Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Mην επιμενεις , δεν μεγαλωνω.





Ελεγαν μην κλεινεις τα ματια οταν περπατας μα θυμασαι τα view master? Ναι αυτα που τα εστριβες με το δαχτυλο σου και σε ταξιδευαν σε δαση πρασινα και ξωτικα που σου εγνεφαν να παρεις μερος,ε,εκεινη επαιρνε μερος καθε φορα,το προτιμουσε απτον κοσμο σας.
Μεχρι που στην ζωη της μπηκε το νεραιδωτο, μια μικρη φωνουλα απτα μεσα της,που πασχιζε να ξυπνησει καθε ειδους τρελας που θα μπορουσε να κουβαλαει  στους ωμους.
Την  κατευθυνε στα πιο περιεργα μονοπατια, την εβαζε να κυνηγα πεταλουδες και μπαμπουρες να τους μιλαει για αστεροσκονη και μακρινα ταξιδια,να τους κρυβει κατω απτο κρεββατι  και τις νυχτες να ακουει τα τραγουδια τους.
Αλλες φορες την παρακινουσε να ζωγραφισει στον τοιχο ξωτικα απο ζαχαρωτα και με την γλωσσα να πειθει τους φιλους να δοκιμασουν την γλυκια τους γευση,γελουσε με την ψυχη της η φωνουλα το νεραιδωτο μου και τα ματια της αστραφταν σαν εκρηξεις αστεριων.
Ουρλιαζε τους χειμωνες και χαμογελουσε τα καλοκαιρια,ελεγε δεν αντεχει το κρυο εξω και μεσα στους ανθρωπους.
Ελεγε πως θα την εγκατελειπε οταν θα μεγαλωνε και φοβοταν να την χασει ,εβαζε στοιχημα πως δεν θα μεγαλωνε και ετσι δανειζοταν παιδο - ονειρα για χρονια ανταλασοντας τα με πεταλουδονειρατα και μπαμπουρες που ξερουν να γαργαλουν ,τα παιδια χαμογελουσαν και εκεινη κοιμοταν στα συννεφενια τους ονειρα.
Δεν μεγαλωνε και οι μεγαλοι την.κοροιδευαν καμμια φορα την τιμωρουσαν κουνωντας εκεινο το δαχτυλο με υφος αστυνομικο ,
Τους σιχαινοταν τους αστυνομικους και την κυρα εξουσια που κουνουσε την δυναμη της πανω απτα κεφαλια των αδυναμων ,παρασυροντας ετσι και τους δυνατους.
Το νεραιδωτο την παει σε υπογεια παρτυ και σε ανθρωπους παγιδες,σε ηλιοβασιλεματα και πρασινα αλογα,αλλοτε σε αδιεξοδες κουνελοτρυπες και τσαγιερες που ξερουν να χορευουν,σε σχεσεις.μονοδρομες και αγαπες που λιωνουν σαν ζαχαρη στον ηλιο.
Ομως το νεραιδωτο της δινει φτερα και θεληση,διψα για ζωη και.παιχνιδι.
Τι εννοεις πως η ζωη δεν ειναι.παιχνιδι?

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

θελω την μερα που θα φυγεις, απτο πρωι να μου γελας..






Ηθελε να μεινει.
Αμηχανια , η κουπα με τον καφε αχνιζε απειλητικα, θα καεις ,απο ερωτα, μεινε η φυγε για παντα.
Πηγαινοερχοταν με τα βιβλια στα χερια ,πανω κατω και η καρδια της ανω κατω, ψελλιζε στιχους της σαρα κεην και στα ακουστικα εκκωφαντικη νοσταλγια.
Βυσσινοκηπος, κατακοκκινα χειλη γεματα ποθο απο παλια, ετοιμα να εκραγουν βεγγαλικα στα δικα του, καμμια δευτερη σκεψη, πλησιασε και εκλεισε τα ματια .
Μετα πηρε την καρδια της βολτα στην παραλια και στο λουνα παρκ,  στην λαικη του σαββατου και στον σαλτιμπαγκο που λατρευε να βλεπει τις κυριακες στο γκαζι, χτυπουσε μανιασμενα κατω απο σκεπασματα ,κρυμμενη σε στενα και στο στερνο του , να μιλουν ασταματητα για το τιποτα και για ολα , να ξεσπουν σε γελια και να ξυπνουν χαραματα να βγουν στο μπαλκονι γυμνοι να καπνισουν τσιγαρο κοιταζωντας απο ψηλα την ερημη πολη και τον τρελο γειτονα.
Γλυκο κουταλιου και φιλια, στην παλια πολυθρονα ,λεκεδες στην ψυχη τους η εποχη μα οι δρομοι ηταν καθαρση και παθος μαζι, ετσι χερι χερι ιδρωναν στην ασφαλτο , με την ψυχη για μασκα και τα τεχνητα δακρυα να μπερδευουν τα αληθινα.

Χειμωνας και ανοιξη δεν ειχε σημασια πια καμμια, τα αστερια κομπιαζαν και εκεινοι κομπαζαν για εναν ερωτα  , εναν ερωτα που δεν ειχε σημασια αν θα αντεχε στον χρονο , με μια συμφωνια για την ασυμφωνια χαρακτηρων, αν επαυε να σιγοκαιει το παθος θα εφευγαν, θα χωριζαν οι δρομοι τους χωρις μια λεξη, ενας απο τους δυο αν ενιωθε πως στην κλεψυδρα του απεμειναν λιγοστοι μικροσκοπικοι κοκκοι που εφταναν στο τελος θα ειχε σημανει το τελος, χωρις αποχαιρετισμους ,λογια και δακρυα.
Καθε μερα κοιταζονταν στα ματια σαν να ηταν η τελευταια μερα  σαν να προσπαθουσαν να μαντεψουν ποιος θα εκανε την κινηση ματ.

Εκανε ησυχια να ακουσει τα πατηματα του στις σκαλες και τις νυχτες μαντευε τα ονειρα του, τα κλεδια στην τσεπη και στα ματια του αναζητουσε την φλογα εκεινη που εκαιγε καθε αμφιβολια, η ιδια αγωνια μερα νυχτα βολοδερνε μεσα τους ,ετσι ζωντανη η επιθυμια κρεμοταν απτα χειλη τους.

Η αγαπη χρειαζεται οξυγονο να αναπνεει και δρομους να διανυειν κανενας φοβος δεν ειναι πιο δυνατος απο την επιθυμια...


Να βασιλέψει η ελευθερία . Κι ο ήλιος να μη δύσει ποτέ σε ένα τόσο λαμπρό ανθρώπινο επίτευγμα .
ΝΕΛΣΟΝ ΜΑΝΤΕΛΑ  
  

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Διαδρομες.




Απλωνε το χερι του με μαεστρια σαν να κατευθυνε ορχηστρα απο ορδες αυτοκινητων , αεναη κινηση που λες και ανακατευε τον κοσμο σε ενα μεγαλο καζανι.
Αγερωχος και με καλτσες αταιριαστες , μια κοκκινη μια μπλε, ενα χαρτοκουτο στα ποδια του με χιλιαδες μικρα αντικειμενα μπροστα του και ενα σημαδακι κοντα στο ματι του που μαρτυρουσε , καβγα.
Δεν ξερω γιατι αλλα συνηθιζα να πιανω κουβεντα με ανθρωπους που μου κινουσαν την περιεργεια κι ετσι βυθισμενη στις σκεψεις περασα στο απεναντι ακρο και τον πλησιασα.
Η ιστορια λιγο πολυ γνωστη, θαλλασοπνιχτης ,συνορα και αγνωστοι αναμεσα σε αγνωστους που δεμενη λες με διαφανη κλωστη εμαθαν να προστατευουν ο ενας τον αλλον στην νεα πατριδα.
Αυτο που δεν ξερεις ειναι πως ο αγαπημενος φιλος πια με το τεραστιο χαμογελο παρολη την ταλαιπωρια του , εμαθε να γραφει και να διαβαζει ελληνικα, μιλουσε απταιστα την ελληνικη βουτηγμενη σε πολλα τονισμενα σιγμα, δινοντας ετσι μια αστεια μουσικη στις ηδη γνωριμες λεξεις.
Μου μιλησε για ποιηση και εδειξε με τα χερια του μεσα στο κουτι, εσκυψα και κρατησα στα χερια μου ενα μισοσκισμενο βιβλιο  υπογραμμισμενο και βιασμενο απο χερια ανθρωπων που μολις το χορτασαν το πεταξαν στην ανακυκλωση.
Αγαπω τοσο πολυ τα βιβλια μου κι ετσι πριν προλαβω να του κανω μικρη κηδεια μεσα μου, συνειδητοποιησα πως βρηκε τον δρομο του και εφτασε στα σωστα χερια, ο φιλος μου που λες ο ΝΤΙΜΙΤΡΙ με ρωτησε αν πιστευω στην τυχη, του εγνεψα ναι και μου απηγγειλε

''o ατυχος και ο αφρονας ειναι δυο πλασματα συνωνυμα ''

Τον αφησα εκει , αφησα ενα κομματι του εαυτου μου εκει, η εννοια του με εφερε πολλες φορες στον δρομο του, αλλωστε παντα ειχε να πει κατι που θα εμενε ανεξιτηλο μεσα μου.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

θυμαμαι.





Δεν ηξερε αν εκλαιγε για την κοριτσοπαρεα στην παραλια που τυλιγονταν με μεθυσμενα λογια,η για το τηλεφωνο που  στοργικα εκλιπαρουσε για αγαπη, το μονο που πηρε απατη.
Δακρυα πικρα και μεταξενια χαιδευουν το μαγουλο και οδηγουνται σε αδιεξοδα μισανοιχτα χειλη,θα χαθουν για παντα οπως τα λογια και οι υποσχεσεις που εδωσαν, θα τα καταπιει οπως και ολες τις δυσκολιες.
Τον θυμηθηκε να μπαινει στο πλοιο ,δεν γυρισε λεπτο να κοιταξει πως εσβηναν τα αστερια στον δρομο της ,γυρω μονο σκοταδι.
Τα πηρε ολα αυτη η αγαπη σαν το αγερι στην αυλη της σαν τα ματια του στο ηλιοβασιλεμα,εκλεψαν την καρδια της για παντα..
Τα κοριτσια αλλαξαν δρομο και το καλοκαιρι εσβησε σαν σπιρτο σε βροχη, ηρθαν οι μερες που ποτε ξανα δεν θα μασταν ιδιοι,μονο νυχτες μειναν σαν και αυτη που τους θυμοταν και η καρδια πονουσε σαν παλια πληγη στην υγρασια.
Ξενιτεμενοι απτης ματιας την χωρα., πατριδα ειναι η θυμηση και η αγαπη δρομος, οσο μακρια κι αν πας , η θυμηση ειναι ανεξιτηλη.
.
Δεν λυπαμαι , μου αρκει που θυμαμαι.






Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Υπερηφανεια & προκαταληψη.





Υπερηφανεια και προκαταληψη.
Φωναξε τον εσπρωξε ενα αλβανακι και λιγο πιο κατω διπλα απτον σκουπιδοτενεκε ενα παρατημενο αρκουδακι, γκριζο, αυτο ειδα πρωτα και επειτα ακουσα τις φωνες.
Θυμωσα ως το κοκκαλο, εκλεισα τα αυτια του παιδιου μου να μην ακουσει τις βρωμιες τους, δεν δεχομαι κανενας να κατευθυνει το μισος μεσα του. κανεις.
Πλησιασα και ειπα μια λεξη, ντροπη.
Δυνατα και με οργη που επνιγε λαοθαλλασα αθωων.
Λιγο πριν τραγουδησαν τον εθνικο υμνο, δακρυα στα ματια για ολα τους , για την υπερπροσπαθεια να τα καταφερουν , με νυσταγμενα προσωπα και λευκα πουκαμισα, σαν τις ψυχες του.
Οχια και δηλητηριο πλυμμηρισε την αιθουσα, βλεπεις κανεις δεν αντιδρα μεσα και εξω απτο σωμα του, εχει αγαπησει αλλωστε τοσο πολυ τον καναπε του που ειναι σαν να βλεπω τον φαρδυ σωματοτυπο του να εχει μετατραπει ολοκληρος σε καναπε.
Γιατι εκλαιγε ο Π μαμα? Ειναι φιλος μου και δεν θελω να τον βλεπω να κλαιει.
Τρεχει προς το μερος του , απλωνει το χερι και κατευθυνονται στις κουνιες στην αυλη,τους ακουω να φωναζουν ει φιλε  και πλυμμηριζει ζεστασια ξανα το παγωμενο μυαλο μου.
Δεν θελω αλλο μισος, δεν θελω περιστατικα, θελω ολογιομη αγαπη και χαρα για εκεινα, θελω ισοτητα και ελευθερια στο μυαλο τους, οτιδηποτε γκριζο δεν χωραει στον πολυχρωμο κοσμο τους.
Κι εσυ μην κλαις ψυχη μου, εισαι πιο ανθρωπος απο καθε ανθρωπακι γυρω σου, αυτο εισαι.
Ειμαι υπερηφανη, για ολους σας.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

το ταξιδι της γατας




Την απολυτη ελευθερια μπορεις να την διαχειριστεις?
εκεινο το καλοκαιρι η γατα μου και εγω συνταξιδιωτες  ,φτασαμε στον τελικο προορισμο-το ονειρενιο νησι με τους κεδρους 
 τα ηλιοβασιλεματα, τον καθαριο ουρανο και τις αμετρητες σκηνες..









ο γατοπαραδεισος ηταν εδω ολογιομος μπροστα τις ,η απολυτη αναρχια του νησιου οξυνε τις αισθησεις τις. Μαγικα









τα ενστικτα τις ανταποκριθηκαν και αρχισε να τρεχει ,να μυριζει ,να ξαπλωνει και να ερωτοτροπει με τις αχτιδες του ηλιου..
Κοιμηθηκε με το κυμα να την ταξιδευει και τον ηλιο να αρνειται να κρυφτει,οι αμμολοφοι και το δεντρο της  εγιναν εμμονη


 .








Ειχα ελευθερωσει το πνευμα της γατας μου ,οπως ακριβως εγινε και με το δικο μου πνευμα.Αυτη η λυτρωτικη αισθηση της ελευθεριας ,η απολυτη ενωση με την φυση ειχαν αντικτυπο και στις δυο μας,
Πισω στην πολυβουη αθηνα ,με τις πορειες και το βαθυ γκριζο του ουρανο,την ληθη και την θλιψη στα προσωπα των ανθρωπων,το καλοκαιρι τελειωσε.













Το καλοκαιρι μεσα μας  απειρο και ζεστο  σαν την αμμουδια,μια υποσχεση και ενα ονειρο.
Μια μερα θα γυρισω πισω,για παντα...


υ.γ το κειμενο εχει φιλοξενηθει και στο αγαπημενο μου http://www.doctv.gr/ μπορεις να το διαβασεις κι εδω :http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG3495
ειναι απολυτα εμπνευσμενο απο την αδερφη μου και την γατα της , σας αγαπω κοριτσια μου





Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Αγαπα με αν τολμας.




Τα δοκιμασαν ολα.
μεχρι να βρουν που ανηκουν, μια ζεστη γωνια να χωθουν μεσα της.
Καπνισαν τσιγαρα σε ταρατσες κοιταζωντας τα αστερια και στα βραχακια του παλιου λιμανιου χαραξαν τριπαρισμενους στιχους ,νιοβγαλτους.
Θα γυριζαν μια μερα εκει μα το κυμα ειχε ξεχασει την μορφη τους και τους εδιωξε αφριζοντας, ετσι δεν θυμηθηκαν, ουτε ειδαν πως οι στιχοι αντεξαν περισσοτερο απο εκεινους.
Επειτα χαθηκαν και οι δυο αλλαξαν  πολεις , σπουδες και ταξιδια, μεταμεσονυχτια τηλεφωνηματα και συμβουλες online.
Τα δοκιμασαν ολα , τον ερωτα,  την πικρα ,τα ορια τους και την υπομονη, κυριως την υπομονη.
Ολα αλλαζαν στην μικρη τους πολη, οι δρομοι μικραιναν και ποδηλατα πλυμμηριζαν τον πεζοδρομο, παγωμενα γιαουρτια παντου, παγωμενα προσωπα στο χρονο.
Η πλατεια τους υποδεχτηκε με ενα συμμετρικο πεταγμα των περιστεριων πανω απτα κεφαλια τους και εκεινοι ετρεξαν να χαθουν ο ενας στην αγκαλια του αλλου, περασαν περιπου 2 χρονια ,μετρησαν ποσες αγκαλιες τους αναλογουσαν σε σχεση με τον χρονο που τους στερησε την συντροφια του ενος στον αλλο .
Η πρωτη φορα που γνωριστηκαν ηταν στην πεμπτη δημοτικου οταν εκεινη μεταγραφη απο αλλο σχολειο εσερνε θλιμμενη την τσαντα της στο πατωμα , παρασυροντας  το μολυβι του που κειτωνταν στο πατωμα μαλλον πεθαμενο απο πληξη.
Της εκανε νευμα και καθισε αδιαφορα μαζι του στο θρανιο , δεν συστηθηκαν ,ουτε ανταλλαξαν λεξη για  μερες, μοναχα  της χαρισε το μολυβι του που αναστηθηκε στα χερια της πλυμμηριζοντας τις λευκες του σελιδες σχεδια και λεξεις αρρηκτα συνδεδεμενες μεταξυ τους.
Ηταν μικροσκοπικη μα τα δαχτυλα της οταν ζωγραφιζε φανταζαν  γιγαντια στα ματια του, θαρρεις και με αυτα τα χερια θα μπορουσε να σκαρφαλωσει σε νοτες και να σμιλευσει ζωγραφιες πανω του.
Μεγαλωνοντας το εκανε, το πρωτο του τατουαζ βλεπεις το "χτυπησε" εκεινη , μαθαινοντας για την σχολη της , σε ενα ταξιδι κοντα της ,ενα σαββατοκυριακο γεματο απο θυμησες και παιδικη αφελεια, αλλωστε τα ειχαν δοκιμασει ολα ,πως να μην της χαριζε σαρκα και εκεινη για πολλοστη φορα μια ζωγραφια της , επανω του.
Ηταν ενα μεθυσμενο απογευμα που το δειλινο ξελογιαζε τα πουλια εξω απτο παραθυρο της οταν την ρωτουσε απτην αλλη γραμμη στο τηλεφωνο αν την αγαπαει, ηταν ενα μωβ απογευμα χωρις απαντηση.
Αλλαζαν οψεις και μαλλια , ερωτες σαν τα πουκαμισα ,μοναχα τα ραντεβου τους δεν αλλαζαν , χριστουγεννα -πασχα και ισως καποια απτα καλοκαιρια που με μια σκηνη στον ωμο ταξιδεψαν μαζι πριν χαθουν  κυνηγωντας στα σοκακια καινουργιους ερωτες.
Δεν παραδεχτηκαν ποτε πως μεγαλωσαν ο ενας μεσα στον αλλο, δεν παραδεχτηκαν ποτε πως μεγαλωσαν γενικοτερα, ακομα μπορουσε να τον δει στο σχολειο με ματωμενα γονατα να σφιγγει τους μυς του προσωπου του για να μην κλαψει μπροστα της ,ακομα μπορουσε να τους δει μαζι κατω απτο σεντονι της μαμας με τους φακους στα χερια να γυρευουν φαντασματα και αραχνιασμενα ονειρα, τωρα ολα  ειχαν αντικατασταθει απο θριλερ στο σκοταδι  και ποπ κορν.
του ειχε γραψει ειναι αναγκη να σε δω, sos, αυτο ξερα, τελεια και παυλα, μαζεψε δυο ρουχα και πηρε την πρωτη πτηση για ελλαδα, ειχε τοσα αναπαντητα ερωτηματα και τοση αποσταση , ειχε να την δει πεντε ολοκληρα χρονια και ενω δεν ειχε περασει ημερα χωρις να μιλησουν ,δεν την ειχε ξανακουσει ετσι.
Εφτασε περασμενες 5 το πρωι στο ελευθεριος βενιζελος και θυμηθηκε την εκφραση να φιλησω τα χωματα που της φαινοταν αστεια, τωρα δεν εμοιαζε καθολου αστεια πια καθως εβγαζε το ζακετακι της αφηνοντας την ζεστη να κατακτησει καθε κυτταρο της, ειχε υποστει αρκετη υγρασια και ψυχροτητα στην αγγλια αλλωστε.
Αποσκευες και εξοδος, τσιγαρο και ακουστικα , madrugada και this old house.
Ενα σφυριγμα αργοτερα και τα ματια τους θα συναντιονταν εκει , γεματα δακρυα και συννεφα, αποφασισαν να μην πανε σπιτι , να τρεξουν στα βραχακια να καπνισουν σαν αλλοτε κρυφα και να ανταμωσουν με την ανατολη.

-Ειμαι εγκυος θα του ελεγε, θα το κρατησω μονη μου, ο πατερας αποδειχτηκε σκετο τερας.
Θα αρπαζε το τσιγαρο απτα χειλη της και θα φιλουσε την κοιλια της , δακρυα θα μουσκευαν την μπλουζα της και τα χερια της θα ζωγραφιζαν στην πλατη του στην αριστερη πλευρα μια τεραστια καρδια.
Εφυγαν μαζι ,εμειναν μαζι, γερασαν μαζι.
Δεν ερωτευτηκαν ποτε  περασαν απευθειας στην αγαπη απο τα παιδικα τους χρονια, δεν κατεληξαν μαζι απο υποχρεωση η απογνωση, κατεληξαν μαζι απο μια απαντηση.

-Θυμασαι εκεινο το απογευμα που σε ρωτησα αν μαγαπας?
δεν απαντησες ,χαμογελασες και αλλαξες κουβεντα, ησουν παντα φιλος και αδερφος μα μεσα μου εκαιγε η ερωτηση.

-Την απαντηση στην ειχα δωσει μικρη μου,..
- ποτε?
 -χρονια πριν με ρωτησεις οταν  τα ιερογλυφικα στο τατουαζ που μου εκανες θα εγραφαν,  
σαγαπω στο χτες στο σημερα στο παντα, θα ελπιζω σε ενα μωβ δειλινο μαζι σου..


στα μωβ δειλινα και στις διαδρομες των ανθρωπων μεχρι να φτασουν σε μια ανατολη να δυσουν στο σωμα που αγαπουν για παντα..




I guess im growing up



Ειναι φορες που αντιμετωπιζω τον εαυτο μου στα ονειρα, ερχομαι λεει και ειμαι παλι παιδι, κυνηγαω τα αδερφια μου και ζωγραφιζω τους τοιχους ,  χορευω στην βροχη και μετραω τις μελανιες στα γονατα μου, με ταχταριζει η μανα και η γιαγια μυριζει κανελα και γαρυφαλλο.
Με καθιζω στο σκαμνι και  θυμαμαι τα ομορφα, τα μικρα πραγματα που με κατευθυναν στον εαυτο μου σημερα, πισω απτις δαντελενιες κουρτινες της γιαγιας κρυβοταν ο κοσμος και ηθελα να ρουφηξω καθε του προκληση.
Ποσο θα θελα να παρω το μικρο σου χερακι και να πεταξουμε ως το ονειρο μαζι, να δεις τον ηλιο και το δεντρο ,την αυλη και τα γελια , να ακουσεις της γιαγιας τα παραμυθια που μεσα μου αποκοιμηθηκαν μεχρι που ηρθες εσυ και τα γυρεψες.
Δεν ηθελα να δεις ετουτο τον κοσμο εδω που μισει και μισιεται , που δικαιοσυνη δεν γνωριζει, ουτε ελευθερια, οι φιλοι δεν μοιαζουν φιλοι και μοναχα σιωπουν.
Μα εσυ κανεις το ονειρο να φανταζει αληθινο, απλωνεις το μικρο σου χερακι και με πας εκει που τα παιδια δεν γνωριζουν τι θα πει ρατσισμος η μισος, στην αυλη του σχολειου να ενωνεις την φωνη σου με τους φιλους , με οδηγεις μεσα μου και παλι.
Μαθε με τι σημαινει να μοιραζεσαι και να αγαπας, μαθε με ονειρα και στοχους, ελπιδες και γελια γαργαρα, μαθε με, το χρειαζομαι κι εγω κι ο κοσμος μας..


υ.γ καποιος ρωτησε ενα παιδι πρωτης δημοτικου αν στο σχολειο του εχουν αλβανακια, πακιστανους, ρωσους, εκεινο γουρλωσε τα ματια και απαντησε πως οχι δεν εχουν , στο σχολειο του εχει μονο παιδακια.
Αυτη ειναι η απαντηση σε ολες μου τις ερωτησεις , η απαντηση ειναι
ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ.


Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013





Υπαρχουν καταστασεις που ξεπερνας και αλλες που ξεχνας , μα ειναι και αυτες που καρφωνονται στο  υποσυνειδητο και καθε φορα που κατι θυμιζει το παρελθον, χτυπαει συναγερμος, χερια που μουδιαζουν και τρεμουν, καρδια που χορευει σαν τρελη μεταλ, οχι με την καλη εννοια αν με εννοεις.
Οι πεταλουδες αντικαθιστανται με νυχτεριδες στο στομαχι και η προσμονη δεν ειναι αλλο απο μια εμμονη.
Ενταξει το αγαπας ,αλλα μεχρι που θα εφτανες για να κανεις το κουσουρι να μοιαζει κουνελι που ξεπηδα απο καπελο μαγου?
Και ενταξει εσυ κλεινεις τα ματια, αλλα κοιταζεις γυρω σου και ολα τα βλεμματα ειναι στραμμενα πανω σου , διφορουμενα τα συναισθηματα σου καρναβαλι τα εκανες και δεν εμαθες την αληθεια πισω απτην μασκα.
Καθαρα δευτερα και μαλακιες, καθαρο τιποτα δεν εμεινε, παρα μονον τα παιδια και τα γελια τους, οι χαρταετοι και το τσουγκρισμα των ποτηριων.
Μπορει να γερναω μαμα  και η παραξενια μου να παταει γκαζι, αλλα μαμα φρενο δεν παταω στην ζωη μου και το ξερεις πολυ καλα, τα σημαδια στο σωμα και κυριως στο μυαλο μαρτυρουν τις πτωσεις και τις συγκρουσεις.
Να τωρα τι θυμηθηκα ! τον παππου κατω απτην ελια ξαπλωμενο να μου απανταει στην ερωτηση μου, γιατι εμεινε μονος στην ζωη:
σαγαπω , μα αγαπω πιο πολυ τον εαυτο μου..
καλημερα λοιπον και φωτια στα ημιμετρα.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

who?




Ολα σχεδον δεδομενα. σχεδον..
Ξυπνας , σιχτιριζεις η χαμογελας σχεδον εναλαξ ,ντυνεσαι πινεις καφε και αναρωτιεσαι τι θα κανεις ολη την υπολοιπη μερα σου, αφου εχεις χασει την δουλεια σου και η οικονομικη σου κατασταση ειναι σε mode amber allert.
Αν εισαι γενναιος θα ανοιξεις την τηλεοραση μεχρι να νιωσεις ρακος, θα την κλεισεις και θα κατευθυνθεις μεχρι το παραθυρο, ανοιξη , μυρωδιες και ενας δειλος ηλιος που ερχετε ολο και πιο κοντα..
Θα θυμηθεις μια ρουτινα περασμενης εποχης και θα λυπηθεις για την τοτε συμπεριφορα σου, ναι εκεινη που σε σηκωνε απτο κρεββατι κατσουφη και σε κατευθυνε στο γραφειο.
Το γραφειο που ομολογουμενος σου λειπει τωρα πια.
Θα ανοιξεις την πορτα και θα περπατησεις μεχρι το παρκο, ειναι που μονο το βλεμμα των παιδιων δεν μαρτυρα πως εχει εμπλακει στην ολη κατασταση που ζουμε, τα κοιταζεις.. ευχεσαι να ησουν παιδι στην αγκαλια της γιαγιας και να τρεχεις στα σκαλια του σχολειου, να μαθαινεις να μετρας και να σου φαινεται απειρο το να φτασεις εως το 10.
Νιωθεις κουρασμενος και βαρυς απο την ακινησια του μυαλου και της καθημερινοτητας, συναντας ενα τσουρμο μαυροντυμενων στον δρομο και ξυπνανε οι αισθησεις σου, θυμος και αγανακτηση, εχεις νευρα μα δεν αντιδρας ολα μεσα σου τα χωνεις σαν ωρολογιακη βομβα τα ακους να χτυπουν στα μελιγκια σου.
Χτυπαει το τηλεφωνο παραδομενο κι αυτο σε ενα ringtone του james , στην αλλη ακρη της γραμμης ζεστη φωνη , αγαπημενη, ρωταει πως εισαι, απαντας ειμαι χαμενος, σε προκαλει να κοιταξεις πισω σου, κλεινεις το τηλεφωνο και τρεχεις να χαθεις στην αγκαλια της.
Δεν ειναι ολα δεδομενα θα λεει καποιες στιγμες αργοτερα, κοιταξε καθαρα γυρω σου , δεν εισαι εξαιρεση ,εγινες κανονας, γιναμε κανονας.
Θα  μοιραστουμε καφε και κουλουρι ζεστο , θα χωριστουμε σε μια διασταυρωση , θα σε κοιταζει μεχρι να χαθεις στο πληθος , κουκιδα στο απειρο. Παλι μονος.
Ανασα βαθεια και ζεν.
Eξωπορτα και χαρτονενια σπιτια, θα βρεξει και στην εικονα καταιγιδα μεσα σου, προσπερνας καθε μερα μα σημερα οχι, θα σταθεις στην βροχη , θα νιωσεις ντροπη. Θα ξεπλυνεις την οργη.



Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

μοναδικη μου.








Δεν κρατησε πολυ, μια στιγμη η δυο.
Της φορεσαν μια καταλευκη ρομπα και την οδηγησαν σε ενα ανηλιαγο δωματιο, ενα κρεββατι αλλοπροσαλλο και δυο κουβερτες.
Χαμογελουσαν διαφορετικα , δεν ηταν απο τα χαμογελα που τρυπωναν μεσα σου, αδιαφορα ηταν, κατευναστικα.
Δεν ενιωθε, αυτο την οδηγησε εκει.
Τα ματια της καρφωμενα στην βαλιτσα, σκεφτοταν πως γινετε ενας ανθρωπος να χωρεσει ολη του την ζωη εκει μεσα, πως να στοιβαξει κανεις ενα σωρο απο ονειρα και αναμνησεις.
Ειχε ορκιστει να προσπαθησει , ειχε αφεθει να νιωσει μα δεν ενιωθε.
Εφταιγε η εποχη ισως τα ψεμματα και η αδιαφορια τους , δεν μπορουσε να εστιασει στη ριζα του προβληματος γιατι σαν λερναια υδρα εκοβε και ξεπηδουσαν κεφαλια .
Προσποιουνταν πως καταλαβαιναν, την επισκεπτονταν συχνα μα δεν τους ενιωθε δικους της, ειχε χασει την εμπιστοσυνη της, εμοιαζαν ολοι εχθροι που δανειζονταν σωματα δικων της αγαπημενων.
Εμεινε μονη για μηνες στο κλειστο δωματιο υψωνοντας τοιχο στο συμπαν , ηθελε απελπισμενα να νιωσει , εφερνε στο μυαλο εικονες και λεξεις, ανθρωπους και στιγμουλες.
Το παραδοξο ειναι πως δεν την αγγιζαν , δεν εβρισκε την ζωη της στο παρελθον της, σαν να ελειπε μονιμα απτον εαυτο της αι τους γυρω της.
Την αγαπησα πολυ.
Σχεδον με μεγαλωσε , δεν ειχαμε μεγαλη διαφορα ηλικιας ισως 5 χρονια μα παντα ειχε μητρικη φιγουρα δανεικη απο μικρο παιδι, με ταιζε και στολιζε την ψυχη μου λουλουδια, μου εσφιγγε το χερι και μου μιλουσε ακαταπαυστα για τους πλανητες και την απομακρη ομορφια τους.
Με εκανε να αγαπω τα αστερια.
Οταν την ανταμωσα στον μικρο κηπο με τις υπεροχες φτελιες και τα αγριολουλουδα , με συνεπηρε η μορφη της , βλεπεις παντα πιστευα πως ειναι αερικο.
Δεν μπορεσα ποτε να αποδεχτω την αρρωστια της.
Δεν την εβλεπα ,δεν την ενιωθα για μενα ηταν παντα ιδια, μοναδικη.
Με πλησιασε και με κρατησε απτο χερι, σκουπισε τα δακρυα μου και καθισαμε για ωρες στο παγκακι χωρις να πουμε λεξη, το ηλιοβασιλεμα μας βρηκε εκει σφιχταγκαλιασμενες και μεθυσμενες απτην ομορφια του.
Ωραια που θα ηταν να εμενες , ειπε. Να ανακαλυπταμε νεους πλανητες  και μετεωριτες, θα στους χαριζα παλι απο την αρχη.
Μεσα μου ηταν παντα η ιδια, ποτε μου δεν καταλαβα γιατι ελεγαν πως ειναι διαφορετικη, για μενα ηταν απλο, αγαπουσε τα αστερια, αυτο ηταν ολο!
Εφυγα κοιτωντας τις μυτες των παπουτσιων μου για ωρες, περπατησα για ωρες κοιταζοντας τα, ειχα μια απιστευτη αρνηση να υψωσω τα ματια στον ουρανο, δεν ηθελα να τον κοιταζω χωρις εκεινη.
Φοβομουν μην γινει αστερι, βλεπεις.
Μετα απο εναν χρονο ανοιξε η πορτα και το γελιο της μας επνιξε.
πιαστηκαμε χερι χερι και τρεξαμε στην πλατεια , εκει ηθελε να παμε, στην πλατεια μας.
Ειμαι καλα, ειπε. Αισθανομαι ευγνωμοσυνη για τον ηλιο και τα λουλουδια, κοιτα, ειπε, κοιτα ποση ομορφια γυρω μας.
Μην φοβασαι, συνεχισε ειναι πολλα τα αστερια μας και μας περιμενουν στωικα να τα ανακαλυψουμε.
Αποψε , ειπε.
Εκεινο  το βραδυ δεν κλεισαμε ματι
σκαρωσαμε καινουργια αστρικα ταξιδια και λεξεις απροσδιοριστες ,ολοδικες μας, τα χερια παντα σφιχτα δεμενα το ενα πανω στο αλλο.
Ειμαι διαφορετικη , ειπε με υφος παιδιου.
Εισαι μοναδικη, ειπα με ολη μου την καρδια.
Εχω να την δω απο τοτε , απο εκεινη την νυχτα, μου γραφει πως νιωθει πια.. μου υποσχεται φεγγαροβολτες σαν αλλοτε,
της γραφω πως ειναι μοναδικη.
Το εννοω απτα βαθη των γαλαξιων
Για μενα θα ειναι παντα ενα αστερι που ξεπεσε στην γη. Αυτο ειναι.
Σεβασου την διαφορετικοτητα, μαθε απο αυτην αγκαλιασε την , υπαρχει χωρος για ολους μεσα σου..
Αν εσυ και εγω μπορουμε , μια μερα θα μπορεσει και ο κοσμος ολος..
.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

once lucky always lucky






Περπαταει στις μυτες τις νυχτες και τα πρωινα χαριζει απλοχερα χαμογελα, για εκεινον παντα ειναι νωρις και ο υπνος περιττος.
Ολα ειναι καινουργια και ετσι τα αντιμετωπιζει.
Μας λεει ιστοριες για δρακους και πολεμαει τους φοβους μας, του μιλαμε για αγαπη και στοχους.
Ειναι μικροσκοπικος μα εχει μεγαλη καρδια δεν ξεχωριζει τους ανθρωπους και λατρευει την διαφορετικοτητα.
Ξεπερναει τις δυναμεις του κατακτωντας οποιον τον γνωριζει.
Εχει αποριες σχεδον για τα παντα και οι απαντησεις δεν του ειναι αρκετες, κλαιει ευκολα μα συγχωρει ακομα πιο ευκολα.
Γελαει δυνατα με την ψυχη του με τα πιο απλα πραγματα.
Λατρευει τα παιχνιδια και κυριως τις αγκαλιες και τα νανουρισματα, οταν μεγαλωσει λεει θα γινει γιατρος για να μας γιατρεψει ολους.
Βλεπεις ειναι 5 αλλα ηδη γνωριζει πως ο κοσμος γυρω μας ειναι αρρωστος.
Του χρωσταω τα παντα μα δεν χρωσταει σε κανεναν, ειναι η μοναδικη αγαπη που δεν στερευει παρα γιγαντωνεται.
Ειναι η πηγη των δακρυων μου ,συνηθως απο χαρα.
Για χαρη του παραμενω παιδι και τραγουδω μαζι του στα συννεφα,παιζω μπαλα με κουκουναρια και ζωγραφιζω ρομποτ ,για χαρη του αναπνεω και ελπιζω, παλευω και δεν λυγιζω.
Για χαρη του θα εφτανα ως την ακρη του κοσμου ακομα και στην ακρη του ουρανου.
Αποψε ηρθε στον υπνο μου και τυλιχτηκε γυρω μου,
αποψε δεν εκλεισα ματι παρα μονο κοιταζα τον παραδεισο στην αγκαλια μου.
Σημερα σαγαπω σαν να μην υπηρχε αυριο κι αυριο θα σαγαπω σαν να μην υπηρχε ζωη πριν απο σενα.
Σε ευχαριστω.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Αγαπη απο ζαχαρη.




Να συμμαζεψω γρηγορα, 
η ακαταστασια της αγαπης μας μπορει να μην αντεξει την βρωμια τους, να ξεσκονισω τα λογια του και να πλυνω την χαρα μας.
Ειναι  φορες βλεπεις που τα αστερια που μου χαριζεις τους ενοχλουν και ετσι  θα τα κρυψω στο συρταρι μου μαζι με την καρδια σου, μην την αγγιξουν ξενα χερια .
Ειναι ευθραυστες οι μερες τους φοβαμαι μην μας ραγισουν ,δεν θελω να υπαρχουμε στα λογια τους πισω απο γυρισμενες πλατες ,στην πραγματικοτητα δεν με φοβιζουν μαλλον με ανατριχιαζουν.
Προτιμω να ανατριχιαζω απτο αγγιγμα σου, δεν τους θελω κοιτα πως μας κοιτουν με αδεια ματια, γυρευουν να γεμισουν τις κενες ζωες τους με τα γεματα βραδια μας.
Δεν τους θελω.
Γιαυτο ασε με να σε φιλαω τις νυχτες σαν να ξορκιζω το κακο και να ενωνουμε τα κορμια φτιαχνοντας ασπιδα, με ανατριχιαζουν .
Και δεν υπαρχει αντιδοτο  στην κακια τους παρα μονο η αγαπη μας , θα μεγαλωνει και θα επιτιθεται με την χαρα της στην βρωμια αυτου του κοσμου,
θα αντεξουμε, ακους , θα αντεξουμε..
                                                                     

                                                                       υ.γ πιγκουινοι (ξερεις εσυ)







Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

lost bodies

Χαμενοι μεσα σε καπνους και αλκοολ, φιλοι που ηπιαν στην υγεια μας και τραγουδια που μας εφεραν δακρυα στα ματια.
Ολοι κατι κρυβουμε ελεγε και εκρυβα το προσωπο μου με τα χερια να μην δει την φιγουρα του στα ματια μου.
Περπαταμε για λιγο στα σκοτεινα,καληνυχτες απο ζαχαρη.
Φοβοι και λογια στοιβαγμενα μεσα σε σωματα ξαγρυπνα σε στρωματα ξενα,μοναξια και ληθη.
Ξημερωνει και η ομορφια αυτου του κοσμου θολη,τελευταιο τσιγαρο και φυγαμε ,ετσι;
Ουσιαστικα ποτε δεν φυγαμε,φιλε μου.
Ακομα ξημερωνει μεσα μας.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

θελω πισω της γιαγιας τα παραμυθια μακους?


Μου λες χρονια πολλα.
αηδιαζω φιλε. Και ξερεις κατι δεν θελω να νιωσω γυναικα , θελω να νιωσω ανθρωπος ξανα.
Βαρεθηκα τις γιορτουλες σου, τον υπερκαταναλωτισμο σου που δεν τον κοπασε ολος αυτος ο χαλασμος.
Εγινα πιο πικρη κι απο δηλητηριο, ποιος εγω, καταλαβαινεις?
Ακουω την γιαγια στην ιερισσο να φωναζει και θελω να ξεριζωσω τα μεσα μου, αθωωνεται η καφριλα και το μισος γινεται πια μαστιγα,
Μισουν οι χρυσαυγουλοι, μισεις την κατασταση, μισουν τα παιδια μας ,μισουν ολοι.
Ακομα τιποτα δεν καταλαβες, ειναι νωρις ακομα και ο πατος που ακουω συνεχεια να λες εγινε αποπατος φιλε και εχουμε βουλιαξει ολοι μας τοσο πολυ στα σκατα που βρωμανε οι ελπιδες.
Βαρεθηκα να ανεχομαι , δεν εκλεψα ρε φιλε, δεν πηρα δανειο ουτε  πιστωτικη , δεν εζησα εις βαρος κανενος.
Να κανω υπομονη λες , να δυναμωσουμε λες , να αντεξουμε ..
Στερεψα , ενα βημα μπροστα χιλια πισω και πεθαινουν απτην πεινα και οι γιαγιαδες βγαινουν στον δρομο και σε βλεπω να κρυωνεις  και τους φιλους μου διωχνουν και θελω να τα αλλαξω ολα, νισαφι πια.
Και το μονο που θελω να βγαινει απτα χειλη της γιαγιας ειναι παραμυθια..
αλλα σε παρακαλω μην μου λες χρονια πολλα γιατι θα την πληρωσεις εσυ, ακους? εσυ..

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

το κοριτσι.

Σαν κυριακη ακουστηκε η υποσχεση , σαν μια κυριακη που περιμενεις να ξαποστασεις.
Θα σε μαθω γραμματα για να μην μπορει κανεις να σε κοροιδεψει, θα σου φερω και νοτες να ξορκισουν τους εφιαλτες.
Νερο θελω,εχεις? Ματια ξερακιανα μολις δεκα χρονω ηταν δεν ηταν και εμοιαζε με σοφη υπερηλικα.
Ειχε ερθει κι αυτη με τον σκυλοπνιχτη μαζι με κατι αλλους που δεν γνωριζε,η μητερα δεν πηγε στο λιμανι εκεινη την μερα την ακουγε να κλαιει πισω απτην κλειστη πορτα και ο πατερας της ψιθυριζε στο αυτι,ειναι για το καλο σου,το καλο σου..
Το καλο μου το συναντησα σε μια διασταυρωση συγχρονο κοριτσακι με τα σπιρτα,αγαπη με την πρωτη ματια ,πλησιασε τοσο κοντα που λες και εκανε βουτια μεσα μου.
Δεν εχει γυρισμο η αγαπη αν σε μπλεξει στα διχτυα της κοιμασαι και ξυπνας με το μαραζι της.
Μετα καθε μερα δρομολογιο , πειναει ,διψαει ,φοβαμαι κι αλλα τετοια μεχρι να φανει.
Το κοριτσακι με τα σπιρτα.
Με ρωτησε καποτε αν μπορω να την παρω σπιτι και την πηρα αμεσως σαν να περιμενα στην εκινηση ξεκινησα να τρεχω κρατωντας την στην αγκαλια μου.
Υπαρχουν αδεσποτες ψυχες που μολις τραφουν και πλυνουν την ψυχη τους για λιγο στο καθαριο νερο φευγουν ευγνωμονες ,ανηκουν στον δρομο λες σαν να ζουσαν εκει απο παντα..
Ετσι και η μαρια μου ,η δικη μου μαρια που ενιωθε τυχερη που μπορουσε να δει τον ουρανο τις νυχτες,περπατουσε ξυπολητη και αψηφουσε τα φωτα γιατι γεννηθηκε στο σκοταδι, προσευχοταν να ξαναδει τους δικους της και εκανε το σαγαπω να σου ραγιζει την καρδια, να ξεχνας τι σημαινει πεινα, πονος η διψα.
Να ντρεπεσαι που κοιμασαι στα ζεστα και τα ματια σου να αρνιουνται να αλλαξουν εικονα κολλημενα πανω της.
Να κοιταζεις το παιδι σου να τρωει και να σπαραζει το μεσα σου για ολα τα παιδια του κοσμου που δεν ειχαν την τυχη του.
Να θελεις να αδειασεις τον ηλιο επανω της και να κανεις τον ουρανο κουβερτα να την τυλιγει τις νυχτες που αποκοιμιεται στο παλιο λιμανι.
Αδικη η ζωη φιλε μου , αδικη και λιγη.
Η μαρια η δικη μου μαρια δεν συχναζει πια σε δρομους, χαθηκε φιλε μου σαν αστερι που πεφτει, ποιος ξερει η μοιρα τι της επιφυλασει ,εψαξα ,εφαγα ολη την πολη καθε γωνια της ,ρωτησα κανεις δεν ηξερε φιλε μου κι εγω δειλιασα,επρεπε να την κρατησω για παντα, να κανω αυτο η εκεινο δεν ξερω, να πεταξω τα σπιρτα στην σαπια κοινωνια και να της βαλω φωτια να ζεσταθουν ολοι εκεινοι που ζουν εκει εξω,αναμεσα μας, αυτοι που αποφευγουμε με τροπο,τα παιδια μας.
Ειναι κατι μερες σαν κι αυτη που ψαχνω μεσα μου να θυμηθω το γελιο της και ευχομαι να ναι καπου ζεστα.
Αν εσυ αντικρυσεις ποτε το κοριτσι με τα σπιρτα και ακουει στο ονομα μαρια, γραψε μου πως ειναι καλα..

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

ο αχιλλεας (οχι απο το καϊρο)

Ερχοταν καθε τοσο στο σπιτι μας , τον θυμαμαι σαν τωρα  με το καλαθι στο χερι και τα αγκαθια στα μαλλια απτις ξαπλες στα απεραντα λιβαδια,χαζευε με τις ωρες  τον ουρανο μεχρι να τραφουν τα ζωα εκεινος ετρεφε την ψυχη του.
Ερχοταν με τα βαρυγδουπα πατηματα του στις σκαλες και την βροντερη του φωνη να μας θυμιζει πως ο φιλος μας για την καλη του την καρδια ,επεμενε χρονια τωρα να μας φερνει καλουδια .
Βρωμουσε ελευθερια και ξεγνοιασια  , μυρωδια που ξεχασαμε απο τοτε που τσιμεντωσαν την αλανα που παιζαμε κρυφτο και εκοψαν το δεντρο που ειχαμε σκαρωσει δεντροσπιτο, δεν ιδρωσαμε ξανα βλεπεις για τιποτα, ολα μας τα εκαναν ευκολα οι γονεις μας και η μασημενη τροφη μονο το σωμα ετρεφε, το μυαλο επρεπε να μην βγαινει απτις γραμμες ,ετσι λεγαν στο σχολειο.
Με τρομαζαν τοτε τα μεγαλα του ματια και τα χερια που εμοιαζαν λες και εσκαβαν απο την κουνια μα περνωντας τα χρονια τον αγαπησα, τον αγαπησαμε ολοι μας και μεγαλωσαμε με την προσμονη του, τον επισκεφθηκαμε και στο χωριο, ενα αξεχαστο καλοκαιρι..
Τι να πεις παντου αλανες , παιδοπαραδεισος ,θαλασσα και κρυψωνες , ψαρεμα και ουρανος, ξαπλες στην αμμουδια και ζωα που ηξεραν να συνομιλουν χωρις φωνη, λογια βαθεια ,χαραγμενα για παντα στην καρδια,χαδια και ηλιος στο προσωπο και εκεινος περηφανος και χαμογελαστος  με το τραχυ του γελιο ολο καλοσυνη και ευγνωμοσυνη για την ζωη.
Γιαγια εχει βρει το νοημα ο αχιλλεας της ελεγα μερικα χρονια αργοτερα , τι να το κανεις μου απαντουσε ερημωσε και το χωριο, φυγαν οι ανθρωποι και το χωμα στεγνωσε, τα ζωα λιγοστευουν και ο φιλος μας απεμεινε μοναχος να παλευει.
Πως γινετε ο ανθρωπος να απαρνιεται τις αιωνιες αλανες ,πως ξεχνας την μυρωδια απτο φρεσκο χωμα ?
Ειχα την σκεψη σου φιλε μου 
καπου διαβασα πως τωρα που τα πραγματα δυσκολεψαν ο κοσμος γυριζει πισω στις ριζες του, στα χωρια κι αναρωτιεμαι να χαμογελας?
Θα ανθισουν παλι τα λουλουδια? και οι δρομοι θα μυρισουν ζυμωτο ψωμι, ποσα ματια θα αντικρυσουν το μυστικο  που σκαλισα στο δεντρο και στο σχολειο θα ανοιξουν παλι τα παραθυρα?
θα γεμισει καλουδια η ψυχη του και παλι....



Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Η απιστη απιαστη ελπιδα.

Ναι.
Και μοχθησε και ταξιδεψε για να σκαρφιστει  το ονειρο της, απεκτησε μελανιες μεσα της και η μικρη φωνουλα  εγινε κραυγη που εδιωξε με την ασχημια της σαν σκιαχτρο οτι αγαπουσε, ολα για ενα ονειρο  δεν ελεγε και το τραγουδι  ? κι ας ειναι η φωτια του να σε καψει.
Μοναχη για χρονια παρατηρουσε με ηρεμια τους χειμωνες των θλιψεων της  και εφτιαχνε παραμυθια να γλιτωσει απο τους δρακους ,αυτο πριν συναντησει την καλη της νεραιδα.
Πιστευεις αραγε στις νεραιδες? η στους μονοκερους ? γιατι δεν ειμαι σιγουρη αν ηταν νεραιδα ,μονοκερος η  ξωτικο..
σου ελεγα μπορω να καταπιω το ουρανιο τοξο και γελουσες σαν παιδι , εκλεινες τα ματια με τα χερια σου και εγω το μονο που ζητουσα ηταν να πιστεψεις , να  ΜΕ πιστεψεις .
Γιαυτο και καθε φορα που γνωριζει καποιον πριν του ανοιξει πορτα να μπει μεσα της , τον ρωταει αν πιστευει στις νεραιδες και στους χαμογελαστους μετεωριτες στους μονοκερους και στα ουρανια τοξα που σε μεθουν, η απαντηση καταλυτικη.
Ολα ξεκινουν απο την πιστη και δεν μιλαω για θεους και δαιμονες παρα για ανθρωπους και ονειρα φιλε μου
δεν αλλαζει ο κοσμος ετσι απλα , κι ας ειναι μια μπαλα η γη που γυριζει δεν μπαινει σε γηπεδα παιχνιδι, ξεκιναει ματσακι μεσα σου σε σηκωνει απο τον καναπε και σε βγαζει εξω , εξαλλο και δυνατο και γεματο ονειρα και ελπιδες , ετοιμο οχι ετοιμοπολεμο αλλα ετοιμο , η αλλαγη ειναι μεσα σου φιλε μου, μεσα μου
και η πιστη βοηθαει
γιαυτο ξεκινα απτα απλα,
πιστεψε στην αγαπη και στους μονοκερους, στα ηλιθια αστρα μου οπως τα αποκαλεις και την αλληλεγγυη,
πιστεψε σε σενα και στην δυναμη σου, την δυναμη μας αν ενωσουμε τα χερια,
αν τρανταχτουν οι συνειδησεις μας θα κανουμε την γη να γυρισει και να ερθουν τα πανω κατω , πιστεψε γαμωτο, απλα πιστεψε..

Δανεικα ιδανικα


   

  


Ιδανικα αδειο απο ανθρωπους και συναισθηματα.
εγκαταλελειμενο.
Ειχε πει δεν θα γυριζε να κοιταξει καθως εφευγε, ποσο μαλλον να γυριζε πισω..οχι ..ποτε.
Τα πραγματα δυσκολεψαν και καποια διαδικαστικα θα επρεπε να βρουν λυση σπρωχνοντας την στον τοπο του "εγκληματος" , η φωτογραφικη της μνημη ειχε αυτοκτονησει μεσα σε τονους αλκοολ ομως κατα ποσο θα καταφερνε μπαινοντας εκει μεσα να μην δει ταινια ολα να ξαναζουν μπροστα της?
Οσο και αν αγαπησε τον τοπο εκεινο ,οσο και αν ταυτιστηκε με τους ανθρωπους γυρω της δεν καταφερε να ταιριαξει , εμοιαζε τοσο αλλοπροσαλλη με την εμμονη της να αγαπαει και να αγαπιεται που τελικα καταφερε μοναχα την αγαπη να παρει μαζι της φευγωντας , αφηνοντας πισω της τον εαυτο που κατεκτησε εκει, τον ρολο ,γιατι ρολος ηταν ειπαμε δεν ταιριαξε..
Μοναχα σε εκεινον ηταν ο εαυτος της , σε εκεινον ηταν ο απροσδιοριστος,τρομακτικος, ακραιος  εαυτος της που τον εδιωχνε ολο και πιο μακρια ,τον εκλεινε πισω απτα αλλοτε πολυχρωμα παραθυρα και ας επεμενε να νανουριζει τις εμμονες τις παιζοντας  την κιθαρα του με τοση δεξιοτητα οπως αλλωστε και την ψυχη και το κορμι της. 
Ειχαν αυτο το αρρωστημενο βλεμμα  του εξαρτημενου  απτην σαρκα , του αηδιασμενου απτην ματαιοτητα του ερωτα ,την αποστροφη για την ουσιαστικη ενωση, ολα ηταν απλα μα γιναν δυσκολα.
Δεν ειπαν πολλα , εκαναν.  Και μια μερα στραγγιξε μεσα της η υπομονη και εφυγε.
ετσι απλα.
Κατεβασε τις κουρτινες και ξεκρεμασε τους πινακες ,εσκισε τα σημειωματα και χαθηκε για ωρες στις φωτογραφιες στο ψυγειο, μεχρι που χαθηκε αφηνοντας τα ολα πισω , κλειδωμενα μεσα της.
Θα ξεκλειδωνε μετα απο χρονια την  ιδια πορτα που καποτε οδηγουσε σε εκεινους,  η μυρωδιες της μαμας ειχαν στοιχειωσει στα γιασεμια και τα γελια απτα αδερφια στο ταβανι επλεκαν ιστο σαν αραχνες, ηταν ολοι εδω το ενιωθε , εμοιαζε σαν ενα κυριακατικο μεσημερι  λιγο πιο σκονισμενο απο τα λογια μας , σαν οι συγκυριες να εδιναν ραντεβου με τις πιο γλυκες μας θυμησες.
Θα ζωντανευαν ολα μπροστα της , θα χορευε τανγκο με τον παππου και θα   επεμενε πως το γλυκο κουταλιου επαιξε καθοριστικο ρολο στα μεσα της , θα γελουσαν ολοι δυνατα με την αφελεια της,
Θα ξυπνουσε απτα πατηματα στην σκαλα και την μυρωδια της ανοιξης να ανοιγει τα παραθυρα, 
τα χρονια να περνουν και να κρυβεται ακομα κατω απτο τραπεζι με ενα βιβλιο στο χερι, ξυπολητη χειμωνα καλοκαιρι.
 Χειμωνας ηταν κι οταν μονη εμεινε σε εκεινο το σπιτι και σωπασαν τα γελια και οι μυρωδιες νοτισαν απτην υγρασια των δακρυων της, τοτε που μετατραπηκε σε φαντασμα του εαυτου της,για λιγο μοναχα..
Θα ηταν ολα ξενα πια ,  ακομα και ο τοπος που την εθρεψε και την μεγαλωσε ηταν ξενος, οταν χανονται οι ριζες αλλωστε δεν πλανιεσαι στον αερα αβοηθητος? μονο στον αερα ελπιζεις και στο γονιμο χωμα , να φυτρωσεις αλλου να ξαναρχισεις απτην αρχη.
ενταξει ειχε γνωρισει εκεινον, ομως δεν θα ηταν ποτε αρκετος να αναπληρωσει 
τοσους πολλους ανθρωπους.
Ολο το βαρος δικο της .
Ολο το λαθος ,δικο της.
Δεν ηταν πια εκεινη που αφησε πισω της, δεν ηταν εκεινη που του ελεγε πως ειναι ματαιος ο ερωτας, πως μονο η σαρκα ποθει, πως η ψυχη κουμανταρεται απτον καραβοκυρη.
Δεν ηταν ιδια.
Γιαγια πια, με δικα της παιδια και εγγονια, μυρωδιες και κυριακατικα τραπεζια πλυμμηρισμενα απο διαφωνιες και αγαπες , τραγουδια και υποσχεσεις , ενιωθε να ανηκει επιτελους στο παρελθον της, τιποτα δεν εμοιαζε ματαιο και η ζωη κλεψυδρα κρεμασμενη στο λαιμο.
Η μελωδια εμοιαζε οικεια και δακρυα της εφερε στα ματια, ετρεξε εξω απτο παραθυρο ελπιζωντας να τον δει εκει μετα απο τοσα χρονια.
Ματαια, μονο οι στιγμες ηταν εκει 
εκεινος και τα αδερφια η μητερα και ο παππους  , οι φιλοι και το εγκαταλελειμενο σπιτι..
Κλειδωσε την πορτα και δεν κοιταξε πισω , οπως τοτε ..δεν γυρισε παρα μονο στον εαυτο της..



Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

μερες παραξενες

Παραξενες μερες φιλε μου, να τα θελεις ολα μα να μην τα διεκδικεις κι οταν τα ειχες ολα ,ηθελες κι αλλα ,πιο πολλα οχι γιατι τα ηθελες πραγματικα αλλα γιατι δεν επρεπε να εχεις λιγοτερα απο τους αλλους.
Τους αλλους,καταλαβαινεις?
Παντα οι αλλοι,εσυ δεν εφταιξες και το πανυγηρι τελειωνει με την κολοκυθια και το καλαθι αδειο,οπως και εσυ.
Κενος.
Αλλα λες δεν γαμιετε ετσι ειναι και οι αλλοι,
Ναι οι αλλοι.
Και ανακουφιζεις το αδειο σου βλεμμα χαζευοντας τα απομειναρια της τοτε εποχης, να ξεφτιζουν κι αυτα  σαν φιλοι καλπικοι που χαθηκαν στην πρωτη δυσκολια.
Καποτε εβλεπες το ουρανιο τοξο τωρα σε ενοχλουν τα χρωματα στο δερμα παιδιων και τα χαμοσπιτα στην κυψελη, ξεχασες να ενοχληθεις για τον εαυτο σου και αυτο με ανυσηχει πιο πολυ απο ολα.
Παραξενες μερες φιλε μου να φευγουν οι φιλοι σου διαβαταρικα πουλια και να τους στελνεις γραμματα γεματα ηλιο, το μονο που τους λειπει βλεπεις ειναι αυτο, γιατι πατριδα μας ειναι ο ηλιος, ναι ο ηλιος ο ιδιος ηλιος που κοιταζαμε μαζι.
Οι αλλοι θυμασαι?
εσυ θυμασαι?
Δεν θα το βαλουμε κατω ελεγε ενας ηλικιωμενος στο τραμ , μα ηταν φανερο στις γραμμες του προσωπου του πως κατω απτο δερμα κατοικουσε μια ζεστη ελπιδα, ενα παιδι με χερια χαρτη απτα σημαδια μπηκε στο τραμ και αρχισε να τραγουδαει, μια κυρια που κρατουσε σφιχτα την τσαντα της στα χερια ,μονολογησε κριμα..
Το κριμα στο λαιμο σας κυριες και κυριοι, στο λαιμο μας ,
για τα παιδια που τραγουδουν τις πληγες τους, για τα παιδια που φευγουν απτον τοπο τους, για τα παιδια απ αλλου φερμενα που παλευουν να επιβιωσουν και για εκεινα τα παιδια που ονειρευονται ακομα.
Καντε στην ακρη το βρωμερο παρελθον σας να αναπνευσει η ανοιξη , να φυτρωσουν παλι λουλουδια στην καρδια και ελπιδες στα ματια, καντε στην ακρη...