Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Υπερεγω.


Ενταξει το παραδεχομαι καποιες φορες την φοβομουν.
Καποιες με νευριαζε ετσι οπως καπνιζε τα βαρια τσιγαρα της, μυριζα ως το κοκκαλο τον λευκο πυκνο καπνο της πανω μου και δεν ηθελα τιποτα δικο της πανω μου.
Υποτιθεται πως θα επρεπε να την αγαπω, να την σεβομαι και κυριως να ειναι προτυπο , ομως τιποτα δεν υποτιθεται με μενα.
Μουρμουριζε μερα νυχτα κατι σαν προσευχη και εκλεινε τα ματια σε καθε πιθανο κινδυνο η ημιτρελη, ολα αλλωστε κινδυνοι ηταν, γιαυτο δεν ζουσε.
Της φωναζα ζησε, της ουρλιαζα αργοτερα πως ειναι νεκρη μα δεν με κοιτουσε, δεν μιλουσε μοναχα εβαφε τα χειλια της ,κατακοκκινα για να με εκνευριζει περισοτερο με την απουσια της.
Ελεγε ψεμματα, επλεκε ιντριγκες , ελεγε πολλα , παρα πολλα , με πονουσε το κεφαλι μου , εκλεινα τα αυτια μου στα ψεμματα της.
Πηγαινοεφερνε τον εαυτο της ασκοπα αλλοτε σε υπογεια επαιζε μονοπρακτο το δραμα της κι αλλοτε εκανε την χαρουμενη σε παρκα και πλατειες, επινε καφεδες και καπνιζε αρειμανιως.
Ηθελα να της πω τοσα πολλα μα δεν ακουγε παρα μονο τον εαυτο της, ντυνοταν στα λευκα και μαυριζε τα χερια της με καρβουνο και χωμα.
Εκλεινε τις πορτες πισω της και τις φοβομουνα τις πορτες
και τα κοκκινα κραγιον και τον πυκνο λευκο καπνο της,
τα μακρια της δαχτυλα και το μουρμουρισμα μεστο σκοταδι.
Οταν πονουσε σφαδαζε σαν το σκυλι, εφταιγαν ολοι και με εδιωχνε μακρια, τυλιγομουν τοτε με μια μπλουζα της και παριστανα την μεγαλη, την σπουδαια.
Εβαφα τα νυχια μου μαυρα και τα χειλια μου κοκκινα.
Αν με εβλεπες θα με μισουσες, θα γελαγες, θα χλευαζες.
Τωρα κλεινω τις πορτες πισω μου και μονο φευγω, καπνιζω τα τσιγαρα σου και μονο ποναω, φοβαμαι τα τραινα γιατι σε πηραν απο εμενα, και φτυνω ενα χτες που δεν σε θυμιζει.
Πισω απο τα δεμενα σου μαλλια, στον αυχενα τρεχουν δακρυα.
Ημουν εγω που σε αγκαλιασα την μερα που δεν ενιωθες τιποτα.
Ποτε ξανα δεν θα ερθω αν δεν βαψεις τα χειλια σου,
αν δεν μουρμουρισεις μεσα στο σκοταδι τον σκοπο σου.
Δεν θα ξαναρθω ,γιατι οτι μισω
ειναι αυτο που ημουν οταν σε μισουσα.
Κι εκεινη που υποκρινεται πως ειμαι εγω
πιο εγω απο μενα δεν γινετε..

Ακομα κι αν ξεχασεις, ζησε.

Εμοιαζε να περιμενει κατι, σκεφτηκα ενα λεωφορειο , εναν φιλο κατι.. ομως δεν περιμενε καποιο μεσο μεταφορας η ανθρωπινο ον , περιμενε να επιστρεψει απο τον ιδιο της τον εαυτο.
Εμοιαζε χαμενη μα ηξερε ακριβως που στεκοταν, θυμοταν το ονομα μου και ελεγε ιστοριες απο οταν ημουν μικρη, τοσοδενια συνηθιζε να λεει , τοτε που τα μελανιασμενα γονατα εκρυβα φορωντας μακρια παντελονια και λουλουδια παντα στα μαλλια.
Χαμενη σε εναν κοσμο αλαβαστρινο , ευθραυστο ολοδικο της η Μ, ειχε ξεχωρισει τις αναμνησεις και ειχε κρατησει καποιες εικονες, ολα τα υπολοιπα τα ειχε αφανισει , ελεγε τα ειχε πνιξει στην ληθη.
Δεν την θυμομουν, ουτε καταλαβα ποτε μου αν πραγματικα ειχε μνημες απο την παιδικη μου ηλικια, ομως καθε φορα που την συναντουσα ολοενα και πιο πολυ με επειθε πως ειχαμε κοινο παρελθον η καποιο κοινο μελλον, η μια τυχαια σιγμη που θα κοιταζομασταν βαθεια στα ματια και θα μας εδενε για μια ζωη.
Η στιγμη , η μοναδικη στιγμη που ξεγυμνωνεται στα ματια σου ο πιο ξενος ανθρωπος στην ζωη σου και τι θα πει ξενος? 
Σιχαθηκα την λεξη αυτη να ξερεις, μου φερνει αναγουλα. 
Προτιμω το ανθρωπος, ειναι τοσο ευφορικο σαν εννοια, προυποθετει ψυχη και σωμα και νου και συνειδηση, δεν εχει χρωμα . 
Ειναι οικεια ομως η ανθρωπια? 
Με κοιταξε απορημενη , πως και τετοια ωρα εσυ εδω?
κοιταξα το ρολοι μου και επανεφερα τον εαυτο μου μια δεκαετια μπροστα καθως συνηθιζα να χανομαι μεσα στους ηρωες των βιβλιων μου.
Της εξηγησα για την νινετα την ηρωιδα του βιβλιου μου, μια κοπελα γυρω στα δεκαεξι που πιστευε πως θα πεθανει στα 20 απο μικρο παιδι ειχε την αισθηση πως θα χαθει ετσι, μια μερα εναν χειμωνα, ενα βραδυ  κι ετσι ζουσε εναν κυκεωνα πρωιμων εμπειριων.
Ειχε τοσο πεισει τον εαυτο της οτι ο χρονος της λιγοστευε που οταν τελικα εφτασε στην ηλικια των 20 και συνεχισε να ζει, απογοητευτηκε τοσο που εχασε καθε νοημα η ζωη της.
Πριν ειχε ενα νοημα , εναν σκοπο καταλαβαινεις?
Η Μ ειχε ανατριχιασει, τυλιξε την  μοχερ εσαρπα της στον ψηλολιγνο λαιμο της και ανοιξε τα χερια της κανοντας μου νοημα να πλησιασω, αφου πλησιασα με πηρε ισως την πιο ζεστη αγκαλια της ζωης μου ολοκληρης, ακου ,  πριν ξεχασω ,ειπε ειχα ζησει.
Πριν ζησεις να θυμασαι και πριν ξεχασεις να ζησεις.
Ντυσου τωρα ειπε, φυσαει απανθρωπια , κοιτα πως διωχνουν το ερημο το σκυλι απεναντι στον δρομο, ολοι χρειαζονται μια αγκαλια. ΟΛΟΙ.

οταν η Μ χαθηκε για παντα απο την ζωη μου εκλαψα πολυ, την θρηνησα μηνες μεχρι που θυμηθηκα τα λογια της,
 πριν ξεχασω ,ειπε ειχα ζησει.
Πριν ζησεις να θυμασαι και πριν ξεχασεις να ζησεις.

Μ. οπου κι αν εισαι στειλε μια βροχη , πηραν φωτια τα μεσα μας..

Τα παιδια ετρεχαν στην πλατεια και στο λιμανι της πατρας εφτανε καραβι απο την κεφαλονια, οταν ο μικρος βασιλης αφησε ενα μπαλονι λευτερο ειπε, να συναντησει τα πουλια..
ο ηλιος ειχε ενα πορφυροκοκκινο κοκκινισμα στα μαγουλα και η θαλασσα επλεκε μυθους για τα ονειρα μας, ο πεζοδρομος της αγιου νικολαου στολισμενος σαν γιορτη και ο κοσμος ανεβοκατεβαινε σαν σταθμη.
κανεις δεν ενοχλουσε τον σταθη , μοναχα αγοραζαν τα μοσχομυριστα καστανα του και ακουγαν τα τραγουδια του που εβγαιναν ψιθυριστα απο το στομα του σαν ντροπαλα κοριτσια.
ειχε σπουδασει  ειπε, μουσικη  κι εγραφε στιχους , μια κιθαρα στα δεξια του.
τον παρακαλεσε αρκετες φορες να παιξει κατι μα αρνιοταν πεισματικα , κοκκινιζε ολοκληρος (ναι υπαρχουν ακομα ανθρωποι που κοκκινιζουν ) .
θυμηθηκε οταν ηταν μικρη , νηπιαγωγειο πηγαινε οταν εμαθε το τραγουδι του καστανα και στην αγκαλια του πατερα σε μια εκδρομη στον πορο αρχισε να τραγουδαει καστανακια , καστανακια για μικρα καλα παιδακια και πηρε ενα ζουμερο ,ζεστο φιλι απο την μαμα , ενα τιναγμα στον αερα απο τον πατερα.
αγγιξε τα συννεφα σου λεω.
την ιδια γλυκα ενιωθε καθε φορα που εβλεπε τον σταθη τον καστανα, σαν παιδικη αναμνηση χαμογελουσε και ειχε ενα μυστικο στην καρδια του, την αγαπη του την μουσικη.
Εκεινο το βραδυ ,αφου εκλεισε το μαγαζι, τσεκαρε τους λογαριασμους και εσβησε τα φωτα γυρισε στον πεζοδρομο και εψαξε με τα ματια της για τον σταθη, η καστανιερα ελειπε και η απουσια της ξεροψημενης λιχουδιας δεν υπηρχε πουθενα.
Μπερδεμενη για την τυχη του κυρ σταθη εστριψε στην κορινθου και μια μελωδια γαργαλησε τα αυτια της , την ακολουθησε μεχρι την πατρεως και εκει στον πεζοδρομο με τα χρωματιστα καραμελενια καφε του πεζοδρομου , ειδε μια φιγουρα να γρατζουναει την κιθαρα του, δεν εβγαινε φωνη μεχρι να φτασει κοντα του , μεχρι που τα αυτια της πλυμμηρισαν μεταξενια λογια,
αν θυμηθεις το ονειρο μου,
σε περιμενω να ρθεις..
Εμεινε πισω του και αφου χειροκροτησε τα γνωριμα ματια του , πλησιασε στο αυτι του και ψιθυρισε
σημερα εσωσες τα ονειρα μου..
Κοκκινισε ο σταθης οπως κοκκινιζε ο ουρανος οταν βυθιζοταν στην αγκαλια του ο ηλιος..
κοκκινισε η καρδια της γιατι σημερα ειδε ενα νιοβγαλτο ονειρο να τρεχει μεσα στα σοκακια...

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

A sunday smile

Σπαταλήθηκε μέσα σε αδιέξοδα ερωτηματικά και σιωπή.
Ανέτρεξε στο όψιμο παρελθόν για να  βρεί αλήθεια.
Μάταια, όλα.
Κατοικούσε στον ίδιο βασανιστικό εαυτό χρόνια τώρα, φορώντας το ίδιο φυστικί πουλόβερ κάθε τέτοια εποχή. Το πουλόβερ που είχε αφήσει πίσω του εκείνος. Κάποτε μοιράστηκαν τον ίδιο ενθουσιασμό για τον ήχο της βροχής, τα διάφανα φτερά της πεταλούδας και τον έναστρο ουρανό, μύρισαν τα γιασεμιά και φύτεψαν μια  λεμονιά στο μπαλκόνι, κρατήθηκαν απο το χέρι και περπάτησαν τον ερωτά τους σε σκοτεινά δρομάκια και σε θάλασσες αγριεμένες, γεμάτες αλμυρά φιλιά και ήλιο.
Είδαν κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα και σύννεφα που ήξεραν να χαμογελούν , βίωσαν απογέυματα κυριακής χωρίς ίχνος μελαγχολίας και έπειτα ήρθε η θλίψη κι έγινε συγκάτοικος.
Νύχτωσαν οι αναμνήσεις κι αποκοιμήθηκαν.
Ξεθύμαναν και οι μυρωδιές, στέγνωσε και η βροχή, μόνο τα μάτια έμειναν..
Και το πουλόβερ που ήταν τρανταχτή απόδειξη πως υπήρξε εκεί έρωτας.
Πως υπήρξαν ηλιοβασιλέματα και οργασμικά σαββατοκύριακα ,αστέρια και η μυρωδιά της kαταιγίδας  πριν στοιχειώσει εκείνη.
Ένα φάντασμα με φυστικί πουλόβερ ,μια κυριακή που έβρεχε πάνω της ο ουρανός και μια λεμονιά που συναισθανόταν..
Σε ένα μπαλκόνι κάπου στην αθήνα.
Στο απέναντι διαμέρισμα ακουγόταν beirut και a sunday smile...
Ειρωνεία φίλε μου να βλέπεις την ζωή πίσω απο ενα διάφανο τζάμι. Μια ζωή πρίν.
Μια ζωή μετά..

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Να πιστεψουν κι αλλοι..κι αλλοι..




Θελεις να καθησουμε στα βοτσαλα?
Δυο κοριτσια , ενα μελαγχολικο κι ενα με θαλασσενια ματια.
μουσικη υποκρουση το φεγγαρι και η σιωπη του , πυροφανια σκιζουν την μαυρη θαλασσα με τις ασημενιες ανταυγιες..
Χερια που ξερουν να κρατουν και λεξεις μπερδεμενες, προσωπα ερχονταν και εφευγαν στα ατελειωτα σεναρια τους μα εκεινες σφιχταγκαλιασμενες κατεληγαν παλι στην μαγεια..
Πιστευουμε θα ελεγε το θαλασσενιο κοριτσι και μπορουμε..
Μια φωτια σαν ψευδαισθηση μπροστα τους και μεσα τους , κοιταχτηκαν σαν να ειχαν απαντηση σε ολα τα γιατι τους.
Ο ουρανος αλλαξε χρωμα στα ματια τους κι απτο βαθυ σκοταδι του , ενα φαναρακι σαν ευχη πετουσε πανω απο τα κεφαλια τους.
Χαμογελασαν και επειτα ξεσπασαν σε γελια.
Τουλαχιστον , πιστευαν..
Η μαγεια υπαρχει.. 
Η μαγεια ειμαστε εμεις..

Αιμα οπως εφιαλτης.


Αραχνιασμένα όνειρα στριμώχνονται στο μαξιλάρι μου. Το δωμάτιο  μυριζει φθινοπωρο και εφιαλτες.
Αιματοβαμμενη εποχη , χιλιαδες ενοχοι .
Χερια γεματα ερινυες.
Περιμενω την εκρηξη , εκτοξευοντας το κεφαλι γυρω απτο σωμα , ιδιος δορυφορος.
Μια εβδομαδα θρηνος εξω και μεσα μου.
Εχω την εικονα σου στα ματια μου, θυμαμαι την φωνη σου βραχνη να μην αντιστεκεται , θυμαμαι τα χερια σου να δινουν.
Περασαν χρονια πριν χρειαστει να ακουσω ξανα το ονομα σου, πριν να αντικρυσω για τελευταια φορα την μορφη σου, εξω απο την μουσικη σου ησουν παλι μουσικη τοτε και τωρα και για παντα σου ειχα πει..
Μερες που σκιζουν συνειδησεις , νυχτες γεματες τρομο και τασεις φυγης.
Πνιγομαι στην ιδια μου την απραξια.
Πως φτασαμε εως εδώ?
Νιωθω σαν μαριονετα και θελω να κοψω τα αορατα δεσμα , θελω να βγω εκει εξω και να ενωσω την φωνη μου με εσενα , θελω να υψωσω τα ματια στον ουρανο και να σε δω να μου χαμογελας στα συννεφα , διψαω για δικαιοσυνη.
Διψαω για λευτερια.
Μια σκεψη σου ακουμπησε στα μαλλια μου από το ανοιχτο παραθυρο.
Μια σκεψη σου και μια ματια.
Η δικη μου στερεψε.
Γιναν δακρυα , γιναν βροχη να επιστρεψουν στο προσωπο όταν στεγνωσει.
Για σενα.
Για μενα.
Για το παιδι.
Για ολους μας.
                           Π.Φ
    δημοσιευτηκε στην στηλη μου ονειροσκαλισματα στην εφημεριδα τεταρτο #95 

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Λαβύρινθος.

Μιασματα.
Στεκονται πανω απο το νεκρο σωμα και γλυφονται σαν τα κορακια.
Ξεπουλαει  ο φονος? ξεπουλαει η φτηνια της ψυχης τους?
Ενας ασυρματος κοσμος.
Μονο αυτο εχεις?
Μουδιαζω.
Φοβαμαι. παλι.
''Μου χες πει πως θα ερθει καποια μερα οτι αντικρυζω θα το ερωτευομαι'', τελικα δεν το βλεπω..
Σου μοιαζω αλλη φωναζεις, ξερεις κατι? ειμαι αλλη.
Αναρωτιεμαι αν ποτε σου επιασες πατο, αν εφτασες στο σημειο εκεινο που βλεπεις τα παντα γυρω σου απο κατω προς τα πανω, σαν το φως να μην φτανει σε σενα , μητε ο ουρανος.
Σαν να εισαι μικρος , μικροσκοπικος και να σε ξεχασαν πισω απο μια κλειστη ντουλαπα.
Εισαι μπαλαντερ.
αυτο εισαι.
Δεν νιωθεις ειμαι σιγουρη παρα μονο πεινα και  διψα. Τιποτα αλλο.
Συγχωρεσε με που δεν ειδα νωριτερα τον αληθινο σου εαυτο, συγχωρεσε με αλλα ημουν απασχολημενη να χανω τον εαυτο μου καθημερινα.
Ομως εδινα.
Κι εδινα.
Και ραγισα και επιασα πατο.
Και συναισθανθηκα και χαθηκα σε λαβυρινθους δικους σου , δικους τους.
Τωρα κοιταξε με , εφτιαξα τον δικο μου λαβυρινθο και μαντεψε , δεν σε περιλαμβανει.
Εσενα και την αδεια ματια σου.
Εσενα που τιποτα δεν σε συνταραζει , που συνεχιζεις την ζωουλα σου αμεριμνος.
Εισαι και εσυ απεναντι να ξερεις.

τσαι κανεις?
ο τρελοκαπελας μου σας χαιρετα και σιγοτραγουδαει
Ψεύτρα ζωή και να 'μουνε
οπίσω του καιρού μου
να κάμω αυτά που σκέφτομαι
και βάνω με το νού μου






Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Υποσχέθηκες.

Πλησιαζε καθε μερα και πιο πολυ.
Μικρα δειλα βηματα προς το μερος της.
Τα βοτσαλα ειχαν αφησει αποτυπωματα στα γυμνα της ποδια και ενας αερας μανιασμενος επαιζε με τα μαλλια της.
Ελεγαν πως ηταν τρελος,πως τα λογικα του τα πηρε η θαλασσα,πως μιλουσε με τα αστερια και χορευε τις νυχτες σε αδειανους δρομους,πολλα λεγονταν.
Δεν ηξερε γιατι αλλα ειχε συνδεθει με εκεινα τα αθωα ματια του.
Ενιωθε το ζεστο βλεμμα του να χαιδευει τα δαχτυλα των ποδιων της να ανεβαινει στα γονατα και επειτα ισια στα ματια.
Συναντιοντουσαν στο στενο, κοντα στο παρκινκ ,εκει που το απεραντο σκοταδι εκανε τα αστερια να λαμπουν πιο δυνατα κι απο τα ματια των ερωτευμενων.
κλεφτα φιλια και αγκαλιες σφιχτες που ξεριζωναν λιγο λιγο την προηγουμενη ζωη της.
Τον ηθελε επανω της σαν ηλιο να στεγνωσει τα δακρυα της,να ζεστανει την καρδια της που εμοιαζε να ειναι σε καταστολη.
και το εκανε.
απλωσε τα χερια του και την κρατησε στην αγκαλια του σαν θαυμα,σαν να μην πιστευε πως την κρατουσε.
Δεν επρεπε κανεις να μαθει.
Κλεφτες ματιες και ραντεβου στο στενο.
 Στενευαν και τα περιθωρια,εκεινη θα εφευγε θα γυριζε πισω κι εκεινος θα εμενε καρφωμενος εκει μπροστα στην θαλασσα να κοιταζει την αδεια μερια της.
Μια κιτρινη ομπρελα και ενας κατακοκκινος ουρανος αιμα και η πληγη μεσα του να σκιζει τα σωθικα του.
 Εκεινη εγινε ολα οσα εχασε.
 Μετατραπηκε παλι σε πορσελανινη κουκλα σε βιτρινα και επαψε να μιλαει,τις φορεσαν τα καλα της και προσποιοταν πως ζει.
 Καποιες νυχτες ερχοταν στα ονειρα της και της ψιθυριζε πως μια μερα θα την κανει ευτυχισμενη, πως εκεινη την μερα θα πιαστουν χερι χερι και θα φυγουν μαζι,
ξυπνουσε πνιγμενη απο τα δακρυα της και προσπαθουσε να φερει τα ματια του στο νου της, ομως ειχε περασει καιρος,μηνες,χρονια που δεν τον ειδε παλι και ξεχασε την μυρωδια του
τα ματια του
το αγγιγμα του.
 Ξεχασε την υποσχεση του.
Κι ετσι κοιμοταν ολο και πιο πολυ για να τον ανταμωσει.
πιο πολυ
πιο πολυ.
 Ωσπου μια μερα κοιμηθηκε μαζι του για παντα..
 Στα ονειρα βλεπεις μπορεις να ζησεις την 
ζωη που φοβηθηκες να ζησεις ξυπνητος. 

Πλεόνασμα

πλεόνασμα 
αυτό (η ποσότητα, το ποσό) που περισσεύει, που είναι περισσότερο από το κανονικό, το απαραίτητο.

Περισσέυω..
Όλο και περισσότερο ενιωθε να περισσευει σε μια εποχη που καθολου δεν της δινοταν.
Μιλουσαν για πλεονασμα οταν  ολα εμοιαζαν να στερευουν , το ολον εμοιαζε να ειναι λιγοτερο κι απο την αντοχη, η ανεχεια ειχε γινει φιλη -σκια και οι δρομοι,  οι δρομοι που αλλοτε την απελευθερωναν , ηταν γεματοι απο ανθρωπακια μικροσκοπικα στα ματια της που υποκρινονταν πως τρεχουν, ζουν..
Στην καθοδο της πλατειας ξεχωριζες ματια κουρασμενα , τα φαναρια δεν εμοιαζαν να σταματουν την μερα και η αναπνοη της επαιζε ταμπουρλο στο ηλιακο της πλεγμα.
Αυτη την μερα, σκεφτοταν θα την κανω καινουργια.
Θα πηγαινε σε μια νεα συνεντευξη για δουλεια , με χαμηλωμενα ματια και δανεικα ρουχα απο την Ν , θα κρατουσε το παγωμενο της χαμογελο και θα ξεσκονιζε το βιογραφικο της απο το χρονοντουλαπο της προηγουμενης ζωης της.
Μιας ζωης γεματη απο εκεινη, φωτογραφιες απο εκδρομες και χαμογελα ζεστα σαν ηλιοι, υγρα αστερια και θαλασσες.
Πλεονασμα. 
Ναι τοτε υπηρχε πλεονασμα, υπηρχε ελπιδα και γιοματη καρδια, ταξιδιαρικα ονειρα και μελλον.
Στο γκριζο κτιριο μπηκε χωρις ανασα , σαν να εκανε βουτια σε βυθο, προσωπα κουρασμενα και χωρις ιχνος ευγενειας η διαθεσης για ευγενεια της εδειξαν την πορτα.
Μια μεγαλη πορτα , που εκρυβε εναν παχυλο κυριο γυρω στα 50 που κουνουσε τα χερια του σαν μαεστρος, στραφταλιζοντας το πανακριβο ρολοι του επιδεικτικα στον ανουσιο χρονο μου μαζι του.
Μυρωδια χαρτιου και πουθενα χαμογελα.
Μια τηλεοραση στην διαπασων και οι σκεψεις βουνα, βουτια ξανα στον βυθο και ιδρωτας, γνωριμα συναισθηματα τρομου.
ΕΚΤΑΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ακουγεται απο το κουτι της βλακειας πισω της, 38χρονος πηδηξε απο τον πεμπτο..
Το βλεμμα της εφτασε το παραθυρο  θυμηθηκε τα πουλια και τους σχηματισμους τους, τα ποδια της φορεσαν φτερα , ανοιξε την μεγαλη πορτα και ετρξε μακρια απο το γκριζο κτιριο , τον παχυλο κυριο και τα ανεκφραστα προσωπα, βγηκε στον δρομο και πηρε την πιο βαθεια ανασα.
Κανενα πλεονασμα υπομονης πια..
Ισως αυριο..


δημοσιευτηκε στην προσωπικη στηλη, στην εφημεριδα τεταρτο #93

Μου το πες με τα συννεφα.

Οσα συννεφα κι αν ρωτησεις κανενα δεν προδιδει την βροχη,ελεγε.
Μεθυστικος λογος,μυρωδια απο  λιβανι και λεμονι.
Προσωπο μεστο γεματο διακλαδωσεις που μαρτυρουσαν την πορεια της ζωης του εως και σημερα. Τον συναντουσα στην  πλατεια γεωργιου διπλα απο το συντριβανι.
Παντα δειλινο.
Ιδια ωρα,σακουλα με ψιχουλα για τα περιστερια και παγκακι.
Κοιταξε τα μου ελεγε, καποια απο αυτα δεν πετουν , καποιοι λενε για εκεινα ασχημα πραγματα, ειναι βρωμικα και γεμιζαν τα ματια του φλογες πυρινες.
Κι αυτος που ζει στον δρομο κοριτσι μου σπασμενα φτερα εχει και δεν μπορει να πεταξει και βρωμαει ως το κοκκαλο μα η καρδια του καθαρια πιοτερο κι απο δροσερη πηγη που ανταμωνει με την στερια και την ξεδιψαει να ανθισει απο μεσα της η ομορφια..
Υπαρχουν ανθρωποι; τον ρωτησα.
Με κοιταξε βαθεια στα ματια και σωπασε, μια σιωπη ολοδικη μας.
Μοιραστηκαμε ζεστο κουλουρι απτον κυρ γιωργο και περπατησαμε ως το λιμανι.
Πεθυμησα το ηλιοβασιλεμα μου ειπε και του εξηγησα την εμμονη μου.
Κανω συλλογη του ειπα, απο ηλιοβασιλεματα και γελασαν και τα μουστακια του.
Σημερα θα σου χαρισω ενα δικο μου ,ειπε και σταθηκαμε ορθιοι μπροστα στον καμβα του ουρανου..
Αυριο  του εγνεψα?
Και μου εδειξε τα συννεφα.
Οσα συννεφα κι αν ρωτησεις κανενα δεν προδιδει την βροχη, μικρη μου..


δημοσιευτηκε στην προσωπικη στηλη, ονειροσκαλισματα της εφημεριδας τεταρτο #94 http://issuu.com/tetarto/docs/tetarto__94

Μερες παραξενες. ( http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4922 )

Δανεικά τσιγάρα και μισοτελειωμένη μπύρα στο χέρι. Κατέβαινε την κανιγγος και μιλούσε μοναχός του.
Τραχύ βλέμμα και χιλιοειπωμένα λόγια.
Συναντηθήκαμε στην στάση του μέτρο.
Με κοίταξε για μια στιγμή και έπειτα γέλασε δυνατά . ύψωσε ένα δάχτυλο  και φώναξε
-          χίλια χρώματα , χίλια αρώματα μα εγώ δεν σε ξέχασα ποτέ.
Άλλαξα  χίλια χρώματα. Είχα και τα θέματα μου βλέπεις  δεν μου άρεσε ποτέ να είμαι το κεντρικό θέμα.
Υστέρα χάθηκε .
Κουβαλούσα επάνω μου λίγα κογχύλια και ένα μενταγιον- φυλαχτό , δώρο της αδερφής μου.
Καμωμένο από λάβα, λάβα ηφαιστείου.
Το έσφιγγα ενστικτωδώς στο χέρι μου, το δεξί πάντα σαν να πατούσα κάποιο μαγικό κουμπί που θα έφερνε μπροστά μου  το καλοκαίρι.
Η τον εαυτό μου μέσα του.
Δεν με καταλάβαιναν. Με  κοίταζαν αλλά δεν έβλεπαν μέσα μου.
Που πάει όλος αυτός ο κόσμος πάντα αναρωτιόμουν και τους παρατηρούσα μέσα σε γραμμές τρένων να χάνονται έξω απτό παράθυρο.
Δεν θα τους έβλεπα ποτέ ξανά. Χιλιάδες άγνωστοι που δεν υπήρχε κάποιος λόγος για να τους φέρει κοντά μου.
Πάντα έλεγα πως είμαι τυχερή για τους φίλους μου, κανείς τυχαίος.
Όλοι είχαν συγκεκριμένο λόγω που βρεθήκαν στην ζωή μου και μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να τους αποχωριστώ.
Αυτό τον μηνά , παράλυτα αποχαιρέτησα έναν φίλο.
Έφυγε για μια καλύτερη ζωή στον Καναδά, είπε για λίγο μα δεν τον πιστεύω.
Έκλαψα με δάκρυα που είχα ξεχάσει πως κατοικούσαν μέσα μου.
Δάκρυα αποχωρισμού.
Ένα σύντομο καρέ με τις στιγμές μας και θυμάμαι μονό εκείνες που ήταν διπλά μου , ουσιαστικά, τα γέλια , τα πιόματα και τα όνειρα μας.
Τώρα έφυγε και το κενό είναι μεγάλο.
Το κογχύλι στην κανιγγος διπλά από το αυτί μου πρέπει να είναι γελοίο θέαμα σκέφτηκα και το έχωσα στην τσέπη μου.
Την άδεια τσέπη.
Κάποτε μου είπες πως είμαι διαφορετική και αισθάνθηκα σπουδαία, τώρα στα 30 μου δεν θέλω να είμαι διαφορετική.
Θέλω να μην φεύγουν οι φίλοι.
Να μην τελειώνουν τα καλοκαιριά.
Να κρατάν τα κογχύλια μου και να μην μοιάζω αλλοπρόσαλλη.

Να δουν και άλλoi τα χρώματα μου και ναι,  να τους θυμίσω κάποια που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ..

δημοσιευτηκε στο doctv  http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4922

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Στην αιωρα μου κι εξω απο αυτην.



Δυο μερες ηταν μονο.
Αιωρα και φτηνο κρασι. 
Η θαλασσα ποτε αγριευε και ποτε γαληνια αντανακλουσε πανω μας.
Τις πρωτες ωρες βγαινει η πιεση που θελεις δεν θελεις την παιρνεις μαζι σου. Κλασσικα πραγματα , ρουτινιαρικα. Τα εφερα ολα? και λοιπα ψυχαναγκαστικα.
Επειτα συνειδητοποιεις πως δεν χρειαζεσαι τιποτα για να εισαι καλα.
Χαλαρωσαμε και αγκαλιαστηκαμε σαν να το εννοουσαμε. Καταληξαμε πως στο τελος του διημερου το εννοουσαμε περισοτερο.
Ξερεις , ευγνωμοσυνη. Την νιωθουμε ακομα.
Ψωμι , τυρι φτηνο κρασι μια αιωρα , λιγοι καλοι φιλοι με καθαρια ματια και το ηλιοβασιλεμα ειναι βαλσαμο.
Ετσι νιωθω.
Το παιδι γυριζει ξυπολητο, γνωρισε φιλο λεει,  ειναι ευτυχισμενος  το βλεπω στα ματια του.
Μπαινοβγαινει στην θαλασσα και κολλανε τα χερια του παγωτο και χαλικια. Τα δεντρα τραγουδανε θα μου πει λιγο αργοτερα και θα νιωσω ακομα μια φορα το ιδιο συναισθημα.
Ευγνωμοσυνη.
Οταν το τηλεφωνο χτυπησε επανηλθα στην εκφραση που ειχα αφησει πισω στην αθηνα , συνοφρυωμενη και ευεξαπτη.
Μια οικογενεια πεινουσε. Διπλα μας , οχι στην αφρικη οπως παλια.
Ζητουσαν βοηθεια.
Τα παιδια , της οικογενειας δεν ειχαν φαει για μερες.
Ενοχες.
Απομακρυνθηκα και επειτα απο ωρα αφου βεβαιωθηκα πως ολα πηραν εναν δρομο, γυρισα στην παρεα μου , σε καποιο καμπινγκ στην κορινθο., στους φιλους μου και στην οικογενεια μου , με τα καθαρια ματια και τα λαδωμενα χαμογελα.
Τωρα μπορουσα να φαω, ο κομπος θα κατεβαινε λιγο πιο κατω .
Σιγουρα θα πεινουσαν κι αλλοι εκει εξω σκεφτηκα και πριν προλαβω να συννεφιασω , θυμηθηκα ολους εκεινους που λιγο πριν ετρεξαν να βοηθησουν την οικογενεια και χαμογελασα γιατι υπαρχουν ανθρωποι.
Η ζωη συνεχιζεται αρκει να προσπαθησεις , να μοιραστεις και να βοηθησεις.
Κυριως να νιωσεις .
Να κοιταξεις το παιδι σου στα ματια και να αναλογιστεις τα παιδια ολου του κοσμου.
Ευγνωμοσυνη για οσα εχεις. Τα λιγα η τα πολλα.
Το βραδυ τα υγρα αστερια εμοιαζαν τοσο κοντινα. Κοιμηθηκα στην αιωρα.
Απεγκλωβισα τον εαυτο μου απο τις μυριες φοβιες του.
Νιωθω διαφορετικη σημερα, λιγο πιο αισιοδοξη κι ας γυρισα στα ντουβαρια, το νεφος και την κινηση της αθηνας.
Γεμισαν τα ματια μου στιγμες και θαλασσα και φιλους και υγρα αστερια και ανθρωπια.
Κυριως ανθρωπια.

Ξερετε ποιοι ειστε. Σε εσας το χρωσταω
ευχαριστω. Σας αγαπω.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτη μέρα σχολείο.

Πρωτη μερα στο σχολειο.
Ξερεις, ιδρωμενες παλαμες και διερευνητικες ματιες.
Συγκινηση ,ενα βημα πισω. Μην δει.
Να εισαι δυνατος. Στεκομαι διπλα σου.
Πρωτος ερωτας και ελευθερια.
Μην αργησεις και κλεφτη ματια στο παραθυρο.
Υστερα η πορτα αργει να ανοιξει παλι,γραμματα και βιαστικες κουβεντες απτο τηλεφωνο.
Μεγαλωνεις και αυταπατασαι πως ζεις μεσα απο εκεινα.
Τα βλασταρια σου απλωσαν ριζες.
Τωρα αναπολεις ολες εκεινες τις πρωτες φορες και της θελεις πισω.
Το πρωτο κλαμμα.
Το πρωτο ιχνος γελιου.
Το πρωτο μα-μα.
Κυριως το πρωτο σαγαπω που σκιζει το δερμα και καρφωνεται στην καρδια ,μελωμενο.
Γυριζεις εκει καθε φορα.
Με τα ιδια ματια.
Ξερω.
Πονας.
Κρυωνεις.
Εισαι ερωτευμενος.
Δεν περασες το μαθημα.
Η καρδια μου χτυπαει τρελα για σενα.
Σου ειχα πει,φορεσες την ψυχη μου και βγηκες στον κοσμο.
Μην με παρεξηγεις ,ειναι η πρωτη μου φορα που γινομαι μαμα καποιου, η πρωτη φορα ολων των πρωτων φορων και σαγαπω γιαυτο.
Μου χαρισες την ζωη.
Με μαθαινεις αγαπη.
Για πρωτη φορα σου γραφω, ακομα κι αν δεν υπηρχες, εσενα θα ειχα επινοησει να αγαπω..
11 σεπτεμβριου 2013 ( ο μεγαλος κοσμος σου ανηκει)
Η μαμα.
Παντοτινα δικη σου.

Η cherry & η τσιχλοφουσκα.


Δεν ειχε καταλαβει πως αυτο που της ελειπε πιο πολυ απο ολα , ηταν ο εαυτος της.
O διαλογισμος που της ειχαν "πουλησει" δεν φτουραγε πια και ολοενα πιο πολυ με διαολισμο εμοιαζε.
Ανυσηχη και μονη προσπαθουσε να μαζεψει τα καλοκαιρια μεσα της, να τα στριμωξει στον επερχομενο χειμωνα , υποχρεωσεις και ρουτινα , πρωινο ξυπνημα και δανεικες σκεψεις μηπως και γλιτωσει απτον εαυτο της.
Ναι δεν ακουγε τις σκεψεις της τελευταια, ειχε βρει τροπο να τις αγνοει, αλλοτε τους εβαζε μουσικη στην διαπασων και χορευε στα σκοταδια κι αλλοτε γινοταν εξαιρετικα αορατη.
Του κρυβοταν μεσα σε βιβλια και ποιηματα της αγαπημενης της πλαθ , σε συνταγες μαγειρικης και βολτες με το ποδηλατο στην πολη , εψαχνε συνεχεια καινουριες κρυψωνες μα ολο σκονταφτε στις σκεψεις..
Ματαια εμοιαζαν ολα στις συναντησεις τους, οι σκεψεις ανταριασμενες γεματες θυμο και θλιψη την στριμωχναν στην γωνια οπως τοτε που ηταν μικρη και η τιμωρια ηταν να ανεχτει τον εαυτο της εκει στην γωνια του σπιτιου , βουβη.
Να σκεφτεις αυτο που εκανες!
Καλυτερα να σκεφτεις αυτο που δεν εκανες , ηταν το μοτο της εκτοτε κι ετσι εμεινε προσκολλημενη σε αυτη την σκεψη , ονειροβατωντας τις περισσοτερες απο τις μερες της.
Θυμασαι αραγε το παιχνιδι που εβαζε την μαρια στο σκαμνι? ναι αυτο το συναισθημα φιλε μου, στο σκαμνι με εναν κοσμο να στροβιλιζεται και να μοιαζει με αστρικο χαρτη πανω απο το κεφαλι μου, εγω το σκοταδι , ναι.
Kρυμμενη αλλο ενα απογευμα στην ταρατσα , με την φιλη της την τσιχλοφουσκα  η γατα καποιου ενοικου με δανεικο ονομα.
Ηταν στειρωμενη και ροζ. Σαν τσιχλοφουσκα χωρις γευση, μονο μιαουρισμα και αγαπες, της θυμιζε τοσο πολυ το χρωμα του ηλιοβασιλεματος που την πρωτη φορα μα τον θεο γιαυτο την ανεβασε εω πανω.
Ετσι με ποδια να κρεμονται κατω απο τον πολησυχναστο δρομο και μια τσιχλα αγευστη να χαιδευεται πανω της , αποφασισε πως ο κοσμος χρειαζεται καινουργιες λεξεις,
εννοιες.
Ονοματα.
Ισως αν αφησουμε πισω την παλια μας ζωη και  ονομα
ισως να υπαρχει ελπιδα..
Απο σημερα θα με λενε cherry!
Για φαντασου την cherry  και την τσιχλοφουσκα να κοιταζουν ενα ηλιοβασιλεμα? αστειο ακουγεται δεν νομιζεις?





Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

flashmob


Ξυπνουσε με την ιδια αισθηση απωλειας.
το κοχυλι παντα διπλα στο κομοδινο,χαμογελουσε με τα χαλια της και στο αυτι της μετεφερε μυνηματα απο την θαλασσα, τα κυματα γεμιζαν τα ματια της και ο αερας μπερδευε τις σκεψεις της.
Μονη με ενα  ειρωνικο κοχυλι, ασχημη φαση φιλε μου.
Σηκωνε τον εαυτο της και του εφτιαχνε καφε, το βλεμμα εξω απτο παραθυρο χλωμο αντικρυζε εναν κοσμο αδειο απο εκεινη, ενα αστειο χωρις ηχο , αυτο ηταν.
Μια βουβη παραλαγη του εαυτου της. Ενα ηλιθιο αστειο.
Ανεργη για μηνες , μια σπασμενη τηλεοραση και κανενα χομπι.
Φιλους ανεργους , κανενα μεταφορικο στην συντροφικοτητα , πληρης αποξενωση και ταυτιση.
Η ιδια ενοχλητικη διαφημιση στο ραδιοφωνο , μορφασμοι αηδιας και επειτα μια μελωδια γνωστη
yann tiersen και το δωματιο γεμιζει φως και ζεστασια, στροβιλιζονται οι αναμνησεις σαν πολυχρωμο καρουζελ και το προσωπο του ζωγραφιζεται στα ματια της .
Καμβας τα ματια.
Ατυχος οποιος δεν ειδε στα ματια του να σχηματιζεται το απειρο, σκεφτηκε και ηθελε απεγνωσμενα να ακουσει στερεονοβα, ηταν η συνδεση της με το χτες ,
 με το 16 χρονο κοριτσι που ηταν καποτε, με τα χρωματιστα μαλλια και τα διαφανα ματια που ολους τους χωρουσαν , το κοριτσι με την καρδια μπαλονι που με μια ανασα της εκτοξευε στο απειρο που τοσο αγαπησε..
Υστερα σιωπη , το κοχυλι ξεγλιστραει απο το χερι της και ο αερας κλεινει μανιασμενα το παραθυρο, η ματια εξοστρακιζει τις σκεψεις και ανοιγει την πορτα .
Αυτη την φορα καποιο ηλιοβασιλεμα θα της ψιθυρισει την απαντηση ..
Ειναι σχεδον βεβαιο πως μονο το ηλιοβασιλεμα γνωριζει..