εφευγε για παντα αυτη την φορα, να γλιτωσει τα σκοταδια.
Κι επειτα περπατουσε μοναχη ,
περπατουσε χωρις βηματα,
περπατουσε μονη.