Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

your hand in mine.




Να σου πω μια ιστορια?
Πρεπει να κοιμηθεις το βλεπω μα ακουσε την ιστορια μου.. Μην ανοιγοκλεινεις τα βλεφαρα , μιλησε μου δεν σε αναγνωριζω πια.
Η ιστορια μου θα σε ανακουφισει , αφησε το μυαλο σου να την δημιουργησει, κοιταξε με στον καθρεφτη το εχω αναγκη.
Ητανε λεει νυχτα και τα αστερια αυτοκτονουσαν στα ποδια της καθως ανεβαινε εκεινη την γελαστη ανηφορα, ο ουρανος της εριχνε κλεφτες ματιες και οι σκιες τραγουδουσαν ψιθυριστα μετον ανεμο να κανει πρωτη φωνη.
Η πορτα ηταν μισανοιχτη και τα φωτα σβηστα  την εσπρωξε και μπηκε μεσα, εκεινος ελειπε  , μια κουπα καφε και ενα τασακι γεματο τσιγαρα, οι κουρτινες χορευαν και απο εξω εμπαιναν ασημενιες χορδες που μαστιγωναν τους αδειους τοιχους.
Ηταν εκει κα η φωτογραφια της , επανω στην βιβλιοθηκη διπλα απο ενα βιβλιο που ειχε τιτλο , η μοναξια ειναι απο χωμα.
Πηρε στα χερια της την κορνιζα και κοιταξε για λιγο το ειδωλο της , εμοιαζε τοσο ξενη , τυλιγμενη σε μια μοχερ εσαρπα και με χειλια σφιγμενα εμοιαζε ολοτελα χαμενη.
Και βρηκε την θεση της στην βιβλιοθηκη, μονη και ερημη .
Ξεκινησε να βρεχει και οι σταγονες ζωγραφιζαν τα τζαμια, με τα δαχτυλα της σχηματισε ακανονιστα σχηματα και σιωπες.
Ανοιξε την κρεβατοκαμαρα και αγγιξε τα σεντονια , μυριζαν εφιαλτες και ο ερωτας απων, μοναξια και τσαλακωμενα ονειρα που βρηκαν καταφυγιο στην ζεστασια του κορμιου του, εβγαλε το πανοφωρι της και ξαπλωσε στην μερια που ηταν ακομα στρωμενη , προσποιηθηκε πως τον αγκαλιαζε και ξεκινησε να του εξιστορει τους πιο κρυφους της ποθους μπερδεμενους με δακρυα και κραυγες, αποκοιμηθηκε στο σχημα της αγκαλιας του.
Η βροχη χορευε στα ονειρα της που μπερδευτηκαν με τα ξεχασμενα δικα του πανω στο μαξιλαρι.
Σαν θανατος ο υπνος , αιωνιος εμοιαζε κι οταν ξαναγεννηθηκε και ανοιξε τα βλεφαρα  το χερι του εσφιγγε το δικο της.
Γυρισες?
Δεν εφυγα ποτε.
Η βροχη ξεπλενε τα αυτοκτονικα αστερια και οι ευχες χαμογελουσαν ..

2 σχόλια :