Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Να γυρίζεις.

Ώρες μέσα στο παλιό λεωφορείο για το γραφικό χωριουδάκι και τους γραφικούς συγγενείς με τις πλαστικές καρέκλες στον πεζόδρομο  και τις ξύλινες ερωτήσεις τους.
Έιχε φύγει μόλις τελείωσε το σχολείο και δεν γύρισε παρά μόνο όταν έχασαν την μητέρα.
Είχαν όλα αλλάξει, οι επιδοτήσεις κατάφεραν να εξαφανίσουν τα καπνά και να γεμίσουν τους χωματόδρομους μερσεντικά και παχυλές καρικατούρες ανθρωπακίων με σκαμμένα πρόσωπα.
Η ανάπτυξη έκλεισε το παλιό σχολείο και δίπλα στην εγκαταλελειμένη θύμηση της παιδικής του ηλικίας έστεκε ενα έκτρωμα κακογουστιάς και η χλίδα σαν γλίτσα ειχε γίνει σκοπός της ζωής τον χωριανών.
Το καφενεδάκι πούλαγε φρεντοτσίνο και διέθετε wi-fi  ενω λίγο πιο κάτω στο παλιό πηγάδι που η μάνα κουβαλούσε νερό και ξέπλενε τις ζαβολιές τους ειχε ανοίξει πια ενα φρόζεν -ο θεός να το κάνει γιογκαρτ.
Το παράξενο είναι πως τίποτα δεν θύμηζε το παλιό γραφικό χωριό και οι πλαστικές καρέκλες αντικαταστάθηκαν απο περίτεχνα φωτάκια συναγερμών.
Είχε ανάγκη να χαθεί στην ομορφιά του κεδρόδασους, να συνομιλήσει με αγνούς αυθεντικούς ανθρώπους, ηταν πεπεισμένος να ανεχτεί ακόμα και τις ξύλινες ερωτήσεις των λοιπών συγγενών κυρίως να φέρει στο νού την μάνα και την ζεστή ματιά της ,το ζεστό ψωμί στον ξυλόφουρνο και την μεθυστική μυρωδιά των καπνών στην αυλή.
Να ξεφύγει για λίγο απο το νέφος ,τις πορείες και τα maalox, ολη την αδικία γύρω του,την ανεργία και την θλίψη που ήταν μόνιμος κάτοικος των ματιών του.
Να νιώσει.
Ο πατέρας.
Ήταν απο εκείνους τους μπαμπάδες που σε πετούσαν ψηλά στον αέρα και ήσουν σίγουρος πως δεν θα κατέβεις ποτε απο τα σύννεφα.
Το ίδιο συναίσθημα κάθε φορά που τον αντίκρυζε , μια μικρή απογείωση μέσα του, ένα ταξίδι μαγικό.
Σταθερός, στοιβαρός , λιγομίλητος συνάμα ο πιό συγκαταβατικός και συνειδητοποιημένος πατέρας του κόσμου όλου.
Κουβέντες λίγο τσίπουρο μια βόλτα στο δάσος  και πεζοπορία μεχρι την θάλασσα ήταν αρκετά για να αναπνέυσει η ψυχή του.
Και η μάνα στο περβόλι με το μαντήλι της να μυρίζει λεβάντα..
Όλα άλλαξαν όχι όμως οι αναμνήσεις του, ουσιαστικά ουτε εκείνος ιδιαίτερα μονάχα που του έλειπε το χωριό του.
Ούτε εδώ θα έβρισκε καταφύγιο τελικά.
Θα γύριζε  να πολεμήσει για τα ιδανικά του,τα όνειρα του και το χωριό που έσβηνε απτον χάρτη βουλιάζοντας στην ψευδαίσθηση πως εξελίσεται.
Θα γύριζε πάντα στο παιδί με τα γδαρμένα γόνατα,το σχολείο με τα σπασμένα παράθυρα απο τις σφεντόνες τους και τα πετάγματα του πατέρα, την αγκαλιά της μάνας και τα τραγούδια στην γειτονειά.
Θα γύριζε το κεφάλι στην απανθρωπιά του ανθρώπου.
Θα γύριζε στον εαυτό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου