Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Νομιζω ονειρευτηκα την ζωη μου.



Ειχε αντοχη στον πονο.
απο τοσο δα παιδακι δεν ξοδευε δακρυα για τον πονο, ουτε στο πρωτο εμβολιο δεν εκλαψε ,ουτε οταν εχασε την μανα, μεγαλωνοντας.
Μοναχα που τον εκανε δικο της τον πονο, καταλαβαινεις? ηταν πιστο σκυλι στην πορτα της ψυχης της που αλυχταγε για ενα της χαδι.
Ετσι ολη της την ζωη την μετετρεπε σε κατι τραγικο, μοναχα ετσι ενιωθε καλα, ηταν οικειο συναισθημα ο πονος, καπως ετσι ξεκινησε να σημαδευει στο σωμα της χαραζοντας το ,λεξεις , ναι μικρες λεξεις που της θυμιζαν μερες ,νυχτες ανθρωπους και στιγμες.
Ηθελε να ποναει για καθε εναν απο αυτους , για καθε στιγμη κι οταν το αιμα κοκκινο ετρεχε τα ματια πλυμμηριζαν συννεφα και η μορφη της αλλιωτικη , στοιχειωμενη απο θυμησες και υποσχεσεις ,με σουφρωμενα φρυδια και γεματη φλεβες και ζωη, γεματη πονο.
Βλεπεις οι ανθρωποι που αγαπησε κατοικουσαν κατω απο το δερμα της.
Δεν ηθελε να πεθανει, οχι.
Ηθελε να ποναει ,ηθελε να τιμωρει τον εαυτο της που ζει χωρις εκεινους, ηθελε να νιωσει ξανα πως ειναι ζωντανη,
Οταν γνωρισε τον Ν. τα πραγματα αρχισαν να αλλαζουν , σαν να χαμογελασε ο ουρανος,σαν να χαμογελασε και εκεινη κρυφα κι ενοχικα.
Δεν πονουσε ,ισα-ισα που ενιωθε κατι αλλο, κατι καινουργιο, ενα πρωτογνωρο συναισθημα αγαλλιασης και χαρας, η αναγκη της να ποναει εξανεμιστηκε μεσα στην αναγκη της να ακουσει την φωνη του, να αγγιζει τα ακροδαχτυλα του και να αργοσβηνει στο σωμα του.
Με κλειστα φωτα, παντα.
Σκοταδι για τις θυμησες και τις λεξεις ,σκοταδι για τα χαραγμενα προσωπα στο δερμα που ηθελε να του δωθει ολακερο, σκοταδια για τα ματια που εκρυβαν μοναχα πονο.
Τα πρωινα ξυπνουσε με το ρολοι δυο ωρες μπροστα για να καλυψει τα γυμνα της χερια μα τα ματια φωναζαν , πεταγαν φωτιες δεν τα εσβηνε ενα ποτηρι  δροσερης χαρας κι ετσι με τον καιρο αποζητουσε τον πονο παλι, σαν ναρκομανης την δοση του , μια γερη δοση ρεαλισμου και συνηθειας, σαν  κερασμα ηρθε ο ερωτας μα μολις χορτασε η κοιλια ξυπνησε η ενεργεια της συνηθειας και ετσι παλι απο την αρχη στα κρυφα , εκει στα σκοτεινα σοκακια του μυαλου επλαθε σεναρια και ιστοριες, ο Ν εφευγε στα ονειρα της ,αλλοτε την απατουσε και καποιες φορες πεθαινε και γινοταν αστρικη σκονη , πονουσε τοσο δυνατα που δεν ηθελε να ξυπνησει , στους εφιαλτες εδινε ζωη, πως να ξεχασει σε μια εποχη η φυση πως μια ζωη μοναχα ξερει να πονα.
Ηταν μικρη βλεπεις οταν ολα εδραιωθηκαν στο μυαλο της, που στα σκοταδια την πλησιαζαν θερια, χερια δικα της να αποφυγει την αρρωστια, μα ηταν τα αλλα πιο μεγαλα πιο βαρια...
Τωρα ο Ν. ξυπναει ,χαμογελαει μα μεστα ματια διακρινει συννεφια, δακρυα κυλουν και το αιμα να λερωνει ενα χαμογελο λευκο σαν παγωνια.
Ηταν απογευμα σαββατου οταν εκεινη ειδε στον υπνο της μαυρα πουλια , ειδε την μανα να κατεβαινει στα σοκακια με το μαντηλι της δεμενο στα μαλλια, ειδε κι εκεινον να ατενιζει ενα μελλον που δεν την χωραγε εκεινη πουθενα κι ετσι να νιωσει ηθελε ζωντανη,
πηρε στα χερια το ξυραφι και εγραφε επανω της σαν να τανε μοναχη, οχι δεν ηθελε να πεθανει, μοναχα μια στιγμη να νιωσει ζωντανη.
Οταν εχασε τις αισθησεις της , την ξεγυμνωσε και στα χερια του την πηγε στο μπανιο, ειδαν τα ματια του μια ολοκληρη ιστορια ,που χε γραφτει πανω στην σαρκα την γυμνη.
Οταν ανοιξε τα ματια της ειδε εκεινον και εναν ηλιο δυνατο μεσα στο στομα του να γνεφει, οι αχτιδες του χρυσιζαν τα μαλλια και σκεφτηκε ποσο ομορφος ειναι..
Συγνωμη ειπε.
Ο Ν. την σκεπασε στα δυο του χερια και της ετοιμασε πρωινο, ισως και μια καινουργια ζωη.
Η ιστορια της θα στολιζε το σωμα μα η ψυχη θα καθοριζε την συνεχεια..

Τωρα ειδες..
Τωρα τα ξερεις ολα..
Τωρα ?
Τωρα ξεκιναει η δικη μας ιστορια που μεσα σου θα χαραχτει με χαρα  κι οταν θυμασαι να θυμασαι την ημερα , που μεσα  σντο σωμα σου εφερνες ζωη..

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου