Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

The end

Χαρμολυπη.
Δεν επεσε ουτε ενα δακρυ απτον γυαλο των ματιων της, δεν πονουσε ,μουδιασμενη ηταν.
Παρακολουθουσε ενα μονοπρακτο να παιζετε μπροστα της ,χιλιαδες κοσμος διπλα της μα ολομοναχη.
Μονη αναμεσα σε πολλους, οχι δεν ηταν πρωτογνωρο συναισθημα.
Την ειχαν χτενισει και στολισει σαν πρωταγωνιστρια, μα εκεινη αψυχη και ασαλευτη στον βαθυ της υπνο ειχε αφησει την ψυχη της λευτερη, βουιζε καθως πεταριζε γυρω τους και καποιοι μπορεσαν να δουν και να νιωσουν για τελευταια ισως φορα το γελιο της.
Γελουσε σπανια και ειχε το υφος του ανθρωπου που γεννηθηκε γνωριζοντας τα ολα, αναμφιβολα ανεραστη και σφιχτη σε καθε ειδους οικειοτητα μεγαλωσε την μικρη δυσκολα καθως ο πατερας δεν θελησε να συνεχισει την ζωη του προσπαθωντας να μετακινησει εναν τοιχο.
Την αγαπουσε αλλα οχι.
Η μικρη γεννηθηκε εναν αλλοπροσαλλο μαιο που τα λουλουδια ερεθιζαν καθε θλιψη με την μυρωδια τους κι ο δειλος ηλιος εξαγνιζε καθε τι ασχημο μεχρι να το εξοντωσει το καλοκαιρι.
Ηταν ενα μικρο ,ανεμελο κοριτσι που μεγαλωνε στην σκια της, μιας και η μητερα παραιτηθηκε νωρις , πεφτωντας στην αλαλια και την καταθλιψη οταν συνειδητοποιησε οχι μονο πως δεν τα ηξερε ολα, μα κυριως δεν ηξερε τον εαυτο της, καθησε λοιπον σε μια μπαμπου κουνιστη καρεκλα διπλα απο το παραθυρο και παριστανε την ζωντανη για χρονια.
Πως να ενιωθε τωρα πονο οταν την ειχε χασει χρονια πριν?
Πως να πονεσει για κατι που ποτε δεν ειχε ?
Της εμεινε η κουνιστη καρεκλα και μολις γυρισε απτο τραγελαφυκο εθιμο της φυτευσης του σωματος χυθηκε κουνωντας ρυθμικα το σωμα της,το δωματιο ξαφνου πηρε την μορφη της και το παραθυρο εμοιαζε με πυλη , πυλη γεματη φως.
Ζουσε στην γυαλα της  παρατηρωντας τους υπολοιπους να ζουν, καμμια φορα εκλαιγε τις νυχτες και καποιες αλλες ερχοταν βουβα στον υπνο της και της χαιδευε τα μαλλια, μικρη εκεινη την νομιζε για μαγισσα που ερχοταν να παρει την φωνη της σαν της μαμας, την μισουσε και προσευχοταν να φυγει, ετσι καμμια αναμνηση της ομορφη.
Της φωναζε ,ουρλιαζε ακουμπωντας το προσωπο της , δεν καταλαβαινε.
Τωρα εφυγε.
Εφυγε και το κουφαρι , αλαλια ειχε πει ο γιατρος και θλιψη.
Γεμισαν τα ματια της θυμο και θλιψη ,πηρε στα χερια την κουνιστη πολυθρονα και την εβγαλε στην αυλη κοντα στην ευαισθητη της γαρδενια..
Αναρωτηθηκε γιατι ποτε πριν δεν βρηκε την δυναμη να την τραβηξει εξω..στο φως..
Η μικρη.
Η μικρη που γεννηθηκε μεγαλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου