Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

η αλήθεια.

Ηταν απο εκεινες τις ματιες που βαφουν πορτοκαλι τον ουρανο , ενα γνωριμο απαξιωτικο χαμογελο και η πορτα θα εκλεινε.
Δεν γυρισε να κοιταξει πισω οπως εκανε παντα.
Σιωπη μεσα της κι αυτο την τρομαζε, οι φωνες σιωπησαν , ισως να εφταιγαν τα χαπια , ισως ο χρονος που εφτυσε πανω τις ,μονοδρομους που κατεληγαν στα αδιεξοδα χειλη της.
Η χολή ή φιλί, δεν ειχε ενδιαμεσο ουτε φορουσε προσωπεια, την λαχανιαζαν, τις εκλεβαν αναπνοες και θα την αναγκαζαν να κλεισει τα ματια.
Οπως τοτε.
Οπως παντα.
Ανακατευοταν το στομαχι και η κατηφορα εμοιαζε ατελειωτη , γυρισε πισω και η αποσταση  εμοιαζε μεγαλυτερη, θολη κι απομακρη η λογικη καθολου δεν της ταιριαζε, καλυτερα παραμυθια και νανουρισματα.
Δεν γυρισε παρα μονο λιγο πριν χαθει , ξεστομισε ολα οσα θα της θυμιζαν πως εμεινε για παντα ενα συνοθυλευμα χαρακτηρων.
Αυτη την φορα θα πρωταγωνιστούσε ακεραια η ψυχη, το διεκρινες στο βλεμμα της κι οταν ανοιξε την πορτα του μικρου καφε στο κεντρο, η μικρη Κ. το ειπε ξεκαθαρα,
-δεσποινις μοιαζετε αλλιωτικη..
Ηπιε τον καφε της και αφησε γερο πουρμπουαρ στην μικρη.
(Εκοβε το ματι της)
Πηρε το τρενο και αποκοιμηθηκε στο γρυλισμα του, θα εφτανε συντομα στον εαυτο της.
Δεν ειχε κινηση πια κι οι δρομοι ανοιχτοι, μοναχα ο ηχος της καρδιας της κι η  μηχανη του τρενου.
Αυτη την φορα θα εφτανε.
κι ο ουρανος ενα αναθεματισμενο πορτοκαλι...
σαν τις ματιες τους.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Το δερμα θυμάται.

Απομακρυνοταν αργα, η φωνη του ακομα αντηχουσε, τραγουδουσε εναν σκοπο επιμονα κολλημενο στο μυαλο του που εμοιαζε να απομακρυνει τα δακρυα.
οχι μονο τα δικα του αλλα και τα δικα της.
ανταλλαξαν σιωπες και κυμματα, ματια χαμηλωμενα και ανειπωτους φοβους που  τραυλιζαν ποθους που επρεπε να κοιμησουν.
πως να εξημερωσεις εναν τυφωνα μεσα σου οταν σε παρασυρει και σε διαλυει σε εκατομμυρια φιλια και λογια στο στομα του;
Ποσα δεν προλαβαν να ειπωθουν;
Αγγιγματα που στεγνωσαν πανω τους σαν λεκεδες ορατους μονο στα ματια τους.
Ανασες και κοσμοι παραλληλοι
Ανασες και υποσχεσεις
Ανασες και ονειρα -ξωτικα που ζωγραφιζαν τοιχους και σημαδευαν μιαν αγαπη που ομοια της δεν υπηρξε ποτε.
Μιαν αγαπη παρενθεση που παλευε να βγει απο τις γραμμες κι ελευθερη να γραψει ιστορια..
Απομακρυνοταν και τα ματια του επαιρναν το πρασινο της ανοιξης μεσα της, απομακρυνοταν κι ολο πιο κοντα τον ενιωθε.
Απομακρυνοταν και το μονο που σκεφτοταν πως αυτη την φορα δεν προλαβε να φιλησει το πισω μερος του λαιμου του, τον αυχενα του με κλειστα ματια , σαν προσευχη.
Σαν υποσχεση,
ακομα κι αν δεν βλεπουν τα ματια, το δερμα θυμαται.
νιωθει.