Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Καρουζελ




Θελω να ανεβω στο καρουζελ.
Παντα την ενθουσιαζαν τα πολυχρωμα αλογα και οι μεταξωτες κορδελες, τα στροβιλισματα και τα ανακατα παιδικα γελια, ειχε και ενα διαφανο γυαλινο βαζο με ενα τσιγκινο καρο κοκκινο καπακι και ελεγε πως μπορει να μαζεψει μερικα γελια για οταν μεγαλωνε.
Την κοροιδευαν, πολυ την κοροιδευαν ομως δεν την ενοιαζε , ισα ισα καμαρωνε για την συλλογη απο γυαλινα ξορκια -προικα για την ενιλικιωση της.
Δεν ηθελε να μεγαλωσει , παρατηρουσε τους μεγαλους και κρατουσε σημειωσεις απο τα 9 της με συμβουλες λιγο πριν την ληθη.
Δεν ειχε βρει πως εχαναν το γελιο τους και το αντικαθιστουσαν με την υποψια γελιου , σαν ξινισμενο φρουτο παραγινωμενο της εμοιαζαν οι μεγαλοι που η γλυκια τους γευση αντικατασταθηκε με σαπια σαρκα, σαπια μυαλα φορεμενα στο σκληρο εξωτερικο τους περιβλημα.
Οχι δεν ηθελε να γινει σαν αυτους κι ετσι τραβουσε φωτογραφιες καθε τι που θα βοηθουσε να ανατραπει η συμφορα, διαβαζε ποιηματα στον ηλιο και αποχαιρετουσε το δειλινο με μεγαλα ματια εκστατικα , αποκοιμιζε τα ονειρα της πλεκοντας τους πολυχρωμα κουβερτακια.
Τα ειχε ολα διπλα της , τα γυαλινα βαζα, τα ποιηματα της και τα ονειρατα με τα κουβερτακια τους , οι φωτογραφιες απο το ποδηλατο της , τα καραμελενια σπιτακια που ειχε φτιαξει, τους φιλους που ψηλωναν και τα αλογα στο καρουζελ μαζι με την συλλογη απο τα παιδικα γελια .
Καθε βραδυ οταν ολα τα φωτα εσβηναν και χιλιαδες χερακια ενωνονταν να προσευχηθουν , υπηρχαν καπου σε ενα μικρο σπιτι στην πατρα δυο χερια που   προσευχονταν να μην μεγαλωσουν ποτε και κανουν κακο, να μεινουν μικρα και δοτικα.
Να μην μαθουν να κανουν κακο, να ζωγραφιζουν μοναχα , να αγκαλιαζουν και να μοιραζονται να δουλευουν μαζι με χιλιαδες αλλα για εναν σκοπο, να λευτερωθουν τα γελια απο ολους τους μεγαλους , να λευτερωθουν και να γεμισει ο κοσμος και ο ουρανος με γελια , μια τεραστια σειρηνα γελιου που θα θυμιζε σε ολους εκεινους που τα εχασαν ποιος ειναι ο δρομος για την ευτυχια.
Ο δρομος της επιστροφης στον ιδιο τους τον εαυτο.
Μην γελασεις αν την δεις να τραβαει φωτογραφιες στο εγκαταλελειμενο παρκο του αγιου διονυσιου , εκει που καποτε οταν ηταν μικρη υπηρχε λουνα παρκ ,το θυμασαι αραγε το λουνα παρκ ?
Ειναι που ηθελε να ανεβει στο καρουζελ, ειναι που ηθελε να της φανερωθουν ολα εκεινα τα παιδικα γελια ,ειναι που χτυπουν μανιασμενα τα μεσα της ετσι στριμωγμενα.  Ειναι που φοβαται που μεγαλωνει.
Ειναι που μεσα της ξερει πως δεν θα μεγαλωσει ποτε.
Εχει προικα κι ας γελας..



Δημοσιευτηκε στην στηλη μου στην εφημεριδα τεταρτο 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Δειλά ενα δείλι.

Να ενα απογευμα σαν κι αυτο ηταν κι εκεινο , ετσι μελαγχολικο και γεματο απο καπνο και μουσικη, ζεστο τσαι κανελας και τζιντζερ.
Χτυπησε την πορτα και μπηκε η σκια του μεσα της ,επειτα ακολουθησε το σωμα.
Η σκια εμεινε για πολυ.
Κουβαλουσε ξυλα και κοκκινο κρασι ,ειχε ενα χαμογελο μικρου παιδιου και το ενα απο τα δυο ματια του ελαμπε περισσοτερο.
Την φιλησε στοργικα στο μετωπο και μαγειρεψαν μαζι.
Εβγαλε την κιθαρα και καθησε στο πεζουλι αντικρυ απτο φεγγαρι κοιτωντας το στα ματια.
Εκεινο το βραδυ θα ζηλευε ακομα και το φεγγαρι, εκεινο το βραδυ τον ερωτευτηκε.
Μετα  ταξιδια και απουσιες, χειμωνες και καλοκαιρια.
Ομως καποιο απογευμα σαν και αυτο η σκια του ημέρωσε μεσα της και ξεχυθηκε στους τοιχους του μικρου διαμερισματος..

Κλεισε τα ματια.




Φυγε οσο ειναι καιρος ελεγε  φυγε τωρα που προλαβαινεις να σωσεις λιγο απο τον εαυτο σου και εκεινος ανοιγε το ντουλαπι και εψαχνε τον καφε, την κοιταζε για λιγο αδιαφορα και της εκανε νοημα να σταματησει να μιλαει.
Φυγε του φωναζε και εσπαζε ποτηρια και πιατα και εσπαζε μεσα της η οργη σαν κυμα σε βραχο, φυγε . Μα δεν εφευγε , ανοιγε την τηλεοραση εκανε ζαπινγκ.
Της εγνεφε καπου καπου να σωπασει και επειτα χανοταν παλι στον μαγικο κοσμο της αναισθησιας.
Οταν την γνωρισα ειχε μακρια ξανθα μαλλια  πλεγμενα σε χρυσαφενιες κοτσιδες και μελενια ματια που μαρτυρουσαν την γλυκοπιοτη λαλια της, την ρωτησα γιατι επεμενε σε μια τελειωμενη κατασταση  και με κοιταξε σαν αποπροσανατολισμενο κουταβι, ανασηκωσε τους ωμους της και αφου ηπιε λιγο απο το κρασι της, τυλιξε γυρω της μια μοχερ κουβερτουλα και αγκαλιασε τον εαυτο της για λιγο, ετσι μου φανηκε .. πως εκεινη την δεδομενη στιγμη , επρεπε να καθυσηχασει το σωμα της..
Τα ποδια της νευρικα χορευαν καποιο ειδος τανγκο κατω απο το τραπεζι και ο καπνος της, μυριζε βανιλια η σανταλοξυλο, ηθελα τοσο πολυ να την αγκαλιασω , να την παρω απο το χερι και να παμε στην γεφυρα να της δειξω πως αυτοκτονουν τα αστερια και ξελογιαζουν τους απογοητευμενους , την ασημενια ανταυγια της θαλασσας και τις βαρκες με τα πυροφανια που γελουν καπου καπου κι αλλες φωναζουν στην θαλασσα , να δωσει..
Της τα ειπα ολα αυτα και συμφωνησαμε να αρχισουμε τις ασκησεις εμπιστοσυνης , μια  καθε φορα .
Εκεινη την μερα αποφασισα να της κλεισω τα ματια και να την αφησω στο δωματιο  , να μεινει λιγο με τον εαυτο της , με τα χερια μου να αγγιζουν τα βλεφαρα εμεινα σιωπηλη πισω της , μεχρι που μουσκεψαν , μεχρι που εγιναν καταρακτες τα χερια και επαψαν να συγκρατουν ολους τους τοιχους που ειχε χτισει μεσα της.
Γυρισε στο μερος μου και με αγκαλιασε σφιχτα, στον ωμο μου δακρυα κυλουσαν εως την πλατη και τα χερια της , παγωμενα  τα ειχε τυλιξει γυρω απο τον λαιμο μου.
Βοηθησε καθολου, την ρωτησα?
Δεν μου αρεσει να μενω μονη , αυτο ειναι το προβλημα μου, ειπε.
Μα μεσα στο απολυτο σκοταδι, μεσα στην σιωπη ημουν εγω και εγω με κοιταζα καταματα, υπηρχα καταλαβαινεις? υπαρχω.
Δεν εμαθα αν εφυγε τελικα  ο αγαπημενος της , ξερω ομως πως για μια φορα εφυγε απο  τον εαυτο της.
Για μια φορα , σταθηκε λιγο και συνομιλησε με τις αναγκες τις.
Για μια φορα.
Εγω παλι , καθε φορα που " αεριζω" το μυαλο μου στην γεφυρα , θυμαμαι εκεινα τα μελενια ματια της και πως ξεπλυθηκαν εκεινη την μερα  και το ταξιδι  των δακρυων της στην πλατη μου, καθε φορα που την φερνω στο νου μου , η ιδια ανατριχιλλα πισω στην πλατη.
Καθε φορα
.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

all those moments will be lost?

Σου ελεγαν να μην πιστευεις , μα εσυ ησουν βεβαιος πως κατι υπηρχε  για σενα..
Σου ελεγαν , δεν υπαρχει μα εσυ την ακουγες να κλαιει  και να γελαει , την εβλεπες να ουρλιαζει και να σου ψιθυριζει με τον ανεμο λογια ολοδικα σου , την μυριζες καθε ανοιξη μαζι με τα νιογεννητα λουλουδια και την ενιωθες καθε φορα που εβρεχε να κολλαει επανω σου..
Σου ελεγαν εισαι τρελος κι ησουν σταληθεια τρελος για κεινη  , σου ελεγαν πως να σου λειπει κατι που ποτε δεν ειχες , μα δεν σου ελειπε στην πραγματικοτητα , ηταν μεσα σου .
Ηταν κι εκεινη που πιστευε , που δακρυζε καθε ανοιξη και οταν εβρεχε εβγαινε στον δρομο και χορευε σαν τρελη, ηταν κι εκεινη που σε περιμενε και εσφιγγε στα χερια της τις μερες και τις νυχτες ενα αορατο σκοινι που θα σε εφερνε κοντα της.
Σου εγραφε μερες , νυχτες ,μηνες και χρονια μα δεν ειχε διευθυνση ,πολη ,χωρα πουθενα δεν χωραγες και την εψαχνες σε θαλασσες και βουνα, σε πεζοδρομους και στενα δρομακια.
Ηταν κι αυτος ο κοσμος που δεν βοηθουσε και μεγαλωνε τις αποστασεις και εκλεινε τους δρομους και τα αεροδρομια, αναβε φαρους και σηκωνε τρικυμιες , τα τραινα εφταναν και ο ουρανος δεν χωρουσε αλλες προσευχες .
Ηταν και τα παιδια που ηξεραν την αληθεια και την συμπονουσαν χαριζοντας τις ζωγραφιες που σε εφερναν ακομα πιο κοντα.
Εκεινος θα εχανε λιγο λιγο την πιστη του οπως και εκεινη, οι θορυβοι της πολης επαψαν τους ψιθυρους της και το κρυο την απομακρυνε απο την βροχη , την εκλεισε πισω απο τζαμια βρωμικα, ανοιχτες τηλεορασεις και εναν χειμωνα που εκανε τα λουλουδια να παρουν μαζι τους καθε τι χρωματιστο.
Καποιοι ειπαν πως τρελαθηκε , εσπασε το τζαμι και το αιμα της ενωθηκε με την βροχη μα λιγο πριν του ψιθυρισε πως θα περιμενει αιωνια.
Εκεινος χαμενος σε μια πολυβουη πολη μπροστα απο μια βιτρινα ψαχνει για δουλεια οταν διαβαζει στο λερωμενο τζαμι του απεναντι κτιριου
θα σε περιμενω.
Ηταν η πρωτη τους συναντηση ..κι ισως η τελευταια..αλλα ποιος ξερει σταληθεια αν ηταν παντοτε ενα?

all those moments will be lost like tears in the rain?

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013




Παρατηρουσε την ιτια απο μακρια πισω απο το τζαμι του λεωφορειου, καθε μερα ιδια διαδρομη, ιδια πληγη.
Τσιγαρο, καφε και στομαχι γεματο νεκρες πεταλουδες.
Μεσα στο λευκο κτιριο με τα χιλιαδες καλωδια και τοις ψυχρες οθονες κρυβοταν ο πιο μοναχικος ανθρωπος του κοσμου πισω απο ενα γραφειο γεματο χαρτινα ονειρα και ενα κομματι ουρανου.
Ονειρευοταν μια μερα να απαλαγει  απο το ανθρωπακι που ειχε μεταμορφωθει  , εκεινο που πνιγοταν μπροστα σε ια λακουβα γεματη νερο στους δρομους της πολης ,που κρυβοταν πισω απο τα τεραστια προτζεκτ του και τον ελαχιστο χρονο.
Μοναχα το screensaver του ηξερε ποιος ηταν πραγματικα  ,ενα καταγαλανο τοπιο δεν ξεχωριζες ουρανο η θαλασσα.. ενα γελιο κρεμασμενο στα χειλη και ενα χερι που κρατουσε το δικο του.
Ενα χερι χωρις προσωπο ,χωρις μυρωδια και ηχο ,,χωρις ματια που δακρυζουν ,κραυγες που αποξενωνουν ,χωρις αγγιγματα που γδερνουν ..
Μπορουσε να γινει εκεινος.
Μπορουσε να ξεπαγωσει καθετι συντηρημενο μεσα του προσεκτικα και να ξετυλιξει τον μουδιασμενο εαυτο του απτο περιτυλιγμα της ληθης..
Ανεβηκε στον τελευταιο οροφο του κτιριου και κοιταξε τα συννεφα , καπου μακρια καποιος γελουσε με την καρδια του ,μια κοπελα χτενιζε τα μαλλια της , ενας ηλικιωμενος χανοταν στο φως και το κοριτσι απλωνε το χερι της για να μπει και παλι στην φωτογραφια..
Ο ουρανος μπλε σαν μελανια στο λαιμο μετα απο νυχτα γεματη ερωτα και ο αερας εκανε τα μαλλια της να χορευουν με τα συννεφα.
Ετρεξε , ετρεξε με ολη του την δυναμη  , κατεβηκε δυο δυο τα σκαλια και βγηκε στον δρομο , μυριζε βροχη και τα ματια του γεμισαν νερο, ομως θα εφτανε εκει που ο ηλιος συναντα το φεγγαρι , θα εφτανε εκει που θα αφηνε τον εαυτο του ορφανο απο παρελθον , απο ενα παρελθον που δεν θα τον συμπεριλαμβανε.
Θα τραβουσε το κοριτσι μεσα στην φωτογραφια και θα γεμιζε χρωματα το προσωπο του , μαζι και ο ουρανος..

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Εξημερωσε με



Ενα ηφαιστειο μεσα σου, το ακουω να κοχλαζει απο την αλλη ακρη του τηλεφωνου.
Δεν σε βλεπω μα τα δακρυα σου φυτρωσαν μια αμυγδαλια  μεσα μου, που ολο ανθιζει την ανοιξη για να δροσιζει την μικρη μας αγαπη.
Κι αφου καιγομαι και κρυωνω ,ξυπναω και αποκοιμιεμαι στις αποστασεις μας , σου κλεινω τα ματια με ενα συννεφο να μην δεις τα πουλια που χανονται, μην φοβηθεις να πεταξεις μακρια.
Μικρες χαρες  και λυπες που θα ζησεις και δεν θα ειμαι εκει  να σου δινω φιλια που αργοτερα θα κρυβεις στην καρδια σου για παντα οπως οταν ησουν μικρος θυμασαι?
Καθε φορα που εφευγα σου εστελνα  με ενα μικρο φυσημα και το επιανες στον αερα και το εκρυβες εκει αριστερα στο στερνο σου.
Επειτα σκαρφαλωσες στα ποδια του για να με φτασεις και χορεψαμε εκεινο το τανγκο που δεν εμοιαζε καθολου με τανγκο , ενα σπαρακτικο διημερο ηταν μεσα στην αγκαλια μας που ταξιδεψαμε χωρις να κουνηθουμε.
Και φτασαμε ? δεν εμαθα ποτε τον προορισμο μας.
Και γνωρισαμε ο ενας τον αλλον?η  με βηματα μικρα σαν την αλεπου του μικρου πριγκηπα, μικρα καθημερινα ψηγματα αγαπης, εξημερωθηκαμε?
Και εξημερωθηκαμε μα ο κοσμος αργει να εξημερωθει μωρο μου στα ματια μας  κι αυτο ειναι που με τρομαζει , πριν προλαβω να ονειρευτω μην εχει γυρισει η γη και δεν σε φτανω..
Θελω να δω το ηφαιστειο το κοκκινο της λαβας σου , θελω τα δακρυα να σβησουν την φωτια οταν κοντοζυγωνει και η μυγδαλια να μεινει μωβ σαν δειλινο μεσα μας..

αναρτηθηκε στο doc tv
http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG5073

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

your hand in mine.




Να σου πω μια ιστορια?
Πρεπει να κοιμηθεις το βλεπω μα ακουσε την ιστορια μου.. Μην ανοιγοκλεινεις τα βλεφαρα , μιλησε μου δεν σε αναγνωριζω πια.
Η ιστορια μου θα σε ανακουφισει , αφησε το μυαλο σου να την δημιουργησει, κοιταξε με στον καθρεφτη το εχω αναγκη.
Ητανε λεει νυχτα και τα αστερια αυτοκτονουσαν στα ποδια της καθως ανεβαινε εκεινη την γελαστη ανηφορα, ο ουρανος της εριχνε κλεφτες ματιες και οι σκιες τραγουδουσαν ψιθυριστα μετον ανεμο να κανει πρωτη φωνη.
Η πορτα ηταν μισανοιχτη και τα φωτα σβηστα  την εσπρωξε και μπηκε μεσα, εκεινος ελειπε  , μια κουπα καφε και ενα τασακι γεματο τσιγαρα, οι κουρτινες χορευαν και απο εξω εμπαιναν ασημενιες χορδες που μαστιγωναν τους αδειους τοιχους.
Ηταν εκει κα η φωτογραφια της , επανω στην βιβλιοθηκη διπλα απο ενα βιβλιο που ειχε τιτλο , η μοναξια ειναι απο χωμα.
Πηρε στα χερια της την κορνιζα και κοιταξε για λιγο το ειδωλο της , εμοιαζε τοσο ξενη , τυλιγμενη σε μια μοχερ εσαρπα και με χειλια σφιγμενα εμοιαζε ολοτελα χαμενη.
Και βρηκε την θεση της στην βιβλιοθηκη, μονη και ερημη .
Ξεκινησε να βρεχει και οι σταγονες ζωγραφιζαν τα τζαμια, με τα δαχτυλα της σχηματισε ακανονιστα σχηματα και σιωπες.
Ανοιξε την κρεβατοκαμαρα και αγγιξε τα σεντονια , μυριζαν εφιαλτες και ο ερωτας απων, μοναξια και τσαλακωμενα ονειρα που βρηκαν καταφυγιο στην ζεστασια του κορμιου του, εβγαλε το πανοφωρι της και ξαπλωσε στην μερια που ηταν ακομα στρωμενη , προσποιηθηκε πως τον αγκαλιαζε και ξεκινησε να του εξιστορει τους πιο κρυφους της ποθους μπερδεμενους με δακρυα και κραυγες, αποκοιμηθηκε στο σχημα της αγκαλιας του.
Η βροχη χορευε στα ονειρα της που μπερδευτηκαν με τα ξεχασμενα δικα του πανω στο μαξιλαρι.
Σαν θανατος ο υπνος , αιωνιος εμοιαζε κι οταν ξαναγεννηθηκε και ανοιξε τα βλεφαρα  το χερι του εσφιγγε το δικο της.
Γυρισες?
Δεν εφυγα ποτε.
Η βροχη ξεπλενε τα αυτοκτονικα αστερια και οι ευχες χαμογελουσαν ..

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο..



Ξυπνησε με ενα μελενιο χαμογελο στα χειλη , καπου μακρια καποιος αγαπαει και στο ονειρο το μοιραστηκε μαζι της.
Κλεισε παλι τα ματια σου , μετρησε μαζι μου συννεφα κι ας μην εισαι εδω , ειναι δωρο η μερα αυτη οπως και καθετι καινουργιο.
Μην ξεχασεις την αδικια , μην ξεχασεις τα ματια μου οταν αντικρυζαν τα δικα σου , θυμησου να εισαι ανθρωπος.
Σημερα θα τρεξεις στην θαλασσα , θα γεμισεις αλμυρα χαδια τα μαλλια σου ,θα μαλωσεις με τον βορια και θα δακρυσεις μπροστα στον κατακοκκινο ουρανο το δειλι, σημερα δεν θα ειμαι εκει αλλα θα μυριζω την αλμυρα και θα σου χαιδευω τα μαλλια , θα δακρυζω το δειλινο και θα χορευω στην βροχη.
Αυριο θα σιχτιριζεις τους καιρους ,θα βυθιζεσαι στον καναπε σου ,θα φοβασαι να κοιταξεις εξω απο το παραθυρο σου , θα κοιμασαι ξυπνητος.
Αυριο μην ξεχασεις το χθες ,θυμησου την θαλασσα , τον ηλιο που σβηνει , θυμησου εμενα , εσενα, ολους εκεινους που ξερουν να αγαπουν , ονειρευονται, φοβουνται ..
Χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο ικετεψε..
θελω λιγο απτο κοκκινο  ισως λιγο απτο μπλε και κιτρινο να χρωματισω την ημερα σου,
χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο και ενα χαμογελο καμωμενο απο ονειρα..
σου χαριζω την ημερα μου, πεταει η σκεψη διαβαταρικο πουλι κοντα σου.
Μην σκυβεις το κεφαλι, ψαξε ψηλα ενα ουρανιο τοξο, θα περιμενω..