Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Ψωμι & αλατι.

Η καρδια χτυπουσε σαν τρελη και το μαχαιρι ως το κοκκαλο. Εσωτερικη αιμοραγια σαν χωρα.
Περιπλανιοταν μερες μεσα του ο πονος και σαν τρελος που χτυπαει χερια σε τοιχους και γελαει με τα δακρυα του περιφεροταν στην αγορα με αδειες τσεπες και μιαν αποφαση.
Πως θα αντικρυζε δυο ζευγαρια ματια πεινασμενα?
Αδεια χερια,αδεια ζωη και μονοδρομοι που φυτρωναν μπροστα του σε καθε στροφη.
Τροφη-στροφη 1-0.
Να γινοταν ζητιανος,να γινοταν κλεφτης λεει το μεθυσμενο του μυαλο,μα δεν θα γινοταν ανεντιμος,οχι.
Ισως ενα κομματι ψωμι να λογικευε το στομαχι κι υστερα τον νου,μά τα ματια παλι μπροστα του και πως να ορεγεσαι ενα κομματι ψωμι οταν πειναει η ψυχη σου?
Επρεπε να βρει μια γρηγορη λυση,αλλιως δεν θα γυρνουσε στο ανηλιαγο σπιτι της οδου κρηνης.
Μπηκε αποφασισμενος να ζητησει βοηθεια μα η φωνη του ψηλου μελαχρινου αγοριου τον προλαβε, "λυπαμαι ,κλεισαμε".
Λυπαμαι μα δεν εχω αλλη επιλογη, τον εσπρωξε και ενας δυνατος γδουπος τον βρηκε αιμοφυρτο χαμω, μια γρηγορη λυση σκεφτηκε και τα ματια,αχ τα ματια..
Μπηκε τρεχοντας,δυο κονσερβες,ενα μισοκιλο ψωμι και γαλα.
Εσκυψε και ανασηκωσε το αγορι που εμοιαζε να συνερχεται, η κακια η ωρα μονολογουσε,τι εκανα? Το πεινασμενο σκυλι θα δαγκωσει.. συγνωμμη ψελλιζε και δακρυα τρεχαν απτα ρυτιδιασμενα ματια του.
Εισαι καλα? Συγνωμμη ..
Τον βοηθησε να σηκωθει και το αγορι δεν αντεδρασε,ειχε χαθει στην ματια του ,τον ειχαν πνιξει τα δακρυα του.
Δεν ειμαι τετοιος ανθρωπος επανελαβε και η ηχω επαιζε με τα μισοσβησμενα φωτα,να παρτα ολα πισω ..εγω..δυο πάιδια..να..εχασα την δουλεια μου.. τι να τους ελεγα..συγνωμη..
Το μελαχρινο αγορι σηκωσε το κεφαλι και τον κοιταξε ευθεια στα ματια, υπαρχει μια θεση εδω για σενα,ειπε, ξεκινας απο αυριο?
Παρε μπροστα ενα μεροκαματο και γεμισε την  σακουλα με τις αναγκες σας ως προκαταβολη για το σπιτι.
Ψωμι&αλατι.
Ψωμι..σκεφτηκε πως το ψωμι τα εφταιγε ολα και το γουργουρητο ,τα ματια και η απογνωση,δεν ηταν τετοιος ανθρωπος δεν ηταν.
Το ψωμι και το αλατι στις πληγες τον εφεραν ως εδω,αυτα βρηκαν την λυση.
Γυρισε αμιλητος στο σπιτι,αγκαλιασε τα παιδια του,φιλησε την γυναικα του και κλειστηκε στο μικρο του εργαστηρι οπου εκλαψε με λυγμους ως το ξημερωμα, λιγο μετα θα ξεπλενε την ντροπη του και θα κατηφοριζε για την καινουργια του δουλεια..

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Χαμενη μερα.

Mια χαμενη μερα.
Δεν ανεπνεες εκεινο το δειλινο και ο ηλιος ειχε εισπνευσει ολη σου την ενεργεια ,αποκαμωμενος με ανασα που βρωμουσε αλκοολ και ενοχες με κοιταξες στα ματια σαν ολα τα γιατι του κοσμου θα μπορουσα να απαντησω.
Δεν ειχα απαντηση,ειχα μοναχα μια σιωπη σαν αρρωστια βαρια στα ματια που μπορουσαν να διακρινουν την απογνωση στα δικα σου.
Δεν ειχα απαντηση και μετανιωνω που δεν σε σταματησα εκει στην μεση του δρομου , ηθελα να ουρλιαξω να σκισει η φωνη μου τα μεσα σου , ηθελα να ακουστει η φωνη μου ως τα συννεφα ,
Ειμαι ελευθερη ακους?
Ειμαι ελευθερη να αναπνεω , να σιωπω , να ουρλιαζω ,να ειμαι παραλογη ,να ειμαι τρελη , να σαγαπω ,να σε μισω ,να φοβαμαι,να με φοβασαι.
Ειμαι ελευθερη να ζησω.
Δεν ειχα απαντησεις,ειχα μοναχα σιωπες και αδειο βλεμμα, ακολουθησα την σκια σου ωσπου να χαθεις μεστο σκοταδι και μετανιωνω.
Μετανιωνω που επνιξα ολες εκεινες τις κραυγες μεσα μου.
Ελπιζω στην ημερα που οι ιαχες θα ενωθουν.
Την μερα που θα ειμαστε λευτεροι.
Ελπιζω.
Ζω.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Κρυφτό.

Ενα παιδι μετραει τα αστρα και το φεγγαρι της βρωμαει φοραει φτερα και γυριζει με τα μικρα της χερακια τον κοσμο αναποδα να του ανεβει το αιμα στο κεφαλι να παψει να κοκκινιζει μοναχα το φεγγαρι μπας και θυμηθει ο κοσμος τι θα πει ντροπη και δουμε μαγουλα να κοκκινιζουν ξανα.
Την κοιταζω να πλατσουριζει σε απανεμιες και να μαλωνει με τα κυματα στον βορια ,ειναι παντα εδω με τα καστρα της στην αμμο ,ειναι εδω ακομα κι οταν κοιμαμαι στα ονειρα μου τραγουδαει ,πλεκει πλεξουδες τα μαλλια της και γελαει με την σκια της.
Ειναι ενα κοριτσι αναμεσα σε χιλιαδες αλλα κοριτσια, ειναι το πορφυρο χρωμα του ουρανιου τοξου,ειναι ο ηχος της βροχης στον τσιγγο και η μυρωδια των σπιτικων κουλουριων της γιαγιας, ειναι απο ονειρο βγαλμενη κι ας λενε κριμα το παιδι ,εγω ελπιζω σε εναν κοσμο που θα μοιαζει πουπουλο στα ποδια της,εναν κοσμο που θα την δεχτει σαν αγκαλια ζεστη της μανας.
Ποσο ευχομαι να ναι ετοιμος ο κοσμος για σενα αγαπη μου, ποσο λυπαμαι που αναρωτιεμαι...

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Άκανθας.

Στεκομαι παλι στο μισος.
Ανοιγω την οθονη και πλυμμηριζει αιμα κοκκινο ,δεν ειναι ουτε ελληνικο ουτε "ξενο" ειναι αιμα κοκκινο.
Εμφυλιος & μισος.
Πιανω τον εαυτο μου να μονολογει "καλα να παθουν" μα δεν ειμαι εγω αυτη,ειμαι η χειροτερη εκδοχη του εαυτου μου αυτο που φτιαξανε ,ειμαι μια ωρολογιακη βομβα που ρυθμικα φτανει στο τελος της.
Δεν ειμαι εγω αυτη.
Οι λεξεις κι αυτες ντυθηκαν με μισος και ολοι γυρω μου μοιαζουν εχθροι.
Στεκομαι παλι στο μαυρο,στο μαυρο μου μελανι που συμβαδιζει με τα μεσα μου,στο μαυρο που απλοχερα τυλιγει εναν κοσμο που σε τιποτα δεν με βρισκει συμφωνη.
Κοιταζω τον ηλιο και θυμαμαι τον ωχαδερφισμο ,την φραπεδια και τα all inclusive σου ,τα στραφταλιζε σου ρουχα και την νταντα που κυνηγουσε το παιδι σου οσο εσυ διαβαζες το περιοδικο  που πουλουσε την ψυχη σου.
Τωρα μισος και η λαμψη απτα κρυσταλακια σου χαθηκε,τα ρουχα σου ξεθωριασαν και η νταντα δεν σε ανεχεται πια.
Καποιος μου ειπε εχουμε πολεμο και του απαντησα οχι ακομα, το παιρνω πισω
Εχουμε πολεμο κυριως μεσα μας.
Ποναω.
Κουτσαινω σαν το σκυλι που λαβωθηκε,αναρωτιεμαι αν τα ψυχοσωματικα μου παλι με εμπαιζουν , η διαγνωση ακανθας στον αστραγαλο.
Τα αγκαθια μεσα μου μονοδρομος , δεν ειχα μονο στην καρδια τελικα..

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Ντόπα

Μην με ρωτας για την αγαπη. Τα ρημαξα ολα για τον ερωτα, για την προσκαιρη εναρμονιση του μεσα μου με τον εξω κοσμο.
Αλκοολικη του ερωτα φιλε,οπου ματια φλογερη κι ενα σεναριο στο μυαλο της,θά εισαι εσυ ο υπερτυχερος που θα ζησει ταινια μικρου μηκους πριν αυτοκαταστραφει καθε εννοια λογικης ,καθε σημαδι που κουβαλαει μεσα του εκεινη ,μιας και μετα το χτυπημα της εξάυλωνεται και κρυβετε πισω απο προσωπεια μεχρι το επομενο θυμα..
Μεγαλη ντοπα ο ερωτας η θα ζουσε με το κουσουρι του η θα πεθαινε απο υπερβολικη δοση φιλε.
Ελεγε ,κοιτα τα ματια που με γδυνουν τα βλεπεις? Ρε φιλε μου λεγε κοιταζει την ψυχη μου ,με εγδυσε και επεφτε με τα μουτρα στην ντοπα,γυαλιζε το ματι της.
Τους αποθεωνε τους ερωτες της, τους εφτανε τοσο ψηλα που ουτε και εκεινη οσο κι αν απλωνε διχτυα δεν τους εφτανε.
Σκαρφαλωνε ,επεφτε,πληγιαζε φιλε μεσα της,παλευε στον ξυπνιο της και στον υπνο της με το θεριο κι οσο απομακρυνοταν τοσο φτιαχνοταν ,οσο δεν ακουγε τις λεξουλες που γενναγαν στο μυαλουδακι της τοσο πιο πολυ πεισμωνε,ηθελε να μπει στην σαρκα τους να φορεθει ηθελε φιλε.
Την ενιωσα.
Την ερωτευθηκα.
Την πονεσα.
Την εκλαψα.
Την θυμαμαι.
Την ξεχναω.
Την λυπαμαι.
Την γιατρευω.
Την μισω.
Την αγαπω.
Την καταργω.
Την χρειαζομαι.

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Μύγδαλα και κύμβαλα

Ένα ζαλισμένο βερίκοκο κατεβαίνει την κατηφόρα στην λαίκη αγορά του σαββάτου.
Κάποτε σταματούσε μπροστά σε πόδια που το αγνοούσαν, άλλοτε το ποδοπατούσαν.
Οχι τώρα.
Βλέπω μια ηλικιωμένη να σκυβει και να το σώζει απο την κατρακύλα του, το σκεπάζει με το μαντήλι της και το βυθίζει στην τσέπη του νυχτικού της μαζι με τους υπόλοιπους θυσαυρούς.
Διακρίνω κατι αμύγδαλα ενα πλαστικό κυπελάκι και ενα κομμάτι υφάσματος.
Εχει μια έκφραση άπροσδιοριστη , ενα συνοθύλευμα μειδιάσματος και μια υποψία χαμόγελου.
Την ακολουθώ καθώς η επιβλητική της παρουσία με μαγέυει, αυτή η αμόλυντη, η αγνή στάση επιβίωσης με κάνει να θέλω να την γνωρίσω.
Μπορώ να βοηθήσω; ρωτάω.
Με κοιτάζει σαν να χε χρόνια να αντικρύσει άνθρωπο.
Κόπιασε ,λέει εδω στην σκια κοριτσι μου να σε φιλέψω μυγδαλα και βερίκοκο..
Με φίλεψε μια ιστορία ζωής,δυο θανάτους και λίγα αμύγδαλα.
Την συνόδευσα στο σπίτι της εώς τον κήπο που φιλοξενούσε τρία αδέσποτα τον κίκο,την κίκα και το κικάκι τους.
Η κικοοικογένεια παραληρούσε απο χαρά στο άκουσμα του ξύλινου βοηθού της, το μπαστουνάκι της που της το έφτιαξε λέει ο αμίρ που μένει στο απέναντι σπιτι.
Με φίλησε σταυρωτά και μου έδωσε την ευχή της.
Την αγκάλιασα και δώσαμε ραντεβού για μύγδαλα και ιστορίες.
Οταν έφτασα σπίτι ,ήμουν ευτυχισμένη,είχα αποκτήσει μια φίλη..κι ένα κρυμμένο βερίκοκο στην τσέπη..
Μοιραστήτε λιγα μύγδαλα,ενα πιάτο φαί,ενα χαμόγελο,μια βόλτα,αγάπη..

Αστρο μωβ.

 Σου εχω κρατησει μια ευχη ,
εκει που πας θα ρθω μαζι
 σαν προσευχη .
Μην μου μιλας για την γιορτη
,νιωσε στα ματια την βροχη,
 αναρωτιεμαι αν ειμαι ακομα ζωντανη.
Δεν θα αντεξει η πληγη
,λιγο πριν κλεισει
  πριν ξεχαστει θα σε πονεσει
 με την πρωτη την βροχη,
 γιατι βαθεια μεσα στο σωμα σου κατοικει
 η μνημη ,αδολη ,αμολυντη γυμνη.
Με κουβαλας οπου κι αν πας θα ειμαι εκει, σε ενα γελιο
 ,μια εικονα , μια στιγμη.
Κοιτα τα αστερια πως χορευουν για εμας ,
 ειναι μια υποσχεση κι αυτη μην το ξεχνας.
Στον ουρανο ,οπου κι αν πας να τραγουδας
δεν εισαι μονος θα μαι εκει
μην με ξεχνας...


To μωβ αστρο μου φιλοξενειται στην στηλη μου μιση μεριδα..λογια στο περιοδικο https://www.facebook.com/bonusmallmag?fref=ts <3
ακουγοντας http://www.youtube.com/watch?v=s3KmE4CKICc

Αχτίδα.



Οι αχτίδες είναι τα παιδία τού ήλιου, είπε και μας κοίταξε με τα μεγάλα της μελιά μάτια.
Ήταν από αυτές τις διαπιστώσεις που σε κάνουν να συνειδητοποιείς πως τα πιο απλά πράγματα σε κάνουν ευτυχισμένο, πως είσαι μια κουκίδα στον χρόνο.
Άνοιξε τα ματιά της ,  ξάπλωσε στον ήλιο , άνοιξε χεριά και πόδια σαν ένα μεγάλο χ και άφησε τον ήλιο να μπει μέσα της, έπειτα τα ανοιγόκλεισε κάνοντας μια αστεία φιγούρα , γέλασε στο συμπάν και συνέχισε την εξερεύνηση του χώρου, αφού φόρτισε μπαταρίες.
Ξέρεις , την αγάπησα λιγάκι είπε.
Ήξερε πως ήταν ο ήλιος και πως αυτή η μικρή αχτίδα ήταν ολόδικη της, ήταν η ευκαιρία της να μεταδώσει το φως της, ήξερε , ήξερε, ήξερε τόσα πολλά ήξερε που τώρα δεν ξέρει τίποτα, γιατί ακόμα και εκείνα που ήξερε έγιναν άνθρωποι που δεν ξέρει πια , φίλοι και αγαπημένοι, καμιά φορά και ο εαυτός της ο ίδιος δεν θέλει να ξέρει, τούτη δω την φορά θα μάθαινε όμως γιατί η αχτίδα είχε μιλιά και μια καρδιά επίσης που δεν χωρούσε αμφιβολίες, ψέματα και  την  θλίψη των μεγάλων.
Αυτά να τα λύνανε μονοί τους εκείνη λαμπύριζε ολόκληρη μεστά χρυσαφένια της μαλλιά και στροβιλιζόταν σε μια ατελείωτη χαρά , είχε ένα κομματάκι αγάπης για όλους και στο μοίρασμα δεν ήταν δίκαιη ακόμα,  κι ας έκανε μαθηματικά στο σχολείο, ήξερε μονό να μετράει με τον ενθουσιασμό της και με την παιδική της καρδιά που δεν έφτασε σε ηλικία να στενεύει.
πεσμού πάλι την ιστορία...
Εκείνη ξεκίνησε μια ολοκαίνουργια ιστορία ,μια ιστορία από αυτές με μελωμένο τέλος , που μένεις ξελιγωμένος να κοιτάζεις ένα κομμάτι ουρανού σαν να ήταν δικό σου και σκαλίζεις σχήματα και πρόσωπα, όσο κι αν πονούσε μέσα της , εκεί έξω υπήρχε μια αχτίδα ολόδικη της που ζέσταινε και την πιο κρύα καρδιά, ήταν μια μικρή αχτίδα με μελένια ματιά και χρυσαφένια μαλλιά που σε αποστόμωνε.
Δεν είναι αυτή η ιστορία αλλά δεν πειράζει μαμά , ξερώ πως δεν θέλεις να πονάω όπως και τότε που χτύπησα το πόδι μου έτσι άλλωστε συμπεριφέρεται ένας ήλιος , κάνει ένα βήμα πίσω και χάνεται πριν  αποσυρθούν κι οι αχτίδες του άπτον ατελείωτο χορό τους με τα σύννεφα, ένα βήμα πίσω..
Είχε αρχίσει να νυχτώνει και ο ήλιος κρύφτηκε πίσω απτό μεγάλο βουνό που φύλαγε την θάλασσα , μέσα όμως δυο σώματα αγκαλιασμένα φώτιζαν ακόμα και θα έλαμπαν για πολλά χρονιά ακόμα έτσι σφιχταγκαλιασμένα , μπροστά στα σκοτάδια του κόσμου όλου..

γιά τήν μικρή μού φίλη.


Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Να γυρίζεις.

Ώρες μέσα στο παλιό λεωφορείο για το γραφικό χωριουδάκι και τους γραφικούς συγγενείς με τις πλαστικές καρέκλες στον πεζόδρομο  και τις ξύλινες ερωτήσεις τους.
Έιχε φύγει μόλις τελείωσε το σχολείο και δεν γύρισε παρά μόνο όταν έχασαν την μητέρα.
Είχαν όλα αλλάξει, οι επιδοτήσεις κατάφεραν να εξαφανίσουν τα καπνά και να γεμίσουν τους χωματόδρομους μερσεντικά και παχυλές καρικατούρες ανθρωπακίων με σκαμμένα πρόσωπα.
Η ανάπτυξη έκλεισε το παλιό σχολείο και δίπλα στην εγκαταλελειμένη θύμηση της παιδικής του ηλικίας έστεκε ενα έκτρωμα κακογουστιάς και η χλίδα σαν γλίτσα ειχε γίνει σκοπός της ζωής τον χωριανών.
Το καφενεδάκι πούλαγε φρεντοτσίνο και διέθετε wi-fi  ενω λίγο πιο κάτω στο παλιό πηγάδι που η μάνα κουβαλούσε νερό και ξέπλενε τις ζαβολιές τους ειχε ανοίξει πια ενα φρόζεν -ο θεός να το κάνει γιογκαρτ.
Το παράξενο είναι πως τίποτα δεν θύμηζε το παλιό γραφικό χωριό και οι πλαστικές καρέκλες αντικαταστάθηκαν απο περίτεχνα φωτάκια συναγερμών.
Είχε ανάγκη να χαθεί στην ομορφιά του κεδρόδασους, να συνομιλήσει με αγνούς αυθεντικούς ανθρώπους, ηταν πεπεισμένος να ανεχτεί ακόμα και τις ξύλινες ερωτήσεις των λοιπών συγγενών κυρίως να φέρει στο νού την μάνα και την ζεστή ματιά της ,το ζεστό ψωμί στον ξυλόφουρνο και την μεθυστική μυρωδιά των καπνών στην αυλή.
Να ξεφύγει για λίγο απο το νέφος ,τις πορείες και τα maalox, ολη την αδικία γύρω του,την ανεργία και την θλίψη που ήταν μόνιμος κάτοικος των ματιών του.
Να νιώσει.
Ο πατέρας.
Ήταν απο εκείνους τους μπαμπάδες που σε πετούσαν ψηλά στον αέρα και ήσουν σίγουρος πως δεν θα κατέβεις ποτε απο τα σύννεφα.
Το ίδιο συναίσθημα κάθε φορά που τον αντίκρυζε , μια μικρή απογείωση μέσα του, ένα ταξίδι μαγικό.
Σταθερός, στοιβαρός , λιγομίλητος συνάμα ο πιό συγκαταβατικός και συνειδητοποιημένος πατέρας του κόσμου όλου.
Κουβέντες λίγο τσίπουρο μια βόλτα στο δάσος  και πεζοπορία μεχρι την θάλασσα ήταν αρκετά για να αναπνέυσει η ψυχή του.
Και η μάνα στο περβόλι με το μαντήλι της να μυρίζει λεβάντα..
Όλα άλλαξαν όχι όμως οι αναμνήσεις του, ουσιαστικά ουτε εκείνος ιδιαίτερα μονάχα που του έλειπε το χωριό του.
Ούτε εδώ θα έβρισκε καταφύγιο τελικά.
Θα γύριζε  να πολεμήσει για τα ιδανικά του,τα όνειρα του και το χωριό που έσβηνε απτον χάρτη βουλιάζοντας στην ψευδαίσθηση πως εξελίσεται.
Θα γύριζε πάντα στο παιδί με τα γδαρμένα γόνατα,το σχολείο με τα σπασμένα παράθυρα απο τις σφεντόνες τους και τα πετάγματα του πατέρα, την αγκαλιά της μάνας και τα τραγούδια στην γειτονειά.
Θα γύριζε το κεφάλι στην απανθρωπιά του ανθρώπου.
Θα γύριζε στον εαυτό του.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Φυγαμε?

Τρυπωνεις μεσα μου και κατοικοεδρευεις για μια σεζον κι επειτα βγαινεις αλωβητος απο τις υστεριες και τα παραπονα μου που τα αδειαζω σαν χημικη τουαλετα πανω σου.
Εισαι η σταθερη τροχια μου,ουτε λακουβες ουτε μονοδρομοι ,απεραντοι δρομοι με θεα θαλασσα,αυτη των ματιων σου.
Σε ζηλευω.
Ζηλευω την ισοροπια σου και την φωνη της λογικης σου που βραχνιασε να μου ουρλιαζει να κατεβω απο το συννεφο.
Μαζι μετρησαμε ποτε αστρα?
Δεν θυμαμαι.
Δεν προλαβαμε να κανουμε σπουδαια πραγματα για εμας βλεπεις μας προλαβαν οι υποχρεωσεις ,τα ξενυχτια και οι αναγκες τους.
Καθε φορα λεγαμε του χρονου κι υστερα πιο πολλες υποχρεωσεις και θαβαμε τα ονειρα μας με τα ιδια μας τα χερια.
Αυτη τη φορα θελω να τα καταφερουμε, θελω να κοιμηθουμε αγκαλια κατω απο αρμυρικια,να κολυμπησουμε γυμνοι και να παμε θερινο σινεμα με πορτοκαλαδα μοιρασμενη στα δυο.
Αυτη την φορα θελω να με κοιτας στα ματια,να μου υπενθυμιζεις οσα καταφεραμε και οσα δεν καναμε ακομη.
Να σκαλισουμε δυο ονειρα και να τα δουμε να μπουμπουκιαζουν.
Και ας μην εχουμε λεφτα.
Εχουμε ο ενας τον αλλον.