Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Χαρμολύπη

Στα σπασμενα παραθυρα και τις ραγισμενες καρδιες , στους ψιθυρους και τις καληνυχτες που γιναν μηνες και δευτερολεπτα.
Στις αποστασεις και τα ζεστα χερια στο μετωπο, στα κλειστα ματια και τα νεογεννητα ονειρα, στα δακρυα και τους μεταξενιους ουρανους.
Στα ψεματα και τις αληθειες , στο τρενο που εφευγε και το χαμογελο σου που δεν προλαβα..
Στα μικρα και στα μεγαλα λογια, στα αντιο και στην θλιψη του σαββατου, στην θαλασσα και στα αστερια που σε θυμιζουν , στην ανασα που κοβεται και στο καρδιοχτυπι.
Στα γιατι και στα τοτε, στο σημερα και στο αυριο , στο ποτε σου και στο καποτε.
Στις αγκαλιες και τους αποχωρισμους , στα γελια των παιδιων και στο λιμανι, στα ματια σου, στα ματια μου..
Χαρμολυπη.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ευθραυστη

                                      Στα πολυχρωμα λαμπιονια και στο παιδι που κρατουσε το χερι της, παρηγορια. Στα ασκοπα ξενυχτια και στις λεξεις της που πλυμμηριζαν λευκα κελια.
Παρηγορια.
Κι επειτα οι νυχτες ,θερια που κατασπαραζαν καθε χρωμα, αφαιμαξη και λυτρωση μαζι, πως να στο εξηγησω;
Και οι μερες να κυλουν σαν βροχη και να μουσκευουν καθε σκεψη.
Η βροχη , που εμαθε να αγαπαει .
Η βροχη και τα αστερια, τοσο σου ειχε μιλησει για ολα αυτα αλλωστε.
Κι εσυ γελουσες και εκλαιγες γιατι ηξερες ποσο ευθραστη ειναι.
Ευθραστη μεσα στον καταγαλανο ουρανο της , με τα θερια νυχτες της και τα αστερια που επεφταν στα μαλλια της καθε φορα που αγαπουσε οτι ανεπνεε βαθεια.
Κι αυτη η ακατασχετη πολυλογια στα ονειρα της , τοσοι μικροι θανατοι και καθε ξημερωμα να ανοιγει τα ακρινοβλεφαρα και να στολιζεται με ηλιο κι ας βρεχει.
Ευθραστη και μοναδικη την ελεγες.
Βουτουσε τον ηλιο μεσα στην βροχη και ελαμπε μεστο καθαριο χαμογελο της κι ας την περιμεναν οι νυχτες, παντα ειχε την μερα.
Ποιος θα νικουσε ποτε δεν θα μαθαινες ισως ουτε εκεινη , κανεις, ποτε ,πουθενα , ομως ετοιμοπολεμη εσφιγγε το χερι σου πριν ορθωσει το αναστημα της και χαθει στο σουρουπο.
Να ονειροπολει καθισμενη στα γονατα, ακινητη ,λιγο σαν νεκρη πριν ακουσει τα βηματα σου και αφησει το φως να στεγνωσει στα χερια της που επεφταν ανημπορα στην γη
Ανημπορα και τρεμαμενα  με εναν κοσμο που δεν χωρουσε μεσα τους.
Ευθραυστα.
Κι επειτα η νυχτα.
Μην μιλας  αποκοιμηθηκε..

                                            

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Μια στιγμη.

Τα αστερια οι μαρτυρες και το φεγγαρι να λυσομαναει να χωθει στης θαλασσας την αγκαλια.
Εκεινη μαυρη.
Απροσιτη και αμειλικτη.
Βαθεια.
Να θεριευουν , να γινονται κυκλος και επειτα να χανονται , σκιες στο πουθενα.
Τιποτα και παντα στο σημερα.
Να μην ζητας.
Να μην θυμασαι.
Ξεχνα.
Ησουν για μια στιγμη μεσα της φως.
Μετα σκοταδι.
Απροσιτη.
Βαθεια.
Μονη.
Κι εσυ να λαμπεις ψηλα.
Μια στιγμη.
Φως.
Ξεχνα την.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Μοιαζεις με το επομενο λαθος μου

Μην γελας.
Αληθεια στο λεω κι ας μην την ξερεις.
Εισαι ολοιδιος το επομενο λαθος της, αναγνωριζω τα χερια και την ελαφρια κλιση προς τα αριστερα που παιρνεις οταν την κοιταζεις με τα μεγαλα σου ματια, την σκια σου ναι την σκια σου που σταθηκε διπλα της.
Μην γελας.
Σε περιμενε να την προκαλεσεις σε μια ανιση μαχη, εσυ εχεις οπλα κι εκεινη αμαχος πλυθησμος , σε λιγο θα τρεξει αιμα, μην γελας.
Κι υστερα θα ξερεις ακριβως τι θελει να ακουσει και οσο κι αν κλεινει τα αυτια της θα μπορει να διαβασει τα χειλη σου .
Να τα γευεται σαν λεξεις που φτιαχνουν ιστοριες μεσα της.
Και η σκια σου να ειναι παντου ακομα κι οταν δεν εισαι εκει να την ακολουθει και θα ειναι ενοχλητικο να εισαι παντου , στην εφημεριδα που θα διαβασει, στις βιτρινες και σε καθε τραγουδι,.Κατω απο το κρεββατι  και στον καθρεφτη της.
Θα την στοιχειωνες.
Μην γελας.
Λιγο πριν την μεγαλη εκρηξη νιωθεις την ενταση να ερχεται απο το εδαφος , πριν δεις τα φωτα να σβηνουν ,φοβασαι το σκοταδι.
Ετσι ειναι και τωρα.
Σε αναγνωρισα κι ας μην το πιστευεις.
Θα μιλησετε για ολα και για τιποτα , θα ονειρευτητε και θα την αγαπησεις , μα θα ειναι φρικτο για σενα που εγω ηξερα.
Που θα  κλεψει την σκια σου , που απο παντελως αγνωστοι θα εξαρτιεστε ο ενας απο τον αλλον, που θα πονατε συγχρονισμενα και θα γελατε με τα ιδια αστεια .
Γιατι συντομα θα καταλαβεις πως ειναι το λαθος σου.
Πως ειναι μια κοινη θνητη γεματη ανασφαλειες , φοβους και λαθη που το μονο που θελει ειναι να σε κατακτησει απολυτα.
Ειναι ο ανθρωπος που θα μισησεις να αγαπας, που θα υπολειπεται οσων εψαχνες κι ομως θα σε γεμιζει, εκεινος που θα κανει ολα οσα σε ενοχλουν να τα βρισκεις χαριτωμενα.
Εκεινη που θα δινει νοημα στους στιχους που ακουγες χρονια πριν.
Εκεινη που θα φυγει και θα σε διαλυσει σε χιλια κομματια , που θα σε κανει να αγαπησεις και θα χαθει εχοντας κρατησει ομηρο την σκια σου για παντα.
Γιατι εσυ ζητας θαυματα και εκεινη θα ειναι ανθρωπος που πιστευει στα θαυματα.
Γιατι βαφτισαν την αγαπη , αγαπη αλλα εκρυψαν τον εγωισμο μεσα της.
Γιατι παντα θα ψαχνεις κι ας βρηκες τα παντα.
Γιατι ετσι ησουν κι ας δανεισες μεσα σου μια γωνιτσα να φωλιασει η αγαπη της.
Ωσπου να αδειασει κι αλλος χωρος..
Μεσα σου.


Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Κανεις δεν σταματούσε..


Κανεις δεν σταματουσε μπροστα απο τον αντρα που εκλαιγε.
προσπερνουσαν τα ποταμια θλιψης τους ,σηκωνοντας τα ρουχα τους μην πατησουν την θλιψη του.
Κι επειτα το κοριτσι που αγαπουσε τις ιστοριες σταθηκε διπλα του , εβγαλε μια λευκη κολλα και χρωματιζε τα δακρυα ομως εστεκε βουβη.
Δυο πλανοδιοι μουσικοι πηραν τα δακρυα και τα εκαναν νοτες και οι ανθρωποι αρχισαν να πετουν κερματα σε αυτη την περιεργη παρεα ανθρωπων.
Ο αντρας συνεχιζε να κλαιει ,το κοριτσι να ζωγραφιζει και οι μουσικοι να τραγουδουν.
Οι ανθρωποι επεμεναν να μην ειναι ανθρωποι.
Και ο αντρας επεμενε να ειναι ενας αντρας που εκλαιγε.
Και τοτε εμφανιστηκετο κοριτσι με το περιεργο καπελο , σταθηκε μπροστα τους και ξεκινησε να χορευει.
και οι ανθρωποι επεμεναν να πετουν κερματα και ο αντρας να κλαιει ,το κοριτσι να ζωγραφιζει και η κοπελα με το καπελο να χορευει.
Ενας αδεσποτος σκυλος αποκοιμηθηκε στα ποδια του αντρα που εκλαιγε και ενας περαστικος το σκεπασε με το σακακι του και χαθηκε.
Ο αντρας κοιταξε γυρω του και εκρυψε τα ματια του.
Η μουσικη σταματησε , τα χρωματα σωπασαν και η κοπελα που χορευε εμεινε ακινητη.
Ο αδεσποτος σκυλος γαυγιζε και οι ανθρωποι σταματησαν να πετουν κερματα.
Ειχε ολοτελα ξεχασει γιατι εκλαιγε.
Δεν ειχε καμμια σημασια πια.
Οι ανθρωποι θα συνεχιζαν τον δρομο τους , ο σκυλος θα εβρισκε ενα σπιτι , η κοπελα θα σπουδαζε στο παρισι , οι μουσικοι θα εκαναν συναυλιες και η κοπελα θα χορευε στην βροχη.
Ο αντρας θα εβρισκε παλι το γελιο του .
Οι ανθρωποι θα καναν τα κερματα τους ευχες σε καποιο συντριβανι και τα δακρυα.
Τα δακρυα θα στεγνωναν επανω σε λευκες κολλες , σε νοτες καια χαμογελα ,σε δρομους και σε κοριτσια που ηξεραν να χορευουν..


Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Μουσικη των ανθρωπων

Τον ρωτουσε ξανα και ξανα το ιδιο πραγμα, συγχρονως τραβουσε την ακρη της μπλουζας του ρυθμικα, μουσικη των ανθρωπων σκεφτηκε.
Τον κοιταζε με τα μεγαλα του μελια ματια και τσιριζε -μηπως ειδες την μπαλα?
Δεν ειχε δει την μπαλα, μαλλον την ειχε χασει την μπαλα, γενικοτερα τον τελευταιο καιρο..
Εσκυψε και τον ρωτησε που ειναι η μαμα του οταν γυρισε και του εδειξε τον σταθμο των τρενων.
Εκει ειπε και τα μελια ματια συννεφιασαν.
Ποσο χρονων να ηταν 8 -9 ?  Αμφεβαλλε για την υπαρξη της μπαλας, η αν ηθελε απλα  να πιασει την κουβεντα μαζι του, ετσι οπως τον χαζευε να περιπλανιεται και να χαζευει τις βιτρινες , να μονολογει και να γελαει μονος του.
Υπεροχος ο κοσμος των παιδιων,  η φαντασια κανει τον πονο να μοιαζει με δρακο και την πεινα με στρουμπουλη μαγισσουλα που ερχετε και φευγει.
Οταν ηρθε το τρενο, το δικο του τρενακι για την δικη του χωρα της φαντασιας του εδωσε ενα φιλι και τον χαιρετησε..
Τον ρωτησε αν θα  ερχοταν  ξανα.
Την επομενη φορα κρατουσε μπαλα και πριν τον  αναγνωρισει την πεταξε στα ποδια του, φωναζοντας του την βρηκα την μπαλα!
Εχεις δει ματια να γυαλιζουν απο ευχαριστηση? εχεις νιωσει χερια μικρου παιδιου να τυλιγουν το λαιμο σου και να ζεσταινουν την καρδια σου? 
εχεις ακουσει γελιο σαν τραγουδι αγγελων?
ο μικρος πριγκηπας του σταθμου της βικτωριας, ειχε βασιλειο καπου στον κολωνο και η μαμα του ειχε απλωσει την πραματεια τους κατω από ένα κιοσκι παρατημενο από χρονια.
Ηρθες παλι, φωναξε και του τραβουσε αυτή την φορα το μοχερ πουλοβερ του.
Ηρθα να παιξουμε !
Μα δεν εισαι παιδι!
Μπορω να γινω για λιγο τι λες?
Παιζουμε?
Να παιξουμε γιατι σημερα ειμαι στενοχωρημενος.
Ο Αρης δεν ηρθε , ξερεις ο Αρης (επεμεινε) που πουλαει λαχεια.
Εκεινος είναι παιδι (συνομωτικα) είναι παιδι αλλα είναι το μυστικο μας κι αν εβλεπε την μπαλα που μου εφερες θα χαιροταν πολύ , θα παιζαμε κι οι τρεις.
Ο Αρης είναι υπερηρωας και μου εσωσε την ζωη , όταν λιποθυμισα μου εφερε καραμελες και εγω ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΑ!
Ο Αρης και το λαχειο που εκρυβε στην καρδια του.
Μετα από αρκετες πασες ετρεξε και τον αγκαλιασε.
Κανεις δεν τον ειχε αγκαλιασει τοσο τρυφερα , η καρδια του μικρου κοντευε να σπασει συγχρονισμενη στον δικο του χτυπο.
Μπορω να γινω παλι μεγαλος ? τον ρωτησε .
Αν υποσχεθεις να έρθεις ξανά  σύντιμανα γνωρισεις και τον Αρη ,  ναι.

Πισω απτο τζαμι του τρενου ενας μεγαλος θα εμενε για παντα παιδι από εκεινη την μερα κι ενας μικρος θα χανοταν σε έναν μεγαλο κοσμο χτυπωντας την μπαλα του ρυθμικα ..

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Δεν φοβαμαι, να φοβηθω.

Δεν φοβάμαι να φοβηθώ , φοβάμαι όμως την αυθυποβολή.
Αποφάσισα να συνεργαστώ με τα εσώτερα μου αλλά πραγματικά βρίσκω αδικαιολόγητο να επιβάλλω στον εαυτό μου την μιζέρια.
όλα αυτά λοιπόν τα σκέφτηκα όσο ανάπνεα από την μύτη και επέτρεπα στον εαυτό μου να αφέθει για λίγο στους ήχους γύρω μου.
Δεν φαντάζεσαι ποσό καταλυτικό ήταν όλο αυτό για μενα φίλε, πραγματικά ειχα μια στιγμή απέραντης ευεξίας και διαυγείας.
Είπε , να φέρετε στο μυαλό σας κάτι που σας δίνει χαρά και ξάφνου πίσω από τα κλειστά μου ματια σπρώχνονταν πρόσωπα για να πάρουν θέση, ένα ηλιοβασίλεμα που με σημάδεψε και η αγκαλιά της μάνας.
Ένα χαμόγελο στόλισε το προσωπο μου και οι μύες του άρχισαν να αντιδρούν μιας και εδώ και πολύ καιρό δεν ειχα ένα ουσιαστικό χαμόγελο, μονό μονόπρακτα και συσπάσεις , συνοφρύωμα και απορία , αν κοιταχτείς στον καθρέφτη βάζω στοίχημα πως θα δεις καθαρά τις γραμμές του προσώπου σου και την πορεία της ψυχοσύνθεσης σου.
Ίσως αυτό να σε ξυπνήσει , γιατί στο λέω φίλε μου εμένα λειτούργησε.
Όλα είναι τόσο δύσκολα τόσο αποτρεπτικά, τόσο θλιβερά γύρω μας που νιώθω σαν μαύρο θέατρο χωρίς θεατές, ποντάρω στην δυστυχία μου και βγαίνω χαμένος.
Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά γιατί για μέση λύση ούτε λόγος , παντα άκρα , μονό άκρα σε αυτή την ζωή.
Μπορείς λοιπόν για μια στιγμή να σκεφτείς όλα εκείνα που σου φυτεύουν αληθινά χαμογελά και μπουμπουκιάζουν την ψυχή σου.
Ξεκινά από τα απλά, το χαμόγελο ενός ξένου, τον ερωτά σου, την ευγένεια , έναν  ήλιο που σου φόρεσε γυαλιά και το άγγιγμα στην πλάτη που σε έκανε  να ανατριχιάσεις, τις εξετάσεις που πέρασες και τον περίπατο στην εξοχή γιατί δεν είχες λεφτά να κανείς κάτι άλλο..
Και μείνε εκει για λίγο.
Για μια στιγμή , ίσως δυο καθημερινά όταν πελαγώνεις.
Όμως μην σταθεις ατάραχος , γίνε η ευχάριστη σκεψη σου, χαμογέλασε , γίνε ευγενικός με τους αγνώστους, βοήθησε τον διπλανό σου, στρέψε το κεφαλι σου στον ήλιο και δείξε τον και σε άλλους, δεν είναι μυστικό πια , η ζωή μας γίνεται ολοένα και μικρότερη , ας ποντάρουμε στις μεγάλες στιγμές.
Εγώ βάζω στοίχημα πως ο καθρέφτης σου θα σε ξυπνήσει.

Εσύ?

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η βολτα

Μικροσκοπικες σταγονες βροχινης θλιψης και ενας αερας σαν δυσθυμια , οριζοντας βαμμενος από κοκκινες πινελιες ματωμενου ηλιου και μια θαλασσα , ανοιχτα χερια.
Κατευθυνθηκε εκει χωρις να θελει ουσιαστικα να γινει μαρτυρας μιας θυμησης.
Καθησε σιωπηλα διπλα της , δεν ειχε λογια να της κεντησει υποσχεσεις μητε δυναμη ,τα χερια της ετρεμαν .
Ενας κοσμος ολογυρα που συνεχιζε να αναπνεει, να ζει να προχωραει , όμως εκει ο χρονος ειχε παγωσει και η βροχη δυναμωνε.
Δεν κουνηθηκαν από τις θεσεις τους.
Δυο μουσκεμενα παραπονα και δακρυα που ενωθηκαν με την βροχη, βλεμματα και ανειπωτες υποσχεσεις, ειχε τελειωσει.
Όλα ειχαν τελειωσει μεχρι και ο ηλιος που βυθιστηκε στο μαυρο του ουρανου.
Όταν ανοιξε το στομα της τα ματια της εμοιαζαν καινουργια , ειπε
-καπου που να μην ξερουμε
Και σηκωθηκε κρατωντας της το μουσκεμενο χερι, ένα χερι που εκλαιγε μεσα στο δικο του.
Περπατησαν για ωρες σιωπηλοι,
-θα μου πεις το ονομα σου?
Πραγματικα ποτε μου δεν καταλαβα αν μας αντιπροσωπευουν τα ονοματα μας , ειπε και αγνοησε την ερωτηση του, του εσφιξε ακομα πιο δυνατα το χερι και τον τραβηξε στον παραδρομο, κοιταξε εκει ειπε και εδειξε μια ιτια κλαιουσα .
 
«Κυλούσε το νερό/ και στον καθρέφτη του γυαλίζονταν ιτιές/ τα πλούσια τα μαλλιά τους λούζαν λυγερές./ Και τα σπαθιά τ’ αστραφτερά τους/ χτυπώντας στους κορμούς/ καλπάζαν κατακόκκινοι μες στους δρυμούς/ καλπάζαν προς τη δύση/ μεθύσι!…Και τότε ξάφνου/ σα το πουλί το λαβωμένο/ το πληγωμένο στο φτερό του/ γκρεμίστηκ’ ένας καβαλάρης/ απ’ τ’ άλογό του. Δε σκλήρισε τους άλλους που ‘φευγαν δε ζήτησε/ τα βουρκωμένα μάτια του εγύρισε/ μονάχα για να δει/ τα πέταλα που ’λάμπαν./ Το ποδοβολητό εσβούσε μες στη φύση και τ’ άλογα/ εχάνονταν στη δύση!/ Καμαρωτοί εσείς καβαλαρέοι/ Ω κόκκινοι κι αστραφτεροί καβαλαρέοι/ καβαλαρέοι φτερωτοί καμαρωτοί ωραίοι!…

Μ’ ίδιες φτερούγες πέταξη η ζωή που ρέει!/ Ο φλοίσβος του νερού σταμάτησε, εχάθη/ οι ίσκιοι εβυθίστηκαν στου σκοταδιού/ τα βάθη τα χρώματα σβηστήκαν/ στα μάτια του τα πένθιμα/ 
τα πέπλα κατεβήκαν/ και της ιτιάς η φυλλωσιά/ χαϊδεύει τα μαλλιά του!/ Μη κλαις ιτιά μου θλιβερά/ και μη βαριοστενάζεις/ πάν’ απ’ τα σκοτεινά νερά/ το δάκρυ μη σταλάζεις./ Ω μη στενάζεις με σφάζεις».(ναζιμ χικμετ)




Ειχε πια νυχτωσει για τα καλα, του αφησε το χερι και πλησιασε στο προσωπο του, εχεις ομορφα ματια ειπε και τα χειλη της αγγιξαν τα δικα του.
Σε ευχαριστω για την βολτα.
Δεν θα μου πεις το ονομα σου?
Ιτια, ιτια κλαιουσα..

Δεν συναντηθηκαν ποτε ξανα όμως κάθε φορα που περνουσε από εκεινον τον παραδρομο ενιωθε την θερμη της στα χειλη του..

Η προικα


θελω να ανεβω στο καρουζελ.
Παντα την ενθουσιαζαν τα πολυχρωμα αλογα και οι μεταξωτες κορδελες, τα στροβιλισματα και τα ανακατα παιδικα γελια, ειχε και ενα διαφανο γυαλινο βαζο με ενα τσιγκινο καρο κοκκινο καπακι και ελεγε πως μπορει να μαζεψει μερικα γελια για οταν μεγαλωνε.
Την κοροιδευαν, πολυ την κοροιδευαν ομως δεν την ενοιαζε , ισα ισα καμαρωνε για την συλλογη απο γυαλινα ξορκια -προικα για την ενηλικιωση της.
Δεν ηθελε να μεγαλωσει , παρατηρουσε τους μεγαλους και κρατουσε σημειωσεις απο τα 9 της με συμβουλες λιγο πριν την ληθη.
Δεν ειχε βρει πως εχαναν το γελιο τους και το αντικαθιστουσαν με την υποψια γελιου , σαν ξινισμενο φρουτο παραγινωμενο της εμοιαζαν οι μεγαλοι που η γλυκια τους γευση αντικατασταθηκε με σαπια σαρκα, σαπια μυαλα φορεμενα στο σκληρο εξωτερικο τους περιβλημα.
Οχι δεν ηθελε να γινει σαν αυτους κι ετσι τραβουσε φωτογραφιες καθε τι που θα βοηθουσε να ανατραπει η συμφορα, διαβαζε ποιηματα στον ηλιο και αποχαιρετουσε το δειλινο με μεγαλα ματια εκστατικα , αποκοιμιζε τα ονειρα της πλεκοντας τους πολυχρωμα κουβερτακια.
Τα ειχε ολα διπλα της , τα γυαλινα βαζα, τα ποιηματα της και τα ονειρατα με τα κουβερτακια τους , οι φωτογραφιες απο το ποδηλατο της , τα καραμελενια σπιτακια που ειχε φτιαξει, τους φιλους που ψηλωναν και τα αλογα στο καρουζελ μαζι με την συλλογη απο τα παιδικα γελια .
Καθε βραδυ οταν ολα τα φωτα εσβηναν και χιλιαδες χερακια ενωνονταν να προσευχηθουν , υπηρχαν καπου σε ενα μικρο σπιτι στην πατρα δυο χερια που προσευχονταν να μην μεγαλωσουν ποτε και κανουν κακο, να μεινουν μικρα και δοτικα.
Να   ζωγραφιζουν μοναχα , να αγκαλιαζουν και να μοιραζονται να δουλευουν μαζι με χιλιαδες αλλα για εναν σκοπο, να λευτερωθουν τα γελια απο ολους τους μεγαλους , να λευτερωθουν και να γεμισει ο κοσμος και ο ουρανος με γελια , μια τεραστια σειρηνα γελιου που θα θυμιζε σε ολους εκεινους που τα εχασαν ποιος ειναι ο δρομος για την ευτυχια.
Ο δρομος της επιστροφης στον ιδιο τους τον εαυτο.
Μην γελασεις αν την δεις να τραβαει φωτογραφιες στο εγκαταλελειμενο παρκο του αγιου διονυσιου , εκει που καποτε οταν ηταν μικρη υπηρχε λουνα παρκ ,το θυμασαι αραγε το λουνα παρκ ?
Ειναι που ηθελε να ανεβει στο καρουζελ, ειναι που ηθελε να της φανερωθουν ολα εκεινα τα παιδικα γελια , ειναι που φοβαται που μεγαλωνει.
Ειναι που μεσα της ξερει πως δεν θα μεγαλωσει ποτε.

Εχει προικα κι ας γελας..

Μια κοπελα απο γκαζι, στο γκαζι.

Εκείνο το πρωινό είχε πείσει τον εαυτό της να κατέβει στο παζάρι , να εκμαιεύσει τον θησαυρισμό της, αυτόν που στήριζε πως της είχε μεταδώσει η μάνα της.
Αφού ήπιε το τσάι γιασεμιού και χαιρέτησε τον γείτονα πίσω απο το τζάμι, φόρεσε ένα σαρόνγκ και χύθηκε στους δρόμους της τεχνόπολις.
Ορδές κόσμου κατέφθανε να ανακαλύψει έναν καινούργιο κόσμο, μικρά παιδιά και υπερήλικες καθισμένοι στα παγκάκια του πάρκου , θεατές μιας παράστασης του κόσμου αυτού, μια Κυριακή , μια μέρα που μόνο με Κυριακή θα μπορούσες να την ονειρευτείς.
Μετρούσε κουτάκια μπύρας , στον δρόμο προς το παζάρι και αναρωτιόταν πόσα μεθυσμένα φιλιά να δόθηκαν σε ετούτο εδώ το μέρος, πόσες λέξεις έχασαν την έννοια τους , ποσά αντίο και πόσα δακρυα?
Είναι τρομερό πόσο εγκλωβίζουν οι δρόμοι τα πατήματα των ανθρώπων ακόμα και μέρες μετά , η ενέργεια είναι ακόμα εκει, την ένιωθε στα πόδια της να τραντάζεται, ένιωθε τα φιλιά και τα χερια , τα δακρυα και την υγρασία..
Όταν ηρθε στην Ελλάδα , ήταν μια ξένη για ολους, ξένη στο σχολείο, ξένη στην εκκλησιά , ξένη ανάμεσα σε χιλιαδες ξένους, μέχρι που βρήκε αυτό το σπίτι στο γκάζι, ένα μικρό δυάρι με ανεμπόδιστη θεα στα μεγάλα γκρίζα φουγάρα και το πάρκο.
Το αγαπούσε το πάρκο, το σπίτι ολων εκείνων που δεν είχαν σπίτι, πια.
Το παρκο των μικρών παιδιών από τα φανάρια, ένα πάρκο ολοδικο τους , το πάρκο των τοξικομανών και των κοριτσιών με τα πούπουλα στα μαλλια.
Το δικό της πάρκο, με τις κυριακάτικες βόλτες και το παζάρι, τα τραγούδια και τους χαμένους θησαυρούς.
 Στο πάρκο, ερωτεύτηκε , στο πάρκο έκλαψε διαβάζοντας το αποχαιρετιστηριο γράμμα του , δεν άντεχε να είναι «ξένος» έγραφε..
Μια παρέα μαυροφορεμένων  μοτοσικλετιστών , έφτυσαν κάποιες βρισιές προς το προσωπο της και ευτυχώς χαθήκαν στην Πειραιώς.
Γλιτώσαμε και σήμερα σκέφτηκε και ένιωσε παλι «ξένη» , εκείνη η ξένη που ένιωθε πριν βρει αυτή εδώ την γειτονιά.
Μία πορεία υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων την έκανε να κοντοσταθεί και να φωτογραφήσει με την
pentax κάμερα της που είχε αγοράσει παλι από το παζάρι, ένα πολύχρωμο μπουκέτο ανθρώπων που ζωγράφιζε την μέρα της.
Όταν ήταν 10 χρονών αποφάσισε να κάνει συλλογή απο γέλια, ο παππούς της χάρισε ένα μαγνητόφωνο που έφερε απο την πατρίδα τους την Ινδία, sony έγραφε μα χρόνια μετά θα ανακάλυπτε πως ήταν μόνο ένα αυτοκόλλητο που έκρυβε κάποια κινέζικη μάρκα.
Το είχε πάντα στην τσάντα της κι έτσι κατάφερε να "κλέψει" μερικά γέλια αναμεμειγμένα με κόρνες, αποχαιρετισμούς και συνθήματα.
Το παζάρι μύριζε κάρυ και μούχλα, ένα γραμμόφωνο τσίριζε σινάτρα και   ο ουρανός χάραζε γραμμές στα διαβατάρικα πουλιά.
Κανείς δεν ύψωνε τα μάτια στην αθήνα,σκέφτηκε και οι σκέψεις χάθηκαν στις φτερούγες κάποιου γλάρου.
Το τρένο τράνταζε κάθε συναλλαγή και τα κέρματα στραφτάλιζαν στον ήλιο , όταν αντίκρυσε μια τεράστια διάφανη μπάλα, απο εκείνες που σου έλεγαν το μέλλον.
Πλησίασε και την πήρε στα χέρια της , όταν μπροστά της ένας μεγαλόσωμος, μελαχρινός άντρας θα την κοίταζε με τα διαπεραστικά μελιά μάτια του.
-ξέρετε , το μέλλον είναι η αγάπη, είπε.
Άφησε την μπάλα και έτρεξε μακριά του, πέρασε τις γραμμές του τρένου και όταν διέσχισε το πάρκο , κατέληξε στην γκαζόζα να πίνει ελληνικό καφέ στην χόβολη.
Προφανώς την ακολούθησε και της άφησε την τεραστία μπάλα , επάνω στο τραπέζι.
-Μοιάζετε να αποφεύγετε την αγάπη, είπε και ενοχλημένη τον κοίταξε καλυτέρα μιας και πριν λίγο , ο ήλιος που έπεφτε στα μελιά του ματια τον έκανε ,συμπαθητικό.
Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε , εκείνον.
Ήταν ο δικός της γιοχαν.
Ο δικός της αγαπημένος που ένιωσε ξένος και έγινε ο πιο κοντινός της ξένος , ήταν ο γιοχαν με το γράμμα και τις ενοχές, ήταν ο θησαυρός που έχασε μεσα από τα χερια της .
-Γύρισες?
Δάκρυα και ένα σφιχταγκάλιασμα, που έσπαζε κοκάλα.
Η αγάπη είναι το μέλλον, είπε και πατρίδα είναι οπού φυτρώνει η αγάπη.

Ήρεμη  και απόλυτα παραδομένη στα ματια του , άκουγε στο repeat  τα μαγνητοφωνημένα γέλια της, όταν μια φωνή ακούστηκε να φωνάζει,
-αυτοκτόνησε!
το γκάζι...
Μια κοπέλα που εισέπνευσε γκάζι, μια κοπέλα που έχασε τον θησαυρό της , έχασε την δουλειά και την αγάπη της.
Ένα γράμμα και αναθυμιάσεις.
Μια κοπέλα, απο γκάζι , στο γκάζι..

Πισω απ' την μασκα που φορας.

Έβγαλε την μάσκα και ένιωσε να πνίγεται , δυο μέρες τωρα αισθανόταν καλά μεσα σε όλη αυτή την κεκαλυμμένη καινούργια εικονα της.
Βλέπεις από μικρή έψαχνε τρόπους για να μην τραβάει την προσοχή, μάταια όμως απτο σχολείο ακόμα σχολίαζαν τα μεγάλα της μπράτσα και το άκομψο περπάτημα της , τα στραβά της δόντια και τα μικρά της ματια.
Της είχαν ¨φορέσει¨ και ένα μαντάμ φρικιό και πηγαινοερχόταν σπίτι ,σχολείο κουβαλώντας το στην πλάτη , κυρτοί ώμοι και κατεβασμένο κεφαλι στο πάτωμα.
Τώρα δεν ήταν έτσι, πάλεψε με σιδεράκια, δίαιτες και καθαρισμούς προσώπων, γυμναστική και πολύ καζούρα για να γίνει μια καθώς πρέπει γυναικά σύμφωνα με τα δεδομένα τους.
Ακόμα περπατούσε άκομψα βέβαια.
Φέτος τις αποκριές πρέπει να ντυθούμε! Τις φώναζε και εκείνη συμφώνησε τελικά, διάλεξε μια πολύχρωμη ολόσωμη φόρμα με πουα πιτσιλιές και μια μακριά περούκα με στιλπνά, μαύρα, ολόισια, μαλλια ,δυο μποα τυλιγμένα στον λαιμό και μια υπέροχη μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το προσωπο της .
Περίεργο συναίσθημα μα μόλις φόρεσε την μάσκα κάτι άλλαξε μεσα της, ένιωσε καλά , σαν να κούμπωσε ο εαυτός της , ήταν τόσο ευτυχισμένη μεσα στην μάσκα της που την φόρεσε και τις δυο μέρες , μάλιστα κοιμήθηκε με αυτή και έναν όμορφο αρλεκίνο διπλά της.
Εκείνο το διήμερο κανείς δεν την αναγνώριζε , ήταν αλλόκοτα χαρούμενη, ελεύθερη και διασκεδαστική , χόρευε και γελούσε με την καρδιά της , η Κ. της φώναζε μεθυσμένη – μαντάμ δεν σας αναγνωρίζω!
-είναι που φοράω την μάσκα μου , έλεγε και γελούσε με την καρδιά της…
Κυριακή βραδύ και κάπου μακριά έκαιγαν τον καρνάβαλο , έλα βγάλε την μάσκα και πάμε να πιούμε ένα ποτό , και του χρόνου!!
Και του χρόνου???
Σε έναν χρόνο θα ένιωθε παλι ο εαυτός της? Όχι δεν ήθελε να βγάλει την μάσκα, την μάσκα που την απελευθέρωσε έτσι μαγικά, δεν θα την αποχωριζόταν , όχι!
Έλα Βάϊα βγάλε την μάσκα να φύγουμε!
Έτρεξε και μπήκε σε ένα τυχαίο μπαράκι , οι σερπαντίνες και τα κομφετί έκαναν το πάτωμα να μοιάζει με γιορτή και οι μάσκες ολόγυρα τωρα έμοιαζαν τρομακτικές, κατέβητε στην τουαλέτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, με μια κίνηση έβγαλε την μάσκα και ξέσπασε σε κλάματα καθώς την έφερνε στην αγκαλιά της..
Αφού έριξε αρκετό νερό στο προσωπο της , άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον κόσμο ..


Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Αγαλματακια ακουνητα , μερα ή νύχτα;

Οι πιο ομορφες ιστοριες γραφονται στα πιο ασχημα μερη και οι πιο ζεστοι ανθρωποι κρυβονται στα πιο παγωμενα βλεμματα.
Τα πιο πλουσια βραδια μας στις πιο φτωχες γειτονιες και τα ηχηρα δακρυα τα κρυψαμε στα γελια μας.
Κρατησαμε χερια αγνωστα γεματα ροζους που δεν μας αφησαν ποτε ξανα και γευτηκαμε αλμυρα και ηλιο σε δωματια κατω απο την γη.
Οι υποσχεσεις που ραγισαν , τα σαγαπω που ξεθωριασαν στο μπαλκονι σου και οι σιωπες που σε ξελογιασαν εκεινο το κατακοκκινο απογευμα.
Οι φιλοι που σταθηκαν κι οι φιλοι που χαθηκαν, τα αστερια που τρεμοπαιζαν κι οι σκιες που με κυνηγουσαν.
Ολα για μια αγκαλια.
Ολα κι αλλα τοσα θα εδινες για να δεις το δερμα σου να ανασηκωνεται, ολα.
Για μια αγκαλια.
Ενα, δεν εισαι μονος κι η κουραση απο τα ματια τους πουλι ταξιδιαρικο..
Ολα και τιποτα σε εναν κοσμο δανεικο.
Κροταλιζαν τα δοντια και ο θυμος σαν ανθρακικο μας εκαιγε τα ματια , ομως παλευαμε το θεριο, ο καθενας το δικο του κι αλλοτε ολατα θερια παιδια που πιανονταν στα χερια.
Αγαλματακια ακουνητα, μερα η νυχτα;

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Ημουν εκεί.

Ειναι κι αυτες οι μικρες ιστοριες που γυαλιζουν τις μυχιες σκεψεις σου και σε βλεπω να χαμογελας πισω απο καθε αποσταση που χωριζει τα χερια.
Ημουν εκει οταν δεν κοιταζες ,θα μαι εκει οταν με ενα δακρυ μου θα ξεπλενεις την νυχτα, θα ειμαστε μαζι κι ας μην το πιστευεις τωρα.
Ειναι παγιδα ο χρονος και μην φοβασαι.
Την νυχτα τα αστερια μας ακολουθουν κι ειναι μακρυς ο δρομος, ο αερας χαιδευει  τα κουρασμενα βηματα σου και ας μην θυμασαι , ειμαι πισω σου.
Ειμαι μπροστα σου.
Κλεισε τα ματια.
Θυμησου.
Ειμαι μεσα σου.
Αδειασε μια θαλασσα στα ματια σου , νομιζες πως δεν κοιτουσα μα εβλεπα τον βυθο σου και σου εγραφα στιχους στα ονειρα.
Ηξερες , παντα ηξερες πως οι δρομοι τεμνονται , πως θα ερχοσουν.
Ηξερες κι ας μην φωναζες το ονομα μου εγω σε ακουγα.
Κοιτα τα δεντρα ,υποκλινονται στην θλιψη μας κι επειτα μοιαζουν φθινοπωρο οι υποσχεσεις μας, μα θα ανθισουμε αγαπη μου να μην φοβασαι.
Μιαν ανοιξη.
Ημουν παντα εκει κι ημουν και δεντρο και δακρυ και προσευχη , ημουν συννεφο ,θαλασσα και ενα νησι.
Ημουν χειμωνας και η ανοιξη θα ρθει.
Να μην φοβασαι.

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

κεφάλαιο 10.

Παραξενη ησυχια.
Δεν ηξερε αν αντεχε τις φωνες και τα γελια που ξεβραζε η θαλασσα, αν αντεχε να πεθαινει οταν αλλοι ζουσαν.
Καλοκαιρι.
Μεσα της κρυο και σκοταδενια μονοπατια με εκατομυρια αστερια.
Περπατησε μπροστα του φορωντας το παρεο της στον ωμο , περπατουσε και πισω της μετρουσε βηματα.
Καταχλωμη και τρομαγμενη εγνεψε να στριψει.
Αδολη ησυχια και μυστικα μονοπατια.
Απλωσε το χερι της και εκρυψε το δικο του μεσα της, πλησιασε κοντα του και εκλεισε τα ματια.
Τα εκκωφαντικα του δακρυα ξεπλυναν τις πληγες τις, μαρτυρουσαν ενα αντιο που δεν ξεστομισαν.
Τον εσφιγγε σαν τελευταια ευχη και οταν το σκοταδι εκπυρσοκροτησε μεσα τους , εγιναν φως.
Φως αλλιωτικο, καταλευκο με λιγο μωβ σαν θλιψη φθινοπωρινη.
Κι ολα αυτα μεσα στο καλοκαιρι.
Καλοκαιρι και εκεινος χειμωνας.
θα εφευγε βιαστικα  εκεινος αυτη την φορα πριν προλαβει να χορτασει τα ματια, θα εφευγε για παντα αυτη την φορα, να γλιτωσει τα σκοταδια.
Κι επειτα περπατουσε μοναχη ,
περπατουσε χωρις βηματα,
περπατουσε μονη.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Ξέφωτο

Ξαπλωνει κατω απο το ξεφωτο  ,εκει που τα νεαρα φυλλα των δεντρων αναγνωριζουν τα αστερια , χορευοντας στον ρυθμο του γελιου σου.
Ξαπλωνει και κλεινει τα ματια της.
Το κοριτσι που ποτε δεν ηρεμει, ηρεμησε στο ξεφωτο.
Εκει που ο αερας ξελογιαζει τα τρομαγμενα ερωτηματικα, διαιρωντας ζωες και σκιες.
Περπατουσε ξυπολητη στο ξεφωτο , δεν ειχε καμμια σημασια αν θα ακολουθουσες τον δρομο προς τα αστερια, εκει μονο μυρωδια απο χωμα γονιμο..
Να σου πω μια ιστορια;
Εγνεψε , ναι και μαζεψε τα ποδια της σε εμβρυακη σταση για να κανει χωρο ,
ανοιγοκλεινε το στομα του σε μια ψυχεδελικη μεταφορα του κουρασμενου κοριτσιου.
Ανεπνεε βαρια και ο ουρανος μαυριζε για να υποδεχτει τα αστρενια λογια του που λαμπυριζαν μεσα στα ματια της.
Το κοριτσι σηκωθηκε και εγινε ολοκληρο μια αγκαλια.
Μια αγκαλια απο αστερια και ουρανους, δυο στιγμες και ενα παυσιπονο αργοτερα ξημερωνε  μουδιασμενα χερια απο δωσιμο και αστερια μεθυσμενα..

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Οτι λάμπει είναι χρυσός.

Ενα ψευτικο δαχτυλιδι με μια μικρη καρδια στην μεση.
Δεν ηταν δικος της, ουτε ξενος.
Της το εδωσε το πασχα ,μετα απο τον τσακωμο, δλαδη εκεινη τσακωθηκε μονη της ,εκεινος μιλια δεν εβγαλε μοναχα την κοιτουσε αποσβολωμενος.
Του φωναζε να την δεχτει οπως ειναι , να σταματησει επιτελους την επικριση , να την αγκαλιαζει ποτε ποτε και αν αποφασιζε πως δεν μπορει να την δεχτει , δεν θα ειχε καμμια υποχρεωση απεναντι της.
Εφυγε και την επομενη γυρισε με το δαχτυλιδι.
Ετρεμε μην το χασει, ηταν πολυτιμο μιας και επισφραγισε την σιωπη του με μια μικρη επιχρυσωμενη καρδουλα, σαν την υιοθεσια της.
Απο μεσα μαυριζε το δαχτυλο ,αφηνε σημαδια η λαμψη και το σαπουνιζε δυνατα να φυγει η σκια.
Και εφευγε.
Την αγαπουσε , την πεταξε ψηλα ως τα συννεφα και της χτενισε τα μαλλια, της διαβασε παραμυθια και στην αγκαλια του αποκοιμηθηκε μωρο και ξυπνησε μεγαλη..
Ομως την αγαπουσε με μιαν αγαπη ξενη , μια κρυα αγαπη σαν ντους μετα απο λιποθυμια.
Ετσι τον αγαπησαν και ετσι εμαθε να αγαπαει.
Τωρα ξερει.
Ομως εκεινη δεν του εμοιαζε , πως θα μπορουσε αλλωστε;
Εκεινη αγαπουσε με ολη της την καρδια, εψαχνε συνεχεια την επιβεβαιωση την απολυτη αγαπη, την αμολυντη , την αιωνια.
Αν υπηρχε!
Και το σημαδι στο δαχτυλο της απο το ψευτικο δαχτυλιδι θα την ενθαρυνε καθε φορα που το καθαριζε , να προσπαθησει περισοτερο να ψαξει πιο βαθεια για την αγαπη, να μην δινει σημασια στους λεκεδες της ζωης της.
Κι υστερα το εσφιγγε, το δαχτυλιδι.
Να μην το χασει.
Να μην χασει την επιχρυσωμενη ζωη της..
Να θυμαται να βλεπει πισω απο λερωμενες ψυχες, τα καθαρια προσωπα τα αγαπημενα και να τα δεχεται, κυριως να τα δεχεται οπως ειναι.
Επιχρυσωμενα η οχι για κεινη ηταν αμυθητα.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Δεν ηξερες.

Εσυ δεν ηξερες.
Δεν εμαθες ποτε.
Πως σβηνουν τα φωτα στην πολη , εκεινη σε καθε λαμψη τους, μονο εσενα  θα εβλεπε
Πως την μερα εκεινη εκλεψε ενα χαμογελο σου και το εκρυψε μεσα της κι ας μην ηξερες, ας μην μαθεις ποτε εκεινη ξερει.
Πως τις νυχτες λαχταρουσε πιο πολυ απο τις μερες για να σε εχει δικο της στο ονειρο.
Πως δεν ηταν το νερο αλμυρο μα τα δακρυα της πιο πολυ κι απτη θαλασσα μεσα της.
Βυθος ησουνα και θα βουτουσε μεχρι να τελειωσει η ανασα ομως δεν ηξερες, μονο χαμογελουσες.
Δεν θα μαθαινες ποτε.
Πως για σενα ηταν καθε λεξη.
Την βολτα στα καθαρια τα νερα και τον ηλιο που χρυσιζε το κυμα, την σιωπη σου και το τελευταιο βλεμμα.
Τα κοκκινα ματια απτην κουραση, δεν ηξερες, δεν θα μαθεις..
Για σενα καθε γελιο , για σενα εστεκε εκει βουβη.
Για ενα βλεμμα.
Δεν ηξερες.
Δεν θα μαθεις ποτε..

Ξυπόλητοι στον έρωτα.

Μικρα χαρτινα καραβακια και ο ηλιος να κανει τα ματια σου να κλεινουν, αμμουδενια ονειρα και παλατια γεματα βατραχους που περιμεναν φιλια αρμυρικια και μεταξωτες κορδελες..
Ειχες πει δεν θα κοιμοσουν και στο ταξιδι παλευες στο πισω καθισμα να κανεις το χερι σου να πεταξει εξω απο το παραθυρο, γλαρος καταλευκος και εγω απτον καθρεφτη να κολυμπαω στα δακρυα μου απο την ομορφια σου.
Απεραντα λιβαδια οι σκεψεις μας και η ξαφνικη βροχη να σβηνει τα αναψοκοκκινισμενα μαγουλα μας, να τρεχουμε στα στενα κι εσυ να φωναζεις , κρυφτο!
Θυμασαι το παγωτο; τα φωτα στο λιμανι τα θυμασαι; τον αχινο που παλευε να ζησει και τον πεταξαμε πισω στον βυθο κι επεπλεε και κλαιγαμε μαζι ;
Θυμασαι τις νυχτες που παραμιλουσα και ηχογραφουσες τα ουρλιαχτα μου; θυμασαι το καστρο και το αντιο;
Δεν σε ειχα προειδοποιησει για τις τρικυμιες μεσα μου.
Στο ειχα πει ομως και γελουσες, θα πνιγω μια μερα απτα δακρυα μου..
Κοκκινα ηλιοβασιλεματα και πουλια ταξιδιαρικα , εσυ στην αιωρα να διαβαζεις κι εγω να προσπαθω να διαβασω τα ματια σου..
Ξυπολητοι.
Ξυπολητοι στον ερωτα.

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Μια μερα ολα θα εχουν νοημα

Μια μερα ολα θα εχουν νοημα.
Οι βαθιες ανασες , οι αποχαιρετισμοι, τα πισωγυρισματα στην παιδικη σου ηλικια ακομα και η εκλειψη του ηλιου θα εχει νοημα.
Μεχρι τοτε μετρησε αναποδα μεσα σου πεταλουδες τρεξε ως το κοντινοτερο συννεφο και κρατησε μου το χερι γιατι δεν ξερω αν στο ειπα, αλλα φοβαμαι.
Φοβαμαι πολυ.
Κι οταν φοβαμαι ανοιγει μια φυλακη μεσα μου και απελευθερωνει ενα μικρο αγριμι,μικροσκοπικο που θελει να βγει εξω με νυχια και με δοντια και με πληγιαζει απο μεσα, ουρλιαζει τοσο δυνατα που μπορεις να δειςτην καρδια μου να χορευει στο στηθος μου.
Κι επειτα εισαι εσυ.
Απευθυνομαι σε σενα καθε φορα ,μην μαφησεις κρατησε μου το χερι μεχρι να περασει.
Κλεισε τα ματια ,θα φτιαξουμε ενα παζλ, δωσε μου τα κομματια σου θα τα ενωσω με τα δικα μου.
Κλεισε τα ματια.
Μην τα ανοιξεις μεχρι να δουμε την πιο ομορφη ιστορια.

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Άγρυπνα όνειρα

Ηθελε να κοιμηθει.
Να απλωσουν ενα παραμυθι επανω της και τα βλεφαρα να σωπασουν.
Ποσες νυχτες εχασε; ποσες νυχτες και ανασες δικες τους; ποσα αγγιγματα εσπασαν στο πατωμα ,πεφτοντας απο το ονειρο της;
Ξυπολητη ματωσε τα ποδια της απο τα ραγισμενα ονειρα της..
Καθε πρωι, καθε πνοη, καθε στιγμη παλευε να ξυπνησει και να αποκοιμηθει για να τραυματισει κι αλλο τα γονατα της μηπως και πεταξει.
Φτερα ειχε μοναχα στα χερια.
Εγραφε και εσβηνε ολες τις λεπτομερειες ,τις λεξεις, τις σιωπες και τις σκιες στους τοιχους που ολο τις εμοιαζαν.
Ειπε, θα κοιμηθεις οταν θα σταματησεις να εξισωνεις την πραγματικοτητα με το ονειρο.
Μεγαλωσε επιτελους!
Δεν ηθελε να εξισωσει τιποτα, σκραπας ηταν παντοτε στα μαθηματικα και οσο για ονειρα ,μονο αυτο ηξερε να κανει τοσο καλα.
Ζουσε αλλες εποχες,παλευε με δρακους και υψωνε τειχη
, εσκιζε τον ουρανο και γεννουσε αστερια.
Γιατι να θελει καποιος να γειωθει;
κι ας πληγιαζουν τα ποδια.
πως θα πεταξουμε κυριε μου ;
γιατι θα πεταξουμε στο ορκιζομαι!

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Σαν, sun ..

Σαν ηλιοβασιλεμα.
κοκκινα ματια και αλμυρα στα χειλη, δακρυα που πνιγονταν σαν λεξεις σε ενα χαμογελο.
Με ρωτουσε συχνα πως τα περναω ,μα εγω δεν περνουσα ουτε σαν σκια ουτε σαν σκεψη απο το μυαλο του κι ετσι σιωπησα.
Σαν καλοκαιρι.
Στα ηχεια να παιζει δυνατα κατι που αγαπουσες και να κλεινεις τα ματια  για να τον  φερεις κοντα σου,  παγωμενη γρανιτα και χωροχρονικες βολτες ,
να καινε τα ματια και η καρδια απο την αλμυρα κι η ζωη σου ανοστη χωρις εκεινον.
Σαν μια ατελειωτη βουτια.
Πνιγοσουν μεσα σου κι αυτο το καταλαβα εκεινο το δειλινο  που ειπες πως βλεπεις κι εσυ το ιδιο ονειρο και με κατευθυνες σε εκεινο τον πλανητη.
deja vue και υγρα φιλια στο πιο σκοτεινο μερος του κοσμου , εκει που δυο αδεσποτοι σκυλοι μαζευαν κυμματα και μαθαιναν πως αγαπιουνται οι ανθρωποι  και για πρωτη της φορα ειδε πυγολαμπιδες.
Σου κλεινω τα ματια, τεντωνω τα ποδια για να φτασω ως τον λαιμο σου ,φιλαω την πλατη σου και εσυ γυριζεις, οχι οπως αλλοτε μοναχα το προσωπο και χαμογελας, κερναω παγωτο σου εχω κρατησει θεση στο παγκακι και εσυ γελας.
Ειναι καλοκαιρι μεσα μου.
Κοιτα με εκαψε ο ηλιος απτα ματια σου, δεν κλαιω!
ψεμματα , κρυωνω κι ας ηρθε ο ιουνης.