Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Άκου ανθρωπάκο.

Αυτό τον κόσμο θα ήθελα να στον κάνω καινούργιο.
Άκου.
Όλες οι καρδιές του κόσμου χτυπούν δυνατά.
Άκου.
Δές την αλλαγή στα μάτια μου ,στα μάτια σου ,στα μάτια του φίλου σου.
Δεν θα είμαστε ποτέ οι ίδιοι άνθρωποι να το θυμάσαι.
Μην συνηθίσεις τον πόνο ,την ανοχή να σε μάθω.
Να αγαπάς και να μοιράζεσαι, να ευγνωμονείς την μέρα που φέυγει κι εκείνη που έρχεται γιατί καμμιά δεν θα της μοιάζει.
Με ρώτησες που πάνε οι στιγμές που χάνονται και έφτιαξες κυάλια απο πλαστελίνη για να τις εντοπίσεις.
Κοίταζε μπροστά σου είπα.
Και άκου.
Άκουγε σε εναν κόσμο φλύαρο που χάνει την ουσία.
Άκου ανθρωπάκο..

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Ενα όνειρο να πιαστώ.

Μετράω ως το δέκα.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Διαστρεβλωμένη πραγματικότητα.
Βίωσες ποτε σου κρίση πανικού?
Να μην μπορείς να αναπνέυσεις? Να είναι ολα γύρω σου απειλή?
Ασε να σου μιλήσω εγώ για αυτό μιας και σαν δέυτερο πετσί τις παίζω στα δάχτυλα τις κρισούλες.
Κρίση.
Η χώρα συμπάσχει.
Η χώρα εχει κρίσεις πανικού.
Πως γιγαντώνονται οι φόβοι στο σκοτάδι?κατι τέτοιο αλλα χειρότερο.
Φταίει η εποχή λες..σε ακούω μα δεν μπορώ να ανταποκριθώ κοιτάζω απέναντι και οι τοίχοι εχουν φωνή
Αγαπήσου φωνάζουν,
Λευτεριά στα όνειρα λίγο πιο πέρα και όλο κάτι λύπη μπροστά μου.
Λύπη.
Χαρμολύπη ξάφνου γιατι σε βλέπω  να κόβεις το σάντουιτς στα δυό και να το μοιράζεσαι με εναν άγνωστο.
Αναρωτιέμαι αν θα ξυπνήσω ποτε απο τον εφιάλτη και πριν προλάβω να παραιτηθώ μπροστα μου ενα ζευγάρι κυάλια απο πλαστελίνη και ενα ζευγάρι χέρια μου υποδυκνείουν να μπώ σε εναν κόσμο μαγικό,
Εκει που η θάλασσα μερέυει τους πειρατές και οι σειρήνες τραγουδούνε στα άστρα ,τα παιδιά αρχινήσαν χορό και οι γλάροι ντυθήκαν στα άσπρα.
Ανάσα βαθειά.
Βουτάω.
Καληνύχτα κόσμε,θα ξημερωθώ μεσα σ'όνειρο..

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Άναρχες λέξεις.

Ακόμα εδώ.
Ακόμα μισώ τα παράθυρα και τα σβησμένα φώτα.
Κοιμήθηκα στην αιώρα για να βλέπω το φεγγάρι και την αντανάκλαση του στην πόλη.
Ενα αστέρι που αργοσβήνει και μια πολιτεία που βουλιάζει στο ίδιο της το αίμα.
Κάποιος κοιμάται στον δρόμο και το πρώτο κλάμα ενος μωρού συναντάει τον κόσμο μεσα απο την βουή της λήθης.
Δεν προφταίνω να χαρώ εχω τόσα να κάνω,ουσιώδες και ανούσια που ξέχασα να χαμογελάσω στις πιο όμορφες στιγμές μας.
Κάποιος κάνει απεργία πείνας κάποιος άλλος ελευθερώνεται πηδώντας μια γέφυρα κάποιος περιμένει ενα τρένο και εγώ ονειρέυομαι αεροπλάνα και ελευθερία.
Μετράω νεκρούς και εχθρούς μα πιο πολλα μου βγαίνουν τα αδέρφια.
Η εκατοστή μαίμου νικάει τον φόβο και οι φλέβες μου παλέυουν με την σάρκα.
Θυμάμαι στα μάτια σου να σχηματίζεται το άπειρο ενω το άυριο μου έταξαν ανάπηρο
Θυμάμαι τα αστέρια και την γέυση της θάλασσας ,θυμάμαι την λέξη και την έννοια της μάνας μου.
Θυμάμαι την μέρα που περπάτησα μαζί με χιλιάδες άλλους και τα παιδιά που υπερνικήσαν μεγάλους.
Δεν εισαι αδύναμος.
Εισαι εγώ και ειμαι εσύ είμαστε ένα ολόκληρο ένα , άπλωσε χέρι ..ακολούθησε την μουσική..

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Ανοχη.

Το στομαχι μου ειναι αηδιασμενο ,οπως και το υπολοιπο σωμα μου κυριως η εκφραση που εχει εδραιωθει πλεον στο προσωπο μου.
Καμμια αισθηση πεινας η αναγκης μοναχα μουδιασμα οπως και τοτε που σε μια στιγμη η ζωη πηρε αλλη τροπη οταν εμαθα πως δεν μπορω να κανω τιποτα για να μην χασω αλλον ενα φιλο που νοσει.
Το βλεμμα του περαστικου τρυπησε την ψυχη και μπαζει νερα, ηταν κι αυτος βλεπεις στην σειρα για να ενημερωθει για τους ανασφαλιστους.
Μεγαλη ουρα σαν ενα γιγαντιαιο φιδι που ερπεται μεστην ψυχη μας,ενα γλιστερο ερπετο γεματο δηλητηριο ετοιμο να καταπιει οποιον φοβηθει.
Φοβαμαι.
Οταν ελεγα αερικο δεν εννοουσα να περιπλανιεμαι αδικα κοιταζωντας ταβανια ,διαβαζοντας ετικετες σαμπουαν.
Ειμαι 31 και θελω να μην παψω να ειμαι δημιουργικη, ειμαι ο εαυτος μου κι επαψα να με αναγνωριζω.
Ειχα στοχους που τους περικυκλωσαν διαφορα ερπετα και ετσι μαρμαρωμενα γυρευουν μιαν ανοιξη μεσα μου να αρχισουν να τρεχουν.
Φοβαμαι την πολυκοσμια,το τραινο και την βουη απο τα αυτοκινητα,φοβαμαι μην χασεις κι εσυ το γελιο σου,φοβαμαι μην μας καταλαβει το παιδι,φοβαμαι να μην θυμηθω τα ονειρα μου κι ετσι τα σκαλιζω σε λευκες σελιδες να μπουμπουκιασουν καποτε.
Ημουν παντα τοσο ρομαντικη μοναχα ενα πραγμα με εξοργιζε ,η αδικια.
Ποση αδικια γυρω μου?
Θα ηθελα να το βαλω στα ποδια ,ετσι κανω παντα αλλωστε μα λεω να το παλεψω μηπως αλλαξει ο κοσμος.
Κλεινω τα ματια και με βλεπω μεσα σε ενα αεροπλανο τι ειρωνεια για καποιον που η μεγαλυτερη του φοβια ειναι τα αεροπλανα,
Κοινωνια με ξεπερασες.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Ιωναθαν.

Γειωνομαι φιλε.
Στην αιωρα μου πλεκω ονειρα.
Με συγκινει η βουβη προσφορα της φυσης, η πληγη της πολης ψηνετε απο την αλμυρα της θαλασσας και τα ματια μου σε ληθη ξεχνουν οτι τα πονεσε τον τελευταιο καιρο.
Οχι δεν ξεχασα, μοναχα ξαποστασα την ψυχη μου κατω απτα δεντρα και τραγουδησα μαζι με τον τζιτζικα, ενας πληγωμενος γλαρος με κοιταξε και στο ορκιζομαι μου υποσχεθηκε πως θα πεταξει.
Ενας φιλος μπηκε πιο βαθεια στην ψυχη μου και τα παιδια σιροπιασαν με τα παγωτα τους τις σκεψεις μου.
Αισθανθηκα παλι ζωντανη φιλε μου,με μια καρδια που χτυπαει οχι απο φοβο αλλα απο εκσταση και αγαπη ,απο συγκινηση.
Η ελπιδα εκανε το ηλιοκαμενο δερμα μου να χορευει,να ξυπνα.
Ενα φεγγαρι κατακοκκινο σαν αιμα,σαν το αιμα που βραζει μεσα μας και οι δρομοι ανοιχτοι.
Πεντε φιλοι και μια αγκαλια ,ενα γελιο και ενα σπασμενο φτερο μια υποσχεση και ο ουρανος με κανουν σημερα να βλεπω καθαρα.
Αυριο παλι στον αγωνα,
Σημερα θα ονειρευτω τον ιωναθαν,τον δικο μας ιωναθαν να πεταει ξανα και θα πιω για ολους τους τσακισμενους αυτου του κοσμου,να θυμηθω να μην ξεχασω το βλεμμα τους.
Να θυμηθω να μην παψω ποτε να αγωνιζομαι για να πεταξουν ξανα και ξανα.
Καλες πτησεις φιλε μου, εβιβα.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Μεταλλόφωνο.

Ένα μεταλλόφωνο ότι ονειρέυτηκα.
Χρωματιστές μελωδίες φτιασιδωμένες μέσα σε ηλιοβασιλέματα ξυπόλητα, καθισμένοι στην εξώπορτα ,εσύ να πιλοτάρεις την σφεντόνα.
Σαγαπούσα μα δεν είχα μιλιά να στο πώ γιατί χάζευα τα σύννεφα και νόμιζα πως η ζωή κρατάει για πάντα.
Θα είχα χρόνο ,ίσως άυριο και πέρασαν χρόνια  απο τότε που τις πλάτες μου βάραινε μια τσάντα.
Θυμάμαι που έκλαιγα οταν εκείνη την μέρα ανάμειξα τα χρώματα και γίναν μια μάυρη μάζα τότε ήσουν εσύ μονάχα που κατάλαβες πως πίστευα στα χρώματα και μου έμαθες να σέβομαι το μάυρο στα χρώματα των άλλων..
Ένα μεταλλόφωνο είναι που σε θυμίζει.
Εγω στα χρώματα κι εσύ στην μελωδία , πόσο όμορφα ήταν όλα όταν είμασταν παιδιά ,πόσο μας άλλαξε του κόσμου η σκουριά?
Τώρα σε βλέπω στον απέναντι δρόμο , να φωνάζεις τα παιδιά που βγαίνουν στον κόσμο, βρίζεις τους άστεγους και οι μετανάστες σου μυρίζουν , τωρα μοιάζεις με κάποιον που δεν ξέρω κι αναρωτιέμαι αν υποφέρω απο το πώς ο κόσμος αλλάζει η μηπως μονο με τρομάζει που οι δικοί μου αγαπημένοι,φορούσαν μάσκα ετσι κρυμμένοι για χρόνια μεσα στην ζωή μου.
Κάθομαι πάλι στο περβάζι , πάλι στα σύννεφα μιλάω κι αναρωτιέμαι τι μεσολάβησε και μίσησες τον κόσμο,τους ανθρώπους , τα παιδιά και τα ηλιοβασιλέματα?
Ήθελα να γύριζα τον χρόνο να σου μιλάω για τα αστέρια ,να σου ζωγραφίζω τα χέρια και να μοιραζόμαστε ψωμί με λάδι και ρίγανη.
Πρίν μπολιάσει την αγνή ψυχή σου το μίσος.
Κάθε μέρα χάνω..
Κάποιον ,κάτι, λίγο απο την ελπίδα μου...

Τι φοβάσαι




Πες μου τι φοβάσαι , πες μου αν κοιμάσαι?
όλα γύρω σου χάος και έρωτας πουθενά , φοβάται κι αυτός να ανθίσει στα ξερά, γιατί ο τόπος βλέπεις είναι ιδανικός μα γίνετε όλο και περισσότερο δανεικός.
Τι φοβάσαι πες μου τι φοβάσαι..
Γυάλινα όνειρα σε χέρια που τρέμουν η ακόμα καλύτερα σε στομάχια γεμάτα ,αδειανά μυαλά , όλο και πιο πολύ στριμώχνονται στην πόρτα σου τα δανεικά, ο κόσμος πενθεί ,ο κόσμος πεινά κι εσύ συνεχίζεις να κοιτάς την ελιά.
Φοβάμαι εσένα , φοβάμαι εμένα φοβάμαι αυτούς που δίχως όνειρα με σέρνουν στον πάτο, δεν έχω αντοχή ούτε ανάσα τώρα πια , στερεύει και η ελπίδα ,έσπασαν τα φτερά.
Είναι που οι ηρωές  μου φορούσαν μάσκες και τα τραγούδια που με μεγάλωναν έγιναν δίχτυα ,πιάστηκα μέσα τους μαζί με τα όνειρα μου και φοβάμαι τι θα πω στα παιδιά μου.
Είναι οι μέρες που έγιναν νύχτες και οι καλημέρες  έγιναν καληνύχτες , είναι και εκείνοι που μεστά περβάζια φυτεύουν αγκάθια αντί για άνθη.
Είμαι κι εγώ που πιστεύω ακόμα , που ονειρεύομαι με ανοιχτό το στόμα.
Είναι και οι φίλοι που γύρισαν .
Είναι και οι αγαπημένοι που μυρίζουν καπνό και επανάσταση, 
είναι και οι δρόμοι σαν τους ουρανούς ανοιχτοί,
είμαι εγώ και εσύ μαζί.
Είναι η γιαγιά στην Τουρκία που κείτεται νεκρή, είναι η γιαγιά στην Βραζιλία που θέλει να ζει, είναι και  η γιαγιά στην Ιερισσό με φωνή βραχνή που φωνάζει ελατέ, ποτέ της δεν έχει φοβηθεί.
Είναι η ελπίδα ολοζώντανη ,δυνατή που κάνει τον κόσμο να στροβιλίζεται από την αρχή, βαλέ ένα χέρι και εσύ 
κοιτά ο κόσμος αλλάζει ,
αλλάζεις και εσύ ..




Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Νομιζω ονειρευτηκα την ζωη μου.



Ειχε αντοχη στον πονο.
απο τοσο δα παιδακι δεν ξοδευε δακρυα για τον πονο, ουτε στο πρωτο εμβολιο δεν εκλαψε ,ουτε οταν εχασε την μανα, μεγαλωνοντας.
Μοναχα που τον εκανε δικο της τον πονο, καταλαβαινεις? ηταν πιστο σκυλι στην πορτα της ψυχης της που αλυχταγε για ενα της χαδι.
Ετσι ολη της την ζωη την μετετρεπε σε κατι τραγικο, μοναχα ετσι ενιωθε καλα, ηταν οικειο συναισθημα ο πονος, καπως ετσι ξεκινησε να σημαδευει στο σωμα της χαραζοντας το ,λεξεις , ναι μικρες λεξεις που της θυμιζαν μερες ,νυχτες ανθρωπους και στιγμες.
Ηθελε να ποναει για καθε εναν απο αυτους , για καθε στιγμη κι οταν το αιμα κοκκινο ετρεχε τα ματια πλυμμηριζαν συννεφα και η μορφη της αλλιωτικη , στοιχειωμενη απο θυμησες και υποσχεσεις ,με σουφρωμενα φρυδια και γεματη φλεβες και ζωη, γεματη πονο.
Βλεπεις οι ανθρωποι που αγαπησε κατοικουσαν κατω απο το δερμα της.
Δεν ηθελε να πεθανει, οχι.
Ηθελε να ποναει ,ηθελε να τιμωρει τον εαυτο της που ζει χωρις εκεινους, ηθελε να νιωσει ξανα πως ειναι ζωντανη,
Οταν γνωρισε τον Ν. τα πραγματα αρχισαν να αλλαζουν , σαν να χαμογελασε ο ουρανος,σαν να χαμογελασε και εκεινη κρυφα κι ενοχικα.
Δεν πονουσε ,ισα-ισα που ενιωθε κατι αλλο, κατι καινουργιο, ενα πρωτογνωρο συναισθημα αγαλλιασης και χαρας, η αναγκη της να ποναει εξανεμιστηκε μεσα στην αναγκη της να ακουσει την φωνη του, να αγγιζει τα ακροδαχτυλα του και να αργοσβηνει στο σωμα του.
Με κλειστα φωτα, παντα.
Σκοταδι για τις θυμησες και τις λεξεις ,σκοταδι για τα χαραγμενα προσωπα στο δερμα που ηθελε να του δωθει ολακερο, σκοταδια για τα ματια που εκρυβαν μοναχα πονο.
Τα πρωινα ξυπνουσε με το ρολοι δυο ωρες μπροστα για να καλυψει τα γυμνα της χερια μα τα ματια φωναζαν , πεταγαν φωτιες δεν τα εσβηνε ενα ποτηρι  δροσερης χαρας κι ετσι με τον καιρο αποζητουσε τον πονο παλι, σαν ναρκομανης την δοση του , μια γερη δοση ρεαλισμου και συνηθειας, σαν  κερασμα ηρθε ο ερωτας μα μολις χορτασε η κοιλια ξυπνησε η ενεργεια της συνηθειας και ετσι παλι απο την αρχη στα κρυφα , εκει στα σκοτεινα σοκακια του μυαλου επλαθε σεναρια και ιστοριες, ο Ν εφευγε στα ονειρα της ,αλλοτε την απατουσε και καποιες φορες πεθαινε και γινοταν αστρικη σκονη , πονουσε τοσο δυνατα που δεν ηθελε να ξυπνησει , στους εφιαλτες εδινε ζωη, πως να ξεχασει σε μια εποχη η φυση πως μια ζωη μοναχα ξερει να πονα.
Ηταν μικρη βλεπεις οταν ολα εδραιωθηκαν στο μυαλο της, που στα σκοταδια την πλησιαζαν θερια, χερια δικα της να αποφυγει την αρρωστια, μα ηταν τα αλλα πιο μεγαλα πιο βαρια...
Τωρα ο Ν. ξυπναει ,χαμογελαει μα μεστα ματια διακρινει συννεφια, δακρυα κυλουν και το αιμα να λερωνει ενα χαμογελο λευκο σαν παγωνια.
Ηταν απογευμα σαββατου οταν εκεινη ειδε στον υπνο της μαυρα πουλια , ειδε την μανα να κατεβαινει στα σοκακια με το μαντηλι της δεμενο στα μαλλια, ειδε κι εκεινον να ατενιζει ενα μελλον που δεν την χωραγε εκεινη πουθενα κι ετσι να νιωσει ηθελε ζωντανη,
πηρε στα χερια το ξυραφι και εγραφε επανω της σαν να τανε μοναχη, οχι δεν ηθελε να πεθανει, μοναχα μια στιγμη να νιωσει ζωντανη.
Οταν εχασε τις αισθησεις της , την ξεγυμνωσε και στα χερια του την πηγε στο μπανιο, ειδαν τα ματια του μια ολοκληρη ιστορια ,που χε γραφτει πανω στην σαρκα την γυμνη.
Οταν ανοιξε τα ματια της ειδε εκεινον και εναν ηλιο δυνατο μεσα στο στομα του να γνεφει, οι αχτιδες του χρυσιζαν τα μαλλια και σκεφτηκε ποσο ομορφος ειναι..
Συγνωμη ειπε.
Ο Ν. την σκεπασε στα δυο του χερια και της ετοιμασε πρωινο, ισως και μια καινουργια ζωη.
Η ιστορια της θα στολιζε το σωμα μα η ψυχη θα καθοριζε την συνεχεια..

Τωρα ειδες..
Τωρα τα ξερεις ολα..
Τωρα ?
Τωρα ξεκιναει η δικη μας ιστορια που μεσα σου θα χαραχτει με χαρα  κι οταν θυμασαι να θυμασαι την ημερα , που μεσα  σντο σωμα σου εφερνες ζωη..

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Άστατα υποκατάστατα

Άστατα υποκατάστατα.
Σαν να μαγαπούσες μίλα μου, σαν να πολεμούσες κανε μου έρωτα,σαν να νοιαζόσουν να έκλεινες την τηλεόραση και να άνοιγες δρόμους για την ελευθερία να αγαπιόμαστε και να χορέυουμε στους ίδιους δρόμους που παλέψαμε.
Έιμαστε εγώ και εσύ στα σκοτάδια που δεν κλείνουν τα μάτια απτις σκέψεις που σαν εφιάλτες ξυπνητοί μας στοιχειώνουν.
Το άγγιγμα σου τρέμει οχι απο πόθο,μυρίζεις φόβο και μου λείπει η μυρωδιά σου.
Σαν να μην ξημέρωνε κράτα με.
Σαν να μήν υπήρχε αλλη ανάσα ακούς?
Δεν είμαστε ίδιοι μας κλέψαν οτι πιο όμορφο νιώσαμε.
Θέλω να ζήσω,
Θέλω τα χαμόγελα των αγαπημένων πίσω.
Οχι άλλα χάρτινα πρόσωπα ,χάρτινα φιλιά και λόγια.
Θέλω πράξεις.
Άστατα υποκατάστατα οχι πια.
Μας θέλω ολάκερους πίσω.

Ειναι το γελιο σου..

Θυμασαι που εκλεψα ενα γελιο σου? Το στριμωξα μεσα μου αναμεσα στα γιατι και στα παντα για τις στιγμες που δεν θα σε εχω και θα κραταω την αναπνοη μου για να βουτηξω στον κοσμο, σε εναν κοσμο που καθολου δεν θυμιζει εμενα η εσενα ,η ολα εκεινα που ονειρευτηκαμε ,ξεχασαμε,απογιναμε.
Γελας μεσα μου σε ακουω μεσα απτις σκεψεις μου που παλευουν με τις δικιες σου να μας βρουν παλι μαζι,να κοιταζομαστε με ματια καθρεφτες που σπαζουν.
Ποτε δεν ξεστομισαμε τα σωστα λογια ουτε πραξαμε τις σωστες πραξεις και μπερδευτηκαμε σε ονειρα αλλων ,ξυπνητοι στην δικη μας ζωη.
Θα κοιμηθω με το γελιο σου , στα χερια και στο προσωπο ,στα στηθη και στα ματια ,σε ενα κοσμο αλλοτινο δικο μας.
Μου χες πει θα με βρεις μα με εχασα πριν προλαβεις.
Εχω παντα το γελιο σου κι εσυ το δικο μου.
Καθε φορα.

καπου που μονο εκεινη ηξερε..

Ολα τα γιατι χορευαν μπροστα της, ακομα κι εκεινο το μικρο παραπονο που δεν το ανταμωνε λογικη.
Φοβηθηκε να αντιδρασει,σωπασε τις σκεψεις της και μαζεψε τα λογια που του χρωστουσε μεσα της ,μικρες σπαρακτικες προτασεις ,ορφανες και αδεσποτες πλυμμηριζαν το σωμα της που εμοιαζε ακατοικητο ετσι γερμενο προς το πατωμα με τα ποδια διπλωμενα σε ενα ακαταστατο σχημα που θαρρεις και εμοιαζε ολακερο με ερωτηματικο.
Βαρεθηκε να μην γνωριζει,βαρεθηκε να μην αντικρυζουν τα ματια μιαν απαντηση,κουραστηκε να χανει σε εναν ατερμονο αγωνα με τα γιατι.
Εκεινοι και εκεινη,παντα αντιμετωπη με ολους και κανεναν επαψε να ελπιζει σε μια νικη εστω μια ισοπαλια.
Δεν θα αναρωτιοταν ποτε ξανα, ουτε θα πονουσε ,ειχε επιτελους βρει εναν τροπο να λυτρωθει.
Εναν αλλοτινο κοσμο ολοδικο της,
Την χώρα που δεν χωρά πουθενα παρα μονο μεσα της.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Μεινε παιδι.

Οταν ημουν μικρη δεν ηθελα να μεγαλωσω, τωρα τα σκηπτρα παρεδωσα στον μικρο μου γιο που με εκανε να θυμηθω πως ενιωθα χρονια πριν.
Ειναι καταπληκτικο το ποσο ευκολα ξεχνουν οι ανθρωποι ,πως πριν βγουν στην ζουγκλα της ζωης ηταν αμολυντοι ,αγαπουσαν τον αερα και τις πεταλουδες ,τα χρωματα ,τους ανθρωπους την ζωη.
Δεν βλεπαμε εθνικοτητες αλλα φιλους, δεν υπηρχαν προβληματα μονο παζλ που ενωνονταν ,παιχνιδια και λυσεις γεματες καθαρια γελια και αλληλοβοηθεια.
Το μυστικο μικρε μου ειναι να μην χασεις την παιδικη καρδια σου,φυλαξε την καλα μεσα σου..
Πως τα καταφερες μαμα?
Εσυ μου ξυπνησες το παιδι μεσα μου με την παρατηρηση σου ξυπνησα μεσα μου καθε τι παιδικο.
Γιαυτο γραφεις για ουρανια τοξα και ζαχαρωτα ονειρα??
Γιαυτο μωρο μου γιατι μας εκαναν να αισθανομαστε μικροι κι οχι παιδια..
Εγω παντως δεν θα μεγαλωσω ,θα μεινω παιδι!
Εσεις οι μεγαλοι χασατε το γελιο σας δεν παιζετε και ολο θυμωνετε.
Να αποχαιρετησουμε το νηπιαγωγειο τωρα?
Οχι.
Εγω θελω να παιξω..

Καλη προοδο μικρε μου και μικροι ανθρωπενιοι του κοσμου ολου..
15 ιουνη 2013.

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

προτιμώ την φρουτοπία μείνε εσυ στην ουτοπία πως έχουμε δημοκρατία.


Σου γράφω γιατί δεν πείσθηκα, μονάχα απελπίστηκα.
Εδώ το ουράνιο τόξο μαυρίζει την εικόνα μου και την καρδιά μου, χάθηκε το σήμα ..
Χάθηκε εδω και πολύ καιρό το σήμα εχω να σου πώ γενικότερα.
Μεγάλωσα με κάντυ κάντυ και νίλς χόγκερσον , σε αυθέντικη μεταγλώτισση της ερτ,  φρουτόπια και μικρό σπιτι στο λιβάδι, ρούχλας και του κουτιού τα παραμύθια, φα δίεση ο φιόγκος..
Τώρα φιόγκος το στομάχι μου.
Μαμά που χάθηκε το ουράνιο τόξο?
άραγε τις έχασαν τις ζωγραφίες μου?
Οι μισοί κλαίνε ,οι αλλοί μισοί χαίρονται , κόσμος συγκεντρώνεται γύρω μου και οι φώνες ενώνονται , φα δίεση εγώ, αδιαλαχήχου η λώρα , να σου και ο ρόυχλας μαζι με τον αστυνόμο σαίνη .
Δεν ξέρω αν έχω τρομοκράτηθει, αν  παγιώθηκε μεσα μου ο φόβος, τώρα μου κλέβουν και τις αναμνήσεις μου?
Σου γράφω για να σου θυμίσω , δεν εχω κουράγιο πια να μιλήσω.
προτιμώ την φρουτοπία μείνε εσυ στην ουτοπία πως έχουμε δημοκρατία.


Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Σιωπη.

Ζησαμε μεσα απο τα ματια μας.
Κανεις δεν ειδε η ακουσε.
Φωλιασμενοι μεσα μας, εκρηξεις στην ιδια μας την σαρκα.
Γευτηκαμε το νεκταρ κι επειτα δηλητηριο.
Κανεις δεν ξερει.
Μονο εγω κι εσυ και τα αψυχα δωματια που παλλονταν μαζι με τα συννεφα εξω απτο παραθυρο.
Μεσα μας ζησαμε.
Μοναχα σκιες και ψιθυροι.
Κανεις δεν ξερει.
Η γατα να χορευει τις νυχτες , σε εμβυακη σταση εμεις, ιδρωμενοι απτο ονειρο.
Τα ματια σου πηραν το σχημα των αστρων, τα ευχηθηκα κι επεσαν χαμηλα , τα κατεβασες μαζι με τον ουρανο.
Σκοταδι.
Κανεις δεν ξερει.
Σκιες κι η γατα που μιλαει.
Σωπασε ,κανεις δεν ξερει.
Μοναχα οι φωνες στο κεφαλι σου και οι υποσχεσεις μας που αυτοκτονουν ,ομαδικα.
Κανεις δεν ξερει.
Μοναχα τα ματια δεν ξεχνουν.

Οπως ολα τα ωραια.

Δυο μάτια φορτωμένα σύννεφα.
Μονο αυτο κατάφερα να διακρίνω.
Έπειτα έβρεξε και έτρεξες να μην λιώσεις.
Τόσο γλυκό σε γέυτηκα.
Μήνες και δευτερόλεπτα μας χώριζαν απο την τρέλα και για θεραπεία διαλέξαμε την διχοτόμηση.Ναι λεγαμε πως ήμεθα ένα.
Τώρα δυό.
Λατρέυω την βροχή και τιμωρήθηκα γιαυτό ενα μεσημέρι του οκτώβρη, κοντά οχτώ χρονών.
Το έσκασα απο την αυλή της γιαγιάς και χόρευα μεθυσμένη απο την μυρωδιά της βροχής στο χώμα.
Τιμωρήθηκα με αιώνιες καταιγίδες μεσα μου.
Ενοχές καθε που βρέχει.
Μια θύμηση σαν μπόρα.
Πέρασες και χάθηκες ,υστερα ήλιος.
Πως το μαζί γίνεται μόνος  και το μόνος βροχή.
Στα μάτια.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Ιπταται.

Ηθελε να ιπταται
Το υποκαταστατο της σε αυτη την εμμονη ,ηταν παντα τα σκαλακια της αγιου νικολαου στην πατρα, στην "παλια" πατρα οπως πολυ σωστα την διορθωνε ο πιστος τηςφιλος και συνοιδοιπορος στο κυνηγι ηλιοβασιλεματων ,ο φανταστικος της φιλος ,ρεναρ.
Ο ρεναρ ηταν ενα μαγικο παπακι που της χαρισε ενα συγχρονο κοριτσακι με σπιρτα ,γαρυφαλλα για την ακριβεια στο παλιο λιμανι οταν τα δακρυα της ,πετουσαν προς την  θαλασσα και ταξιδευαν για παντα, την πλησιασε και την κοιταξε απο ολες τις πλευρες μα σταματησε την περιστροφη και την  καρφωσε ισια στην καρδια, γιατι κλαις ειπε? 
Δεν αντεχε να απαντησει.
Καθισε στωικα διπλα της στο πετρινο σκαμνακι και σιωπηλη απλωσε τα χερακια της ,χαριζοντας της τον ρεναρ, θα σε γιατρεψει ειπε και χαθηκε στο μωβ δειλινο.
Ετσι ο ρεναρ κι εκεινη γιναν αχωριστοι.
Στα σκαλακια λοιπον  με το αερακι να στοιχειωνει την ψυχη  ,τις μυρωδιες απο τα ουζερι και τις φωνες των παιδιων στην εκκλησια, τα αυτοκινητα και την θαλασσα να φλερταρει με τον ουρανο και ο ρεναρ να ακουει τις ιστοριες της, να του δειχνει τα κτιρια θυσαυρους και τα σοκακια που κρυφτηκε,ερωτευτηκε μεγαλωσε και μελανιασε τα γονατα της καποτε.
Τωρα υποκρινεται  πως μεγαλωσε και ειναι  παλι εδω.
Την αγαπα την πολη της και την αγαπα γιατι ολοι οι δρομοι οδησουν στην θαλασσα, ολοι οι δρομοι κρυβουν κι απο ενα ηλιοβασιλεμα, κρυβουν θυσαυρους ,αγαπες και "φανταστικους" φιλους.
Παντα θα φευγω , μα παντα θα γυριζω ..γιατι μοναχα εδω ιπταμαι, μοναχα εδω θυμαμαι πως οσο κι αν μεγαλωνω , θα ειμαι παντα εγω.
Υποσχεση ρεναρ ε?
Κι αν καπου δειτε ενα κοριτσακι με γαρυφαλλα στα χερια πειτε της ο ρεναρ ειναι καλα , εγινε συλλεκτης ηλιοβασιλεματων και πιστος φιλος, φρουρος των ματιων μου..
Κι αν αγαπατε τα ηλιοβασιλεματα οπως και εγω με τον ρεναρ , ανεβειτε στην "παλια" πολη εκει στο τερμα στα σκαλακια ..
Μαγικα πραγματα συμβαινουν οταν η ομορφια ξεδιπλωνεται στα ματια...


καρανικολου ελενα (missy merida) 
 Η Μιση μεριδα ανθρωπος ονειρευεται με ματια ανοιχτα ,ψαρευει αστερια με την αποχη της και πιστευει στα θαυματα και στους ανθρωπενιους ανθρωπους, ζει μονιμα στον πλανητη Β612 και περιποειται τον μοναδικο της κομητη..

δημοσιευτηκε στην εφημεριδα tetarto

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ελευθερια





Ξεχασες προφανως.
μονο αυτο εγραφε το σημειωμα επανω στο λευκο τραπεζι που του ειχε ζητησει να τριψει με γυαλοχαρτο και να του δωσει ζωη.
Γιατι η προηγουμενη ζωη του τραπεζιου ηταν τραυματικη ,το ειχαν χτυπησει χερια , δεν υπηρχε φαγητο επανω του και την τελευταια φορα βρεθηκε στα σκουπιδια μισοτσακισμενο,μα εκεινη ξυπολητη μεσα στην βροχη , με δακρυα ποταμια στα ματια, το εσωσε.
Το εσυρε ως την ακρη του δρομου και μολις εξαντληθηκε ,ξαπλωσε κατω απο το τραπεζι για να προφυλαχθει απο την βροχη και αποκοιμηθηκε ..
Ξυπνησε σε μια καινουργια ζωη, με καινουργιους φιλους,ταυτοτητα και σπιτικο.
Ειπε ψεμματα σε ολους. Οχι σκοπιμα.
Ηθελε να πεθανει τοτε βλεπεις και να γεννηθει ξανα.
Δεν πεθανε .
Απλα εξοντωσε τον παλιο της εαυτο και γεννησε εναν καινουργιο.
Το ονομα της ελευθερια,ετσι συστηνοταν και ειλικρινα της πηρε καιρο να το συνηθισει ,μα στο ακουσμα του ονοματος ενιωθε ενα ελαφρυ αερακι στο προσωπο της και στα μεσα της.
Την ερωτευτηκε οταν πισω απτο σοκακι ,στο καταπρασινο παρκο την ακουσε να ξελογιαζει με το τραγουδι της την μερα, κοκκινιζωντας μπροστα της ο ηλιος..
Το μονο πραγμα που του ειπε ποτε για το παρελθον της ,ηταν εκεινο το τρααπεζακι, τον εκλιπαρουσε με ματια απο φωτια να το ζωντανεψει,να σβησει απο πανω του τον πονο ελεγε, δεν κατλαβαινε εκεινος μα του το ζητουσε ολοκληρη και ετσι και εκανε.
Το ετριψε και το εβαψε καταλευκο, το στολισε γυαλιζοντας το με διαφανο βερνικι και το σπασμενο ποδι αντικατασταθηκε με ενα ολοκαινουργιο, ξυλινο.
Η ελευθερια και το τραπεζι της που ξαναγεννηθηκαν.
Δεν ηταν πια ξυλινοι,ειχαν κι οι δυο ζωη.
Τον αγαπησε πολυ μα δεν του μιλησε ποτε για το παρελθον, ελεγε,
ειμαι η ελευθερια που γεννηθηκα σε ενα λιβαδι στα 39 μου χρονια, ανακαλυψα την ζωη στον πλανητη γη και η αγαπη με βρηκε με ενα τραπεζικαι ενα ζευγαρι παπουτσια που με οδηγησαν ως εδω.
ειμαι η ελευθερια και ειμαι λευτερη.
ελευθερια.
Δεν ξεχασε λοιπον, θυμαται.
Κι οταν θυμασαι,υπαρχουν και μερες που δεν θελεις να θυμασαι γιαυτο φτιαξε μου συρταρακι στο τραπεζι του εγραψε..για τις μερες εκεινες..
Δεν θα ξεχασω ποτε.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Το φιλι της ζωης.

Η μουσικη στο πικαπ τον εκνευριζε, τις φωναζε καθε λιγο να χαμηλωσει την φωνη κι εκεινη στην κουζινα της σιχτιριζε μια ζωη με εναν ερωτα μισοπεθαμενο.
Δεν μπορουσε να πιστεψει πως αλλαξαν τοσο,  καποτε ηταν χαρουμενοι , ακουγαν την ιδια μουσικη κι ανταλλαζαν γραμματα και ορκους, καποτε..τοτε που ησαν ζωντανοι μεσα σπτην σαρκα τους,ζεστοι και αγριοι στα παθη τους, τωρα χλιαρο τσαι γιασεμι, χλιαρη ζωη.
Με το ζορι καληνυχτιζαν ο ενας τον αλλο και με γυρισμενες πλατες στο σκοταδι και ενοχες να χορευουν πανω απο τα κεφαλια τους σε εικονισμα.
Κλεισε την μουσικη!
Η μουσικη ειχε σωπασει στην ζωη τους σαν αποτυχημενο σαουντρακ που δεν προσεξε ποτε κανεις, λογια που ειπωθηκαν κι ενωθηκαν με μπορες κατακλυζοντας τον ελαχιστο χωρο που περισευε μεσα τους.
Εμειναν μοναχοι μεσα στους εαυτους τους μη εχοντας να δωσουν η να παρουν , τηρωντας τον κωδικα καλης συμπεριφορας η ακομα καλυτερα ανοχης.
Συχνα ονειρευονταν αλλους , μοναχα ετσι ζεσταινονταν τα κρυα κορμια τους απο την εγκαταλειψη.
Η χειροτερη μορφη εγκαταλειψης του να υπαρχεις διπλα τους μα να μην εισαι εκει.
Οταν επαιξε το τραγουδι τους ,τυχαια καποιος σταθμος κοιταχτηκαν για ωρα, μπροστα τους περασε ολη τους η ζωη, οι δυσκολιες ,τα παιδια που μεγαλωσαν και εφυγαν, ποσο ερωτευτηκαν οταν συναντηθηκαν εκει στην γεφυρα που ο ηλιος εκανε τα μαλλια της να μοιαζουν με χρυσες ακτινες, αφησε τα πιατα ,τον πλησιασε και σταθηκε στα γονατα της , με δακρυα στα ματια του χαρισε 
ενα φιλι..
Το φιλι της ζωης..

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

Ναι αυτο ειναι πολεμος.





εξω απο το παραθυρο μου χιλιαδες πυροτεχνηματα αναβουν, καλοσωριζουν το καλοκαιρι τα μπουζουκομαγαζα τριβοντας τα γλττσασμενα χερια τους απο χαρα για την απιστευτη προσελευση προβατων που θα εμφανιστουν με περσινα η με φετινα συνολακια απο στοκατζιδικα στην μνημη της παλιας τους γλαμουριας.
Μεσα απο το παραθυρο μου ο πολεμος, μεσα μου κι εξω μου κι ενω ο πλουταρχος και ο σαββοπουλος μαζι με τον σφακιανακη και τους ομοιους τους πετωντας γαρουφαλλα και καπνιζοντας περσινες πουρακλες νοτισμενες απο την χωροχρονικη τους αθλιοτητα, λικνιζοντας τα κουφαρια τους αντι να κουναν το κεφαλι τους μπας και παρει μπρος στην τουρκια εχει πολεμο.
Τα δεντρα ,τα εμπορικα κεντρα ,τα φιλια στους δρομους και η απαγορευση του αλκοολ ειναι απλα η αφορμη για να χτυπηθουν ακομα και να χασουν την ζωη τους ανθρωποι στην πλατεια ταξιμ.
Αιμα και μπατσοι ,δακρυγονα και μια δημοκρατια μασκαρεμενη σε εφιαλτη.
Εχω πολυ θυμο και οργη μεσα μου εχω φτασει στο σημειο εκεινο που ολοι μοιαζουν εχθροι.
Βαρεθηκα τον κωλορατσισμο τους , τα χρυσαυγουλα ,την εμμονη στην βια, τον βιασμο της πραγματικοτητας ,τον πονο την φτωχεια μας και κυριως την φτωχεια του μυαλου μας.
Κουραστηκα να φοβαμαι .
Αλλα εσυ τρεξε φορα τα λαμε σου και προσποιησου πως ζεις, τραγουδα τα σκυλοτραγουδακια σου και μετα φαε πατσα στο κεντρο οσο ειναι καιρος.
ΣΕ ΛΙΓΟ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ.