Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Συναισθηματικη λουπα

Εκεινο το κοριτσι που θυμασαι δεν υπαρχει πια.
θυμασαι ποσο μονο ενιωθε? ποσα δακρυα σπαταλησε? θυμασαι τα ματια της ποσα συννεφα κουβαλουσαν ?
Εκεινο το κοριτσι που αγαπησε ακομα και την σκια σου?
Που ετρεχε και χωνοταν στην αγκαλια σου σαν μην γυριζε ο κοσμος παρα μονο οταν την κρατουσες?
θυμασαι που σου ορκιστηκε αιωνια αγαπη?
θυμασαι που γελουσες οταν ξημερωνε και εκεινη σε φωτογραφιζε μεσα της?
Αναρωτηθηκε πολλες φορες αν το εζησε στην πραγματικοτητα η αν ειχε πεσει σε κωμα συναισθηματικο.
Συναισθηματικη λουπα.
Τακτοποιουσε τις στιγμουλες σαν ψυχουλα και τα αφηνε στον δρομο της να βρει τον γυρισμο και τον βρηκε..
Βγηκε απο την τεραστια φουσκα και σαν νεογεννητο ανοιξε τα ματια στον ηλιο, ολα μοιαζουν  διαφορετικα απο αποσταση, η καταστροφη ειναι πολυ πιο κοντα απο οσο μπορεις να δεις.
Ειχε μεσα της αποθεματα αγαπης και κατανοησης μα κυριως ποταμια ερωτα.
Ειχες πει μοιαζει στην zelda  , μα δεν ηταν εκεινη .
Εγινε ο εαυτος της εκεινος ο εαυτος που δεν γνωρισες,
ο εαυτος που συγχωρει, αγαπαει, γιατρευει, αντεχει, ποναει, μοιραζεται και χορευει με τα ονειρα, αναπνεει μονο στην αγαπη και ψυχανεμιζεται την καλοσυνη μοναχα στους ανθρωπους.
Εκεινο το κοριτσι δεν θα ειναι ποτε ιδιο.
Εκεινο το κοριτσι δεν θα το ξεχασεις ποτε.



Ποτιζε την ψυχη και κοιτα την να ανθιζει..





Το μονο που προλαβε να δει ηταν ενα τεραστιο χαμογελο , ενα χαμογελο σαν εκεινα που ειχε ξεχασει τα εκτυφλωτικα που ζεσταιναν ακομα και την πιο κρυα καρδια, εκεινα που τρυπωναν στο μυαλο σου κι εφτιαχναν φωλια σαν εμβρυα ,θυμιζοντας σου να ταιζεις την καρδια σου.
Της φωναξε ,μοιαζεις με ξωτικο και ετρεξε βιαστικα να μπει στο επομενο τραινο και να χαθει στην ζωη του λιγα λεπτα αργοτερα.
Εχεις νιωσει ποτε σου να τρακαρεις με την ευτυχια, εκεινα τα ευτυχηματα που σε κανουν να συνειδητοποιεις ποσο ομορφη και παραξενη ειναι αυτη η μικρη διαδρομη στην ζωη.
Λιγο πριν ειχε φυγει απο το μεγαλο κτιριο με τους καταλευκους τοιχους και τα συνθηματα ,τα βλεμματα των ανθρωπων εδω κρυωναν την ψυχη της, ολοι εμοιαζαν φοβισμενοι και απομακροι χαμενοι στην δικη τους μαχη, ειχε πει μολις βγω απο εδω μεσα θα ζησω.
Ξεχναμε την ουσια.
Ανοιγουμε τα ματια καθε πρωινο και ξαναγεννιομαστε  , ο θανατος ειναι παντου στις ειδησεις ,στους εφιαλτες , στους αποχωρισμους ..
Αναλογιστηκε ποσες φορες ψιθυρισε μεσα της θελω να πεθανω και ποσες θελω να ζησω και ηταν τοσες πολλες φορες οι φορες που φλερταρε με τον θανατο ,μοναχα μια φωναξε θελω να ζησω κι αυτη μολις της ανακοινωσαν πως νοσησε.
Εκεινο το πρωινο ενιωσε σαν καταδικος στο ιδιο της το σωμα, χρονια φυλακισμενη στην εικονα της, στην δουλεια ,στο φαινεσθαι, να παρει σπιτι,δανειο,να παντρευτει να κανει παιδια, να πληρωσει την δεη το νερο ,τοσα πολλα πρεπει ,πουθενα θελω, ειχε ξεχασει να θελει.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!!!!

Ποσο ομορφο ειναι να θελεις , ειναι η κινητηριος δυναμη για να εχεις.
Ετσι εκεινο το μαγικο πρωινο εζησε,
περασε τον δρομο και αγγιξε τα φυλλα απο τα δεντρα που αγερωχα εστεκαν πανω απο την γκριζα πολη, μπηκε στο τεραστιο παρκο και χαμογελασε στα παιδια , ειδε ενα ζευγαρι υπερηλικων να κρατιουνται χερι χερι και ενα σμαρι γλαρους να χορευουν στον ουρανο.
Ειδε κι εκεινον , ενα χαμογελο και μια φραση
εκαναν την χαρα να την γαργαλαει ολη μερα.
Ηθελε να τον ξαναδει, ηθελε εκεινο το χαμογελο να φωτισει τα μεσα της, ηθελε ολο ηθελε..

κι οταν θελεις , εχεις..
αρκει να ταισεις την καρδια σου, να μην ξεχνας να της υπενθυμιζεις να θελει, να χτυπα δυνατα απο χαρα , να χαμογελαει.
Τα θαυματα ζουν αναμεσα μας, αρκει να μην προσποιεισαι πως ζεις, ζησε.
Η ζωη δεν ειναι εκει εξω ,ειναι μεσα σου.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ονειροπαγιδα



Με σκεφτεσαι ακομα? Η φωνη στην αλλη γραμμη του τηλεφωνου σιγησε και κατι ξεψυχησμενα οχι , σωπασαν κι αυτα. Ακομα περνουσαν μπροστα στα ματια της εκεινα τα απογευματα στην αποβαθρα, με τον ηλιο στα ματια και μια γονιμη ελξη πανω απο τα κεφαλια τους. Δεν μιλουσαν πολυ , ενα νοημα αρκουσε και μετα δωματια νοικιασμενα, ανασες μακροσυρτα βραδια αδηφαγα, αχορταγα φεγγαρια και λογια , λογια παγιδες. Παγιδα ηταν κι εκεινος , η ονειροπαγιδα της. Ηταν ξεκαθαρο ελεγε την μια την αλλη σαγαπω και της εκλεινε τα ματια κι οσο δεν εβλεπαν τα ματια, πεινουσαν τα μεσα της για κεινον, να τον χορτασει μα δεν τον χορτασε ποτε. Μια εποχη ηταν μονο. Ενα καλοκαιρι που επλεκε ονειρα και μαζευε κοχυλια. Μια ονειροπαγιδα δικη της κρεμασμενη στο στομα του, καθε λεξη βλεπεις εχανε το νοημα της κι αποκτουσε νεο νοημα μεσα της. Ολα δικα της τα ηθελε. Της τα πηρε ολα και εφυγε κι ετσι δεν εχει παρα μονο τα ονειρα, σκονισμενα γιαυτο μην την ρωτας αν σε σκεφτεται ακομα, ρωτησε την αν επαψε ποτε ..να ξεσκονιζει. Ονειρα.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Κλεισε τα ματια.




Δεν ηταν αλλος παρα ο εαυτος του που δεν αναγνωριζε πια, τον επιασα να κοιταζει τα χερια του τιναζοντας τα μακρια του δαχτυλα προς το μερος μου, δεν αναγνωριζω τα χερια μου αναφωνησε !!
Εβγαλε μια ξεθυμασμενη ανασα και καθισε στο παγκακι ,του κρατησα το χερι σφιχτα και με κοιταξε βαθεια μεσα στα ματια, μειναμε στην σιωπη για ωρα.
Γελουσαν οι αλλοι ,τους ακουγα απο το ανοιχτο παραθυρο οταν τον εβλεπαν να τα βαζει με τα ποδια αυτη την φορα,η τα ματια ακομα και με τον λαιμο του, δεν ειναι δικα μου φωναζε με ακουτε?? 
Αναρωτιομουν αν τον ακουσε ποτε κανεις, αν σταματουσαν τα γελια και ο χλευασμος και ακουγαν θα ηταν διαφορετικος ο κοσμος.
Αλλη μια φορα κοντα του , με απλωμενα τα δαχτυλα σαν αηδιασμενα ,του τα εκλεισα με προσοχη ενα ενα και τα καθισα στα δικα μου,σφιχταγκαλιασμενα δεν ενιωθαν ξενα τωρα πια..
Ζεστα και εμ απειρες κουκιδες χρονου, σαν πλανητες απλωμενοι σε λευκη σαρκα,διαφανη με κατακοκκινο αιμα που εβραζε και διακλαδωσεις απο φλεβες σαν τους περιπλοκους δρομους που ειχε διαβει, το εβλεπα στα ματια του αλλωστε,ειχε χαθει σε λαβυρινθο μα δεν ηξερα πως να τον βγαλω και ειχα πεπεισθει πως τα φαρμακα  καταλαγιαζαν μοναχα την ανυσηχια του, ημουν σιγουρη πως δεν τον ειχαν ακουσει.
Ειχε μια ιστορια να πει και ηθελα να την ακουσω με ολη μου την καρδια.
Μια βολτα στο ποταμι και ενα δυο τραγουδια του λοιζου , με φωνη μικρου παιδιου και σπιρταδα κλεμμενη απο πυροτεχνηματα με κοιταξε στα ματια και με ρωτησε αν εχω νιωσει ποτε ξενη στο ιδιο μου το σωμα?
Ευχομαι να υπηρξε στην ζωη ολων σας καποιος που να σας κατευθυνε να κοιταξετε μεσα σας γιατι εμενα εκεινη η δεδομενη στιγμη με εκανε για πρωτη φορα να στρουθοκαμηλισω προς τα μεσα μου και να νιωσω σχεδον εντρομη στην ταυτιση του μεσα με το εξω , ηθελα να ειμαι μεσα μου τελικα.
Ειδε την χαρα να ζωγραφιζετε στο προσωπο μου και χαιδεψε στοργικα τα ματια μου που εκλεισαν απο καλοσυνη ,ειναι απλο ειπε, οταν θελεις να δεις μεσα σου κλεισε τα ματια ...
απομονωσε την πραγματικοτητα απο το ονειρο και με τα ματια σου ανοιχτα προς τα μεσα και κλειστα προς τα εξω θα νιωσεις για λιγο ενα ολοκληρο ,ενα ειπε.
Η αληθεια ειναι πως αρχισα να κλαιω για χιλιαδες λογους που δεν ειχαν φτασει ακομα στην λογικη, σαν να μου ξυπνησε μνημες που το σωμα θυμοταν μα το μυαλο εκρυβε, εκλαψα για ωρες με λυγμους ,τον κοιτουσα εντρομη και με απορια, τι μου συνεβαινε??
τι ειχε  ξεκλειδωσει ?
Εκεινο το απογευμα το φερνω πολλες φορες με το νου μου ,διπλα μου.

Τελικα δεν ακουσα εκεινον ,την ιστορια του ηταν εκεινος που με επεισε να σταματησω για λιγο και να κοιταξω εμενα, μεσα μου
την δικη μου ιστορια, εκεινη που περιτεχνα εκρυβα κατω απο μια κουρασμενη σαρκα γεματη σημαδια και μικρες ελιες σαν αστερισμους.
Ειναι απλο ειπε, κλεισε τα ματια στην πραγματικοτητα...

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

time stood still.




Σκεψου λεει να κατεβαιναμε μαζι τα σκαλια
 και να δειχναμε τον ιδιο ουρανο,
 οι μπουκαμβιλιες μπλεγμενες στα μαλλια.
Σκεψου ο κοσμος ολος να ειχε απαντησεις
 ,να επαυες να σιχτιριζεις τις ειδησεις
, μεσα σου χιλιαδες εκρηξεις.
Ολη σου η ζωη να χωρουσε και εμενα
 και να μην δακρυζω καθε φορα που φευγουν τρενα,
 μια αγαπη διχως φρενα.
Μια μερα θα μιλησω
 τιποτα απο ολα αυτα δεν θα μισησω
 ,αγαπω και στην αγαπη δεν χωραει η απατη.

Ενα παιδι ακουω να λεει
πως οι μεγαλοι δεν γελουν
μονο μεθουν
και υποκρινονται τους χαρουμενους

 Σαλτιμπαγκοι στην πλατεια
πεσαν τα προσωπεια
φοβαμαι βλεπεις τους εχθρους μου
ειναι πολλοι να εχεις το νου σου
Μια μερα θα μιλησω
για ολα εκεινα  που θελω να ζησω
τιποτα απο ολα αυτα δεν θα μισησω .

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Ηθελα να θελεις




Χαζευω τα παιδια  στο λιμανι.
 Δεν ξερω αν νιωθω τελευταια  κι αν κρινω απο τους ανθρωπους γυρω μου κανεις δεν νιωθει, οχι η καλοσυνη επιβιωσε απλα μουδιασα απο την πολυ ανοχη, στην εποχη.
Ο ελαχιστος χωρος να αναπνευσεις ο ουρανος ,εκει που χανονται τα μπαλονια , ναι εκεινα που δραπετευουν απο χερια παιδιων.
Θα θελα να γεμιζα αερα και με ενα φυσημα του να αιωρουμαι πανω απτην πολη, να αλαφρυνει το σωμα απτο βαρος της ψυχης κι αντιστροφα, με εναλλαγη να αδειασει απο μεσα μου το αποβαρο της μιζεριας.
.Αυτο  που μπορω να πω με ΒεΒαιοτητα ειναι πως τα μπαλονια δεν χανονται συναντιουνται με αλλα χαμενα ονειρα και μπλεκουν τα σχοινια τους, ανεβαινουν στο πιο ψηλο σημειο κι απο κει μας στελνουν χρωματα και ονειρα.
Υπαρχει ενα μερος στον ουρανο για τα χαμενα μπαλονια κι ισως μια μερα τα συναντησω.
Η αγαπη σου εμοιαζε με κατακοκκινο μπαλονι κι ετσι σαν παιδι που σε περιμενε στο μπαλκονι
κατευθυνες πανω μου ολο τον αερα σου, δροσιζωντας την ψυχη μου ,δινωντας μου την αισθηση πως σε κρατω απτο αορατο σχοινι σου, δεν εβλεπα πως αιωρεισαι και πως μια μερα θα μου εφευγες απτο χερι, σαν ονειρο που χανεις οταν ξυπνας..
Δεν ποναω.
Εχω χιλιαδες λογους να υψωνω το βλεμμα στον ουρανο, το μπαλονι και τους αστερισμους που μου μαθαινες.
Δεν λυπαμαι.

Ενας σκυλος που γαβγιζει και η γη που ολο γυριζει, μια νυχτα στην ταρατσα
εγω κι εσυ μετραμε αστρα
κι ενα αστερι στο φεγγιτη παιζει κρυφτο με τον κοπριτη.


Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

μια φορα κι εναν καιρο..




Μια παρεα κοριτσιων.
Κοριτσια που συναντηθηκαν τυχαια και αγαπηθηκαν πολυ.
Τεσσερα κοριτσια με κοινη μοιρα.
Λουλουδενια κοριτσια με πληγες σαν ριζες βαθιες και μπουμπουκια ετοιμα να σκασουν στον κοσμο αυτο για να τον ομορφυνουν.
Ανεβηκαν σε λουνα παρκ και περασαν γεφυρες ,ενωσαν τις φωνες τους μεσα στο αυτοκινητο με ανοιχτα παραθυρα και τεντουρα.
Ανεβηκαν σε βουνα και μαζευτηκαν σε κυκλο, κρατησαν η μια τα χερια της αλλης και εκλαψαν γοερα σε μια μεγαλη αγκαλια.
Τεσσερα κοριτσια ,μια ιστορια πολλες διακλαδωσεις μα μια κοινη πορεια, μια ευθεια ολογιομη προς την αληθινη φιλια.
Περασαν χρονια ,ερωτες και συγνωμμες, γελια και χαρες ,παρτυ με χαρτινα καπελα και χαρτινα φιλια κι ακομα θυμαμαι την μυρωδια τους ,τα χερια και τα βραδια με μπυρα και σουβλακι στην πλατεια, το παγκακι και το ρυθμικο σφυριγμα για να κατεβω τις σκαλες δυο δυο να φτασω σε εκεινες, τεσσερα χαμογελα που γεμιζαν την καρδια και τον  κοσμο ολο.
Τιποτα δεν φανταζε δυσκολο τωρα που στον κοσμο υπηρχαν εκεινες ακομα κι οι λαβυρινθοι ειχαν εξοδους οταν τα υπερανελυαν απο καναπε σε καναπε με το κεφαλι στον ουρανο και τα ποδια στην γη και αντιστροφα, λουκουμαδενια φιλια και παιδια που τρεχουν γυρω απο την χαρα τους.
Δεν ηθελε να τελειωσει ,μα τελειωσε
και οι φωνες σταματησαν και τα γελια ,τα καπελα στοιβαχτηκαν σε μια κουτα μαζι με τις αναμνησεις κι ολα αλλαξαν.
Δεν επρεπε.\
Δεν ξεχασε.
Δεν θα ξεχασει ποτε.
Οπου κι αν ειναι τα κοριτσια μου, ευχομαι να ειναι καλα και να πινουν μια τεντουρα στην υγεια μας, καποιο δειλινο με ανοιχτα παραθυρα ..

keep praying for your love

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Ενα σαγαπω, ισως δυο.





Ζουσε μεσα της.
Σχεδον καμμια επικοινωνια με το εξωτερικο περιβαλλον, το διαπιστωνες αλλωστε κι απο την εμφανιση της, τα μπερδεμενα μαλλια και τα αταιριαστα ρουχα της ,στα χερια παντα ενα μολυβι ξυσμενο η χωρις μυτηδεν ειχε καμμια σημασια.
Βλεπεις δεν ηξερε τι να τα κανει τα χερια απο τοτε που τις τα αφησαν.
Και τις τα αφησαν νωρις.πολυ νωρις πριν ακομα σαραντισει.
Δεν ακουσε ποτε σαγαπω μεχρι ετουτη εδω την ημερα και ξαφνιαστηκε σαν αρχαιολογος που εσκαβε μηνες προτου αντικρυσει απολιθωμα καποιου σπουδαιου προγενεστερου πολιτισμου.
Ναι της φωναξε σαγαπω και της χαρισε ενα δροσερο φιλι κερασενιο στο μαγουλο ,ετσι ξαφνικα οπως γινονται ολα τα ωραια.
Ηταν η μονη οντοτητα που εμοιαζε να καταλαβαινει, ενα μικροσκοπικο ανθρωπακι με δυο μακρια κοτσιδια να στολιζουν το μικρο κεφαλακι και μια φωνη τσιριχτη σαν κορνα αυτοκινητου, με δυο ματια τεραστια φορτωμενα γιατι.
Ειχαν γινει φιλες , η μικρη προετρεψε την μαμα να βγει στον κηπο να δει την φιλη της και η αληθεια ειναι πως ξαφνιαστηκε οταν αντικρυσε το πιο περιεργο και ασουλουπωτο πλασμα του χωριου, την φιλιτσα.
Η φιλιτσα μεγαλωσε στην εκκλησια του χωριου, απεξω οχι μεσα, καποιοι γονεις ελεγε η μικρουλα με τα κοτσιδακια την αφησαν στα σκαλια και αφου εμεινε εκει δεκα χρονια ,κατοχυρωσε τα δυο τελευταια σκαλια σαν ιδιοκτησια.
Εκει οι φιλεσπλαχνοι φιλοι της εκκλησιας της πεταγαν ξεροκοματα απο ψωμι και ρουχα παλια των παιδιων τους , καποιοι βιβλια και καραμελες, μα ηταν πολυ μικρη να φαει καραμελα και πνιγηκε για τα καλα, η καραμελα κολλησε στον φαρυγγα και την μετεφεραν σχεδον αναισθητη στο κοντινο νοσοκομειο, εκει αφου της ξεκολλησαν την καραμελα δεν μπορεσαν ποτε να βγαλουν την γλυκα που εμεινε για παντα στην ψυχη της.
Ετσι μεγαλωσε και περιπλανιοταν στο χωριο αλλοπροσαλλη και με το στομα γεματο καραμελες , ενα παιδι σε σωμα μεγαλου ανθρωπου.
Η φιλιτσα.
Οταν εσπασαν τα νερα της αλκυονης εξω απτην εκλησσια εκει ηταν μονο η φιλιτσα και ειδοποιησε αμεσα το χωριο ,ετσι γεννηθηκε η μικρη της φιλη η λυδια.
Δεν ειχε παιξει ποτε με κουκλες η φιλιτσα.
Ετσι η εμφανιση της λυδιας ηταν ενα ατελειωτο παιχνιδι, την χαζευε με τις ωρες στον κηπο κρυφα απο την γωνια να μεγαλωνει να μπουσουλαει να φωναζει αγκου και να περπαταει, να τραβαει τα λουλουδια απο τα μαλλια και να ζωγραφιζει τους τοιχους, εμοιαζαν ολοι τοσο χαρουμενοι κι αναρωτηθηκε γιατι ολοι ηταν κακοκεφοι στην εκκλησια αφου κι εκεινη υπηρξε μωρο.
Μεγαλωνε η λυδια και η φιλιτσα ανοιγε τα ματια της και τα κλεινε με μια σκεψη, το μικρο κοριτσι που ηταν ο μονος μικροσκοπικος ανθρωπος που την καταλαβαινε, ζωγραφιζαν μαζι, επαιζαν κρυφτο ,αγαλματακια ακουνητα, μπιλιες και εντυναν και παντρευαν τις κουκλες τους σε καθε πιθανο συνδιασμο.
Η λυδια μεγαλωνε μα η φιλιτσα παρεμενε παιδι και το καταλαβε οταν επεμενε να παιζουν και να σκαρφαλωνουν στο δεντροσπιτο του κηπου που με δυσκολια χωρουσαν τωρα πια.
Οταν η λυδια εφυγε για να σπουδασει η φιλιτσα εκλαιγε για μερες στα σκαλια της εκκλησιας, ειχε υποσχεθει να της γραφει και ερχεται στις γιορτες και πραγματι ερχοταν και πρωτα στην φιλιτσα ετρεχε και ηταν οντως γιορτη μιας και για την φιλιτσα δεν υπηρχαν γιορτες εκτος απο την αγαπη της μικρης της φιλης που μεγαλωσε.
Η λυδια ερωτευτηκε της γραφει πως παντρευεται και στην φιλιτσα στελνουν φορεμα με τεραστια λουλουδια ,στα σκαλια της εκκλησιας.
Ντυνεται και στολιζεται και ετοιμαζεται για τον γαμο κι οταν αντικρυζει την μικρη της φιλη που μεγαλωσε ,νυφη ολη η γλυκα απτην ψυχη της (ναι τοτε με την καραμελλα) φτανει στα χερια της και χαριζει στο ζευγαρι την συλλογη απο κερματα που εκανε στα σκαλια της εκκλησιας σε ενα κουτι απο γαλα εβαπορε ,ηταν πολλα βλεπεις και βαρια μα τα καταφερε.
Η λυδια το μικρο κοριτσακι που πλεον ειχε λυσει τα μακρια της κοτσιδια ξεσπασε σε λυγμους και την αγκαλιασε οπως αγκαλιαζει μανα το παιδι της,
ΣΑΓΑΠΩ της φωναξε και ενα δροσερο φιλι δροσισε την καρδια της φιλιτσας, με το χερι στο μαγουλο μην της παρει κανεις το φιλι, περασε ολη την νυχτα καμαρωνοντας για την λυδια.
Εκεινο το βραδυ ακουσε το δευτερο σαγαπω και μεταξυ μας νομιζω πως μεγαλωσε λιγο.
Στην καρδια.

Για ολες τις φιλιτσες που τους αφησαν τα χερια νωρις,
ποτε δεν ειναι αργα.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Το οτι δεν κοιταζεις πια δεν σημαινει πως δεν νιωθεις.





Hθελε μονο να τον κανει να γελαει.
Να του χαιδευει το μετωπο και να αποκοιμιεται στα γονατα τηςμεχρι να μουδιασουν κι αυτα οπως κι εκεινη ολοκληρη .
Να του διαβαζει αποσπασματα απο τα αγαπημενα της βιβλια και να χανεται το βλεμμα του στον κοσμο της.
Να μοιαζουν ολα δυσνοητα για εκεινον, ακομα και το χαμογελο της μεθουσε την ψυχη του.
Να ξυπνουν συγχρονισμενοι το ξημερωμα κι αποκαμωμενοι απτο παθος λιγο αργοτερα να πινουν ελληνικο καφε στο μπαλκονι, εκεινη  καθισμενη στα ποδια του, αμιλητοι με ενα χαμογελο αχνο.
Να της κουνας το χερι φευγωντας και εκεινη  να τρεμει μηπως δεν σε ξαναδει.
Ενα ηλιοβασιλεμα τρυπωσε μεσα απτα γυαλια ηλιου του και χαθηκε στα ματια του για παντα ,το ειδε κι εκεινη και συμφωνησαν  πως δεν ηταν τυχαιο.
Ειχαν την αισθηση πως δεν θα κρατησει πολυ, δεν μιλησαν γιαυτο παρα μονο εκεινη ξεσπασε σε δακρυα ενα βραδυ στα χερια του.
και δεν κρατησε παρα μονο ενα καλοκαιρι με αλμυρα στα μαλλια και αγιγματα κατω απτο νερο, ξυπολητοι στον ερωτα,
Δεν ηξερε πως να μην τον αγαπησει .Κι ας ειχε  ο κινδυνος  σωμα και φωνη ,εκεινη αψηφησε τα παντα και εζησε, εζησε για λιγο εναν ερωτα που δεν θα πεθαινε ποτε ,τουλαχιστον μεσα της.
Γιατι καποια πραγματα κρατουν για λιγο μα αντεχουν για παντα να υπενθυμιζουν πως υπηρξαν.


after all the time i ve spent with you
summer went away
and we just weren the same
its just you and me alone
not grown up kids 
you kissed me on the lips..


iDOCERS | Δεν ήταν ίδια | DOC TV | documenting everyday life

iDOCERS | Δεν ήταν ίδια | DOC TV | documenting everyday life

Ονειρουπολη




Ηταν μια πολη διαφορετικη απο ολες τις αλλες.
Οι κατοικοι που ζουσαν εκει  ηταν  ενας κι  ενας με μοναδικο  κριτηριο, μια καρδια ολογιομη , ανοιχτη ,ετοιμη να αλλαξει τον κοσμο με την δυναμη της.
Κανενα χρωμα, εθνικοτητα η θρησκεια δεν ηταν φραγμος, ετσι μπορουσες να δεις και να ακουσεις χρωματα και γλωσσες αγνωστες που ενωνονταν δημιουργωντας εναν τεραστιο κυκλο αγαπης.
θα επρεπε να κυριαρχει ασσυνενοησια ,μα οχι.
Τα σπιτια δεν ηταν πλουσια μα ηταν γεματα, οι πορτες ανοιχτες και η βλαστηση πλουσια, η καθαρια εικονα του χωριου το εκανε να λαμπει σαν διαμαντι .
Τα παιδια δεν ειχαν σχολεια μα αλανες γεματες παιχνιδια, κατασκευες ,ζωα και μαθαιναν να φυτευουν να καλλιεργουν την φυση και τον εαυτο τους.
Μικρες βιβλιοθηκες στολιζαν καθε δρομο ,καθε σπιτι και γωνια του μικρου χωριου.
Οι κατοικοι νοιαζονταν και βοηθουσαν ο ενας τον αλλον γνωριζοντας τον καθε ενα απο αυτους ονομαστικα, καθως και τις αναγκες του, ετσι καθε κυριακη μαζευονταν σε ενα τεραστιο γλεντι στην μεγαλη πλατεια ανταλαζοντας αγγιγματα , γευσεις και μουσικες  ο καθενας απο τα δικα του ηθη και εθιμα που κουβαλουσε απο την μητρικη του χωρα, ετσι γνωριζαν ολοενα και πιο πολυ ο ενας τον αλλον.
Κακια, φθονος και μισος δεν χωρουσε στο χωριο και καθε φορα που καποιος ξεσπουσε , τον συνετιζαν με την αγαπη τους οχι απομακρυνοντας τον μα αγκαλιαζοντας και μιλωντας του για ωρες, τον εβαζαν να παρατηρει τα παιδια ,τα γελια τους και την αγνη συμπεριφορα τους.
Μα αυτο που εκανε το χωριο μοναδικο ηταν
οτι ολοι εβλεπαν το ιδο ονειρο καθε βραδυ, ολοι οι κατοικοι απο τοτε που αποφασισαν να ανοιξουν την καρδια τους και τον εαυτο τους στην αγαπη ,καθε φορα που επεφταν να κοιμηθουν ονειρευονταν το ιδιο ονειρο.
Εναν κοσμο γεματο αγαπη ,μια γνωση εξω απο τις γραμμες και τα πρεπει, αγκαλιες απο χιλιαδες χερια ενωμενα , εξαλειψη του μισους και προσωπα χαμογελαστα, ξεχωριζαν στο ονειρο τα δικα τους μα εβλεπαν κι αλλα αγνωστα να προστιθενται ολοενα και πιο πολλα μεχρι που ο κυκλος θα εσπαζε, τα συνορα και ολοι μαζι θα ενωνονταν σε ενα , ενα ολοκληρο συμπαν που εσφυζε απο αγαπη.
Ξυπνησα με ενα χαμογελο γιατι ειχα και εγω το ιδιο ονειρο κι αναρωτιεμαι αν ειμαι ηδη κατοικος της ονειρουπολης γιατι εδω μεσα στο μισος και στην κακια δεν χωραω ,περισσευω κι απτα ονειρα σας ακομα, γιαυτο αφηστε με να κοιμηθω μην με ξυπνατε παρα  μονο οταν αυτος ο κοσμος ,ξυπνησει..

Η αλικη στην χωρα των θαυματων






Το κοριτσι με τα μακρια μελενια μαλλια και τα δαχτυλα γεματα δαχτυλιδια ειχε φεγγαροπετρες για ματια και γαλαζια ονειρα να την συνοδευουν, ηταν μια αλικη στην χωρα των θαυματων..
Ηξερε να αγαπαει και να αγαπιεται και σιγουρα αγαπηθηκε πολυ στην ζωη της ,μπορουσες να δεις την αγαπη σε καθε της κινηση, στον τροπο που περπατουσε ,μιλουσε και αγγιζε.Συναντησε πολλους λαβυρινθους μα βρηκε την διεξοδο, πινωντας τσαι γιασεμι στην υγεια της καθε απωλειας..
Δεν σε αγγιζε με τα χερια ,ειχε εναν μοναδικο τροπο να φωλιαζει μεσα σου απο τις πρωτες λεξεις που  εκτοξευε στην καρδια σου, ειχε εναν μοναδικο τροπο να σου μεταφερει ολη την ενεργεια που ειχε διοχετευτει μεσα της ,την καλοσυνη και την διορατικοτητα της.
Μοιαζει με ξωτικο ,μια ομορφια χωρις εθνικοτητα μιας και αλλαζε μορφες και χρωματα καθε φορα.
Διεκδικησε τα ονειρα της και εφυγε μακρια απο την ασφαλεια , κερδισε και εχασε μα δεν το βαζει κατω.
Την αγαπω σαν να ειμασταν συνοιδοιποροι σε καποια αλλη ζωη και μου δινει δυναμη να ξερω πως ανθρωποι-φεγγαρια σαν και εκεινη ζουν αναμεσα μας.
Ειναι το φεγγαρι μου σε εναν ουρανο γεματο αστερια ,λαγους και πετραχηλια, φωτιζει με το χαμογελο της καθε γκριζα σκεψη.
Καθε φορα που μια σκεψη της καρφωνεται στο μυαλο μου με πλυμμηριζει η ζεστασια της , η μπλε αυρα της της και η καρδια της κατακοκκινη σαν αιμα.
Δεν ξεχναω φεγγαροπετρενιο κοριτσι, σε σκεφτομαι και χαμογελαω,
η καρδια μου σου χαμογελαει..
Και μην ξεχνας αλικη, εχεις εναν ασσο , οχι στο μανικι σου αλλα στην ψυχη σου..

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Χαμογεlucky

 Δεν ηταν ιδια.
χοροπηδουσε τις σκεψεις δυο δυο και κατεβαινε τα πλατια σκαλια με κλειστα ματια, χαμογελαστη γεματη αερα στα χερια και στο μυαλο ,προσποιοταν πως αντεχε τα παντα.
Μιλουσε δυνατα και εφτιαχνε δικες τις λεξεις καινουργιες ,μπερδεμενες με αληθεια και ψεμμα, να αντεξει ο απεναντι την βαρυτητα του αγνωστου νοηματος στα μεσα της.
Την ειχαν κουρασει οι λεξεις .
Ετσι φανταζε διασκεδαστικο να ανακατασκευαζει λεξεις και να μιλαει οπως τοτε που ηταν παιδι κορακιστικα , αυτη την φορα ομως μιλουσε νεραιδιστικα,ξωτικιστικα και αερικιστικα.
Τα παιδια στην πλατεια την κοιτουσαν σαν να εβλεπαν ενα τεραστιο ζαχαρωτο να κινειται στον χωρο τους και τα μωρα απλωναν τα χερια, τα αθωα ματια της εσπερναν χαρα και οι ανθρωποι της εξιστορουσαν τις ιστοριες τους σαν να την ηξεραν χρονια, ηξερε να ακουει, ηξερε να βλεπει και να συναισθανεται, αγγιζε με ευκολια τα χερια και την ψυχη των αλλων.
Παντα τυλιγμενη στα πολυχρωμα ρουχα της και τα ξανθα μαλλια της ,κανεις δεν ηξερε που ζει η αν δουλευει, εμοιαζε να εχει τα παντα μα δεν ειχε τιποτα .Μονο τον εαυτο της.
Χανοταν σε εναν τεραστιο κηπο με μωβ αμυγδαλιες και γιασεμια , ενα παγκακι και ενα μικρο πηγαδι ,γυρω γυρω ενα σωρο γατες, ελεγε πως μιλουσε με τις γατες,πως την περιμεναν καθε μερα να φερει καλουδια, ελεγε πως και η ιδια ηταν γατα σε καποια προηγουμενη ζωη ετσι μπορουσε να κατανοησει τα αιλουροειδες καλυτερα απο τον καθενα.
Καποιοι τα ελεγαν ψυχροαιμα ,αναισθητα και διχως συναισθημα.
Για εκεινη ηταν ενα ματσο μουστακια ,μπαλες τριχωτες που ηξεραν να αγαπουν και να αναμενουν, να υπομενουν την βλακεια των ανθρωπων και να χανονται για ωρες στην αγκαλια του ηλιου ωσπου καποιος περαστικος να ερθει απτο υπερπεραν μιλωντας την γλωσσα τους.
Δεν ειχε αγαπησει ουτε αγαπηθει κι ηταν κριμα σκεφτονταν οι κυριες καθηλωμενες στις πλαστικες καρεκλες του στις υποσυζητησουλες τους, εξω απο την εκκλησια.
Εκει  στο νυφοπαζαρο ανεβοκατεβαιναν παλλικαρια και μικρες κυριες για να γνωρισουν τον ερωτα, στα σοκακια παιδια που καπνιζαν κρυφα πισω απο γυρισμενες πλατες και εκεινη μεστα χρωματα να απορει για τον κοσμο ετουτο, να κατεβαινει τα σκαλια δυο δυο και να αγαπαει μονο τον εαυτο της, να θελει να αλλαξει τον κοσμο και να ακουει ιστοριες, δεν την ενοιαζε να μεινει μοναχη μιας και μοναχη μεγαλωσε μεσα σε δρομους ,για σπιτι βλεπεις ειχε εναν κηπο δανεικο και για γονεις γατες που ξερουν να μιλουν.
Και αν ρωτατε αν αγαπηθηκε..αγαπηθηκε πολυ απο τα παιδια και την πλατεια, τις κυριες και το αγορι με τα πρασινα ματια, ποτε δεν την πλησιασε κανεις , μοναχα την κοιταζαν να χαμογελαει στο συμπαν,περιμεναν στωικα να την δουν λυπημενη για να πλησιασουν, μα δεν τους εκανε το χατιρι ποτε,εμεινε με το χαμογελο στα χειλη μεχρι το τελος...

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Οχι αλλα αντιο.



Βαρεθηκε να χανει.
οχι πως ηθελε μονο να κερδιζει, εστω μια ισοπαλια να αναπνευσει για λιγο το μυαλο που τρεχει με χιλια και αποκαμωμενο να γυριζει απο απωλεια σε απωλεια, πεφτει σε χειμερια ναρκη μεσα στο καλοκαιρι.
Το καλοκαιρι που υποτιθεται πως ειναι η αγαπημενη εποχη της καρδιας.
Εκλεινε ολοενα τα αυτια μα τα ματια το ζουσαν, ειχε στερεψει απο αγγιγμα και αγαπημενους,μοναχα κριτικη και ατερμονοι φοβοι που εγκξαθιστανται στην καθημερινοτητα της.
Ειχε κανει ευχη οταν επεσε το αστερι εκεινο να την παρει καπου μακρια, καπου που να μην ξερουν, να μην ακουν ,να μην τρεχουν σε λευκα δωματια, μονο να νιωθουν.
Δεν προλαβε.
Τον προλαβε η αρρωστια.
Τωρα μονο ενιωθε.
Πονο και θυμο και εκεινο το ρηγμαδογιατι παλι αξεσουαρ κολλημενο στο μετωπο.
Οταν ξεκινησε να γραφει του μιλουσε για ωρες στο τηλέφωνο , ειχε παντα την ιδια συμβουλη,
να εισαι ο υπεροχος εαυτος σου ,ελεγε οχι εκεινος ο αλλος που αγανακτει και θυμωνει, εκεινος που θελει να αλλαξει τον κοσμο ,μπορουμε ετσι δεν ειναι,αναρωτιοταν?
Ξεκινησαν να γραφουν μια ιστορια μαζι, μικρες προτασεις που σταματουσαν εκει που γεννιονταν οι λεξεις του αλλου, δυο ανθρωποι, μια λευκη κολλα χαρτι ,μια απεραντη συμπαθεια και ενα δυνατο ,πλουσιο χιουμορ που την εκανε να γελαει μεχρι δακρυων.
Την κοιταζε ενα μικρο παιδι που εκλαιγε με λυγμους και φωναζε στην μαμα του πως εκεινη η κυρια εκει κλαει και γελαει μαζι.
Κι ομως εκλαιγε και γελουσε μαζι ,διπλωνοντας τα χερια στο προσωπο ,πλαισιωμενη απο χιλιαδες συννεφα που μαζευτηκαν πανω απο το κεφαλι της και αρχισαν να εκτοξευουν δακρυα .
Οταν εμαθε πως αρρωστησε ,εστειλε ενα μυνημα, εγραφε προβλημα στοπ, μην ανυσηχεις στοπ, θα τα καταφερουμε και μια ηλεκτρονικη κιτρινη φατσα να χαμογελαει.
Κιτρινησε εκεινη.
Μηνες παλεψε, μεσα εξω δωματια και πονοι αφορητοι, φιλοι και γελια αναμεμειγμενα με δακρυα στους διαδρομους, γραμματα και μουσικες που μονος εκεινος ηξερε να αναλυει σαν να γραφτηκαν απο τα χερια του ολα τα σαουντρακ του κοσμου.
Δεν πιστευε πως θα φυγει ο γιωργος, ποτε δεν το πιστευε , ηταν  υπερηρωας , δεν υπηρχε η πιθανοτητα να το βαλει κατω . Δεν ηθελε να πιστεψει πως θα τον εχανε κι ομως εφυγε ενα πρωινο του μαιου, επιετα απο μια γενναια μαχη ,κοροιδευοντας τον θανατο βγαζοντας του πενα και με μια καρδια που δεν θα παγωσει ποτε.
τελευταιο μυνημα του
.θα ανταμωσουμε συνεχισε να μου γραφεις στα συννεφα νεραιδουλα μου..

τα λεμε φιλαρακι μου...


Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Πλατεια ασωματων

Φωναζε.
Ουρλιαζε.
Να μην εχετε ονειρα ελεγε.
Εμοιαζε γνωστικος μα ητανε μονος κι απο την πολυ μοναξια γινηκε τρελος, με μια τρελα που χωρουσε μονο στο κεφαλι του κι αυτο θαρρεις να κουβαλουσε μυριες σκεψεις σκορπισμενες ,το εγερνε παντα δεξια σαν βαρος.
Κατηφοριζε καθε πρωι την ερμου ως το τελος της μονολογοντας ,κουνωντας τον δεικτικο σαν απειλη.
Ιδια διαδρομη και για εκεινον, τραινο και θορυβος σε μια πολη που κοιμοταν.
Πλατεια ασωματων κι εκεινος φωναζε στα ασωματα πλασματα που κατοικουσαν ελεγε αστεγα στα παγκακια και κατω απτον σταθμο,εδω ελεγε πεθαινουν και ανασταινονται οι τρελοι, οι ασωματοι ,αυτοι που μονο ψυχη εχουν.
Ψυχη τρελη και αδαμαστη.
Κοιταξε τον εκει στην γωνια του, εμαθε χωρις σωμα,χωρις αναγκες με αστεγες ελπιδες λεπιδες και τα φωτα απο τα αμαξια να τον αποκοιμιζουν.
Ενας ασωματος ανθρωπος.
Μονο ψυχη ειχε,αδαμαστη,
Τρελαθηκε ειπαν, μα οχι.
Εκμηδενισε τις αναγκες του και θα αναστηθει σε νεο σωμα που θα χωρεσει την ψυχη του.
Καληνυχτα κοσμε,αυριο μια καινουργια μερα.