Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ειναι εκεί.


Ηταν εκει

 το πρωι οταν ανοιγε τα ματια της σε μια νιοβγαλτη μερα, ηταν εκει οταν βρωμουσε η ανασα της απο τα τσιγαρα , ηταν εκει στον καθρεφτη οταν εβαζε μασκαρα.
Οταν σερνοταν απο τραπεζα σε τραπεζα κι απο μεσημεριανα διαλειμματα σε  εξοχες και θαλασσες.
Ηταν εκει κι οταν ακουσε ενα τρομερο ανεκδοτο και προσποιηθηκε συσπασεις στο προσωπο της, κι οταν εχασε τον αγαπημενο της αναπτηρα στην γεφυρα με τις παπιες.
Τα post it ειχαν γεμισει το γραφειο της χρωματα, τα μονα χρωματα στην ζωη της με μανιωδεις παρατηρησεις για τον κοσμο γυρω της.
Ειχε αποφασισει να τελειωσει με αυτη την ιστορια.
Ομως ηταν εκει , σε ολες τις αποφασεις τις ,στους δισταγμους και τους ενθουσιασμους της.
Ηταν παντα εκει.
Ειχε γεμισει τις τσεπες τις με reacue remedy και χαπια.
Δικλιδα ασφαλειας στα δυσκολα.
Στα πολυ δυσκολα.
Αλκοολ και εγκλεισμος ηταν η λυση στο φαντασμα.
 Για λιγο μεθουσε την θλιψη και κλωθογυριζαν μεσα της χαρουμενες σκεψεις, για λιγο
Μεχρι το ξημερωμα και μετα δυο βηματα πισω της. 
Ηταν εκει.
Δεν καταλαβαινε κανεις , παρα μονο εκεινος οταν την χωριζε απτον καναπε του με τις βαριες βελουδινες κουρτινες , της ειπε
-εισαι δυστυχισμενη.
κουραστηκα να προσπαθω να σε κανω να γελασεις.
Κι ενα γελιο να της ειχε απομεινει της το εκλεψε εκεινη την μερα με τα λογια του.
Την πρωτη φορα που μπηκε στο γραφειο του ειδικου ,ξαπλωσε στην αναπαυτικη πολυθρονα , της ζητηθηκε να νιωσει ανετα.
ποσο ανετα να νιωσεις μπροστα σε εναν αγνωστο που θελει να μαθει τα παντα για την ζωη σου?
Ολοι εφευγαν απο εκεινη. Το ειχε παραπονο να φυγει μια φορα κι εκεινη, ειπε.
Γεννηθηκε θλιμμενη ειπε .
Φοβαται ειπε.
 Της ελειπε παντα καποιος ,κατι,καπου, ειπε.
Χρωμα δεν αλλαζουνε τα ματια , μοναχα τροπο που κοιτανε.
Ακομα εκει ειναι η θλιψη αν αναρωτιεσαι, μονο που και τα φαντασματα πεφτουν σε χειμερια ναρκη.
 Γυριζουν παντα.
 Μα ειναι επιλογη σου αν θα γυρισεις το κεφαλι πισω να δεις αν ακολουθουν..
 Εκεινη κοιταζει μπροστα τις περισσοτερες φορες.
 Ειναι εκει στην ζωη της, χωρις αλλες απουσιες.
Ειναι εκει.

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ανοιξη.





Μεινε λιγο ακομα .
Μην φυγεις πριν κλεισει τα βλεφαρα πριν μπλεχτει η πραγματικοτητα με το ονειρο σαν κοριτσια που πλεκουν τα ξανθα μαλλια τους στο παραθυρι..
Ηταν ανοιξη και  ελεγες θα την αγαπησει την ανοιξη μα τωρα χειμωνιασε και το σημειωμα γραφει αν δεν βρεις την ανοιξη ,φτιαξε μια.
θελει κατι καινουριο θελει κατι χωρις πονο και δακρυα.
θελει κατι ετοιμο για εκεινη.
Να εισαι ετοιμη ειχες πει.
ετουτη η εποχη ειναι δικη της, μεσα στα χαλασματα φυτρωνουν λουλουδια.
Τα χερια μουδιασαν να χτιζουν μια ζωη που δεν ηθελε μια ζωη γεματη ονειρα δανεικα γεματη απωλειες και σημειωσεις.
Μην φυγεις.
Θα σου ζωγραφισει μια τεραστια κουνια στον ουρανο και θα απλωνεις τα χερια στο φεγγαρι τις νυχτες θα μετραει τα αστερια και θα κλεινει τις κουρτινες στις καταιγιδες, θα σου ψιθυριζει νανουρισματα και θα γνεφει στο ηλιοβασιλεμα να σου χαμογελαει.
Θα φτιαξει μιαν ανοιξη , ολοδικη σου.
Μην φευγεις.
Γιατι οταν φευγεις χειμωνιαζει και κρυωνει, τα λουλουδια μαραθηκαν οπως και το χαμογελο της , ανοιγει τα παραθυρα και η βροχη μπαινει μεσα της.
Μην φυγεις.
κι αν φυγεις μην ξεχασεις να παρεις και τον χειμωνα μαζι σου.
Σκεπασε την πριν φυγεις, με ονειρα..



Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μακρια.

Ετρεξε μακρια κοιταζωντας συχνα πυκνα πισω της την σκονη που στραφταλιζε στον ηλιο σαν νεραιδα που ξεψυχουσε.
Ετρεχε ωρες πριν φτασει στον εαυτο της.
Το δωματιο γεματο χρωματα και ηχους απο ολες εκεινες τις ερινυες που ειχε κρυψει στην τσεπη της, ολα ξεχυνονταν στους τοιχους σαν σκιες ,σαν προσωπα του παρελθοντος και εξαγνιζε τους φοβους της, ξαπλωνοντας ετσι στα σκοταδια παρατηρωντας τα να χορευουν ολογυρα της.
Ηταν πολυ κοντα στα ορια της χωρις διαβατηριο και φωνη, φως η τρικυμια στην καρδια.
Ηταν μονη με τις σκιες και τα χρωματα ολογυρα και μια συνειδηση ζοφερη που εκτοξευε ερινυες.
Λαβωμενη κειτεται στο πατωμα.
Μην μιλας.
Περπατα στις μυτες.
Μην κλαις.
Θα τρεξει παλι μακρια σου.
Μακρια απο ολους.
Κανεις.
Κανενος.
Μονη.
Χρωματα.
Ηχοι.
Τοιχοι.
Μη.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Θαυμαστικοι

Οι θαυμαστικοι ειναι οι αγαπενιοι μου.
Ειναι ο βασιλης,ο παυλος, ο τασος,ο νικολας και η γωγω, η αναστασια ο παναγιωτης και ο ιορδανης, ο βασιλης και η μαρια ,η νατασσα, η βασιλικη,η νεφελη,αρτεμις και η μαρινα,η μελιτα ,η σοφια και ο πανος. Η μαριανινα και η φωτεινη.
Η ραφαελα που ερχεται τον μαρτιο. Ειναι κι ολοι αυτοι που δεν χωρουν σε γραμμες και ονοματα.
Αυτοι οι φοβεροι τυποι που με γεμιζουν υπερδυναμεις και χρυσοσκονισμενες χαμογελαστες μερες και νυχτες, αυτοι οι ανθρωπενιοι υπερηρωες μου που σπαζουν τειχη για να με σωσουν απο τις "κλειστες" μου και ζωγραφιζουν ουρανους να στερεωσουν την χαρα μου την απεραντη.
Χοροπηδανε μαζι μου σαν παιδια και απλωνουν κατι χερια σαν λιμανια με ματια φαρους και καρδια προορισμο.
Οι θαυμαστικοι μου ειναι ξακουστοι για τις συνταγες τους και φημισμενοι για τους ωμους-βαλσαμο που ακουμπιουνται σαν μαξιλαρι ετοιμο να δεχτει ονειρα και εφιαλτες.
Ειναι χρωματιστοι
Χαμογελαστοι
Θλιμμενοι
Κουρασμενοι
Ονειρευτες
Πληγωμενοι
Ομορφοι
Παιδια
Και ειναι δικοι μου.
Οι δικοι μου θαυμαστικοι!
Μax ευχαριστω για την λεξη που σου εκλεψα για παντα εισαι θαυμαστικος!

Σαν σε ονειρο.

Σαν σε ονειρο μωρο μου.
Τα πατηματα σου ελαφρια,εβγαλες εναν αναστεναγμο-φορτικο της ημερας που αφησες πισω, γεμισες ενα ποτηρι λευκο κρασι μεχρι επανω και εβγαλες τα παπουτσια σου.
Κοντοσταθηκες στον καθρεφτη και χαμηλωσες τα ματια σου,μερες ειχες να νιωσεις ολοκληρος ,σαν να ελειπε κατι απο πανω σου μα οχι.
Μεσα σου ελειπε.
Ανοιγοκλεισες τα παντζουρια ,ποτισες τα λουλουδια ,ηρθε εκεινη στην σκεψη σου,εκλεισες τα ματια την εφερες κοντα,οχι αρκετα κοντα για να την νιωσεις.
Συνηθισες ετσι απο μακρια και εβαλες και δευτερο κρασι,εστριψες ενα τσιγαρο και στην πρωτη ρουφηξια παλι μπροστα σου εκεινη.
Καπνος φιλε ηταν εκεινη.
Μετρησες χιλιομετρα και μιλια, νοτες και σιωπες κι επειτα πηρες ενα λευκο χαρτι.
Με το μολυβι σου σκαρωσες την μορφη της και αφου εκλαψες σαν μικρο παιδι αποκοιμηθηκες σε οτι απεμεινε απο κεινη.

Ηρθε και στο ονειρο με το λευκο της το φουστανι και τυλιξε τα ποδια της στην μεση σου,κρατουσε ενα ηλιοτροπιο και η ανασα της μυριζε ανοιξη, πηρε το κρασι απο το χερι σου και ηπιε,επειτα ρουφηξια απτο στριφτο σου και ο καπνος της στα χειλη σου.
Αυτη την φορα ηταν κοντα.
Σε τυλιξε ο καπνος και τα μικρα της χερια, την σηκωσες ψηλα και της φιλησες το μετωπο,εσκυψε πανω σου και χυθηκαν δεκαδες αστερια απο τα ματια της..
Ασπρομαυρα χαρτινα ονειρα, τυλιγμενα με δακρυα.
Αποψε θα την ονειρευτεις ξανα.