Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

she dreams that shes awake.



Εκεινοι που αγαπηθηκαν εχουν εκεινο το βλεμμα της νοσταλγιας, την γευση ακομα στο στομα..
Εστειλαν μερικα μυνηματα μετα απο μηνες απεραντης σιωπης.
Την τρελαιναν τα μυνηματα του , αντικρουονταν τοσο με τον συγκρατημενο εαυτο του χωρις καμμια υπερβολη, σε αντιθεση με την ρεαλιστικη συμπεριφορα του τα γραπτα του μετεφεραν μια κοπιαστικη νοσταλγια, κοφτα αλλα ναι.
Κανενα σημειο στιξης καμμια υπερβολη.
Την ξενερωναν εκεινες οι ατελειωτες τελιτσες σε καθε προταση ,τα θαυμαστικα και κυριως οι παυλες, εκεινος καμμια.
Τυπικα λογια για αρχη και επειτα στο ψαχνο, η τακτικη παγια την ακινητοποιουσε. δυο τρεις αναμνησεις του σαν ξεροβηχας πεταγονταν σε λεξεις μπροστα της και επαυε να αναπνεει.
Ειχε προσπαθησει πολυ να ξεχασει, να προχωρησει την ζωη της εξω απτην δικη του μα παντα εβρισκε τροπο να της ξυπναει θυμησες,
Την ειχε προσεγγισει μοναδικα, παροτι χλευαζε την ρομαντικη συννεφενια σκεψη της , εβρισκε μεσα της κομματια του εαυτου του που παλευε να ξεχασει.
Δεν θελω να πονεσω ξανα ειχε πει και γελασε με την καρδια της , σαμπως ηθελε εκεινη να πονεσει?
μητε της ετυχε ποτε να γνωρισει καποιον που επιδιωκε να πονεσει,
-εισαι εδω για να σε αγαπησω και να με αγαπησεις, του ειπε.
Τον σκεφτοταν μερες και προφανως το συμπαν εχει χιουμορ  αφου ενας αλλοπροσαλλος ξεχασμενος ηχος στο κινητο τον εφερε μπροστα της, ενας μοναδικος ηχος μονο για εκεινον που ξεχαστηκε στο περασμα του χρονου.
Οι ανθρωποι αποκτουν τοσους κωδικες επικοινωνιας , κοινες μυρωδιες και γευσεις και φευγωντας μπλοκαρουν αισθησεις ,μνημες και εικονες, επειτα περνουν αξαφνα μπροστα σου σαν βιαστικα deja vu και εσυ πρεπει να συνεχισεις την ζωη σου, μα πως?
Κανενα ειδικο εγχειριδιο και κανενας ποιητης δεν απαλυνει τον πονο μονο ο χρονος που μοιαζει εχθρος μα γινετε φιλος και συνοιδοιπορος προς την ελευθερια.
Ελευθερια , σχετικη εννοια για την σημερινη εποχη σκεφτηκε και κοιταξε τα επωνυμα παπουτσια της , ενιωσε δεσμια της εικονας της και εκλεισε τα ματια για να μεταφερθει στο αγαπημενο της μερος εκει που την παροτρυνε καθε φορα καποιος γιογκι , στο μερος που συναντουσε παντα εκεινον, μια απεραντη αμμουδια ,ξυπολητοι μπροστα στον καμβα του ουρανου με μια φωτια στην καρδια να σιγοκαιει και αλμυρα φιλια που ξεδιψουν και την πιο στεγνη καρδια.
Σκεφτηκε να αλλαξει αριθμο, πολη και τροπο ζωης , να τρεξει στα ονειρα της αφηνοντας το ονειρεμενο μερος στο πισω μερος του μυαλου , μα ποσο μακρια μπορεις να τρεξεις απο τον εαυτο σου?
Ποσο μακρια θα εφτανε ωστε να παψει να ακουει τις αναμνησεις ?
Τα ματια ξεχνουν?
το στομα την γευση?
Αυριο θα ενιωθε καλυτερα, σημερα θα αρρωσταινε απτις θυμησες ,μια μερα μοναχα ..σαν ιωση..

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΒΟΗΘΕΙΑ


Αγώνα δρόμου δίνει η οικογένεια της νεαρής Πατρινής Πολυτίμης Αραπάκου - Κάρλου, για να συγκεντρώσει τουλάχιστον 200 φιάλες αίματος που απαιτούνται για τη σωτηρία της.
Η νεαρή γυναίκα, η οποία πριν από δύο μήνες έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί, προσβλήθηκε από μία σπάνια νόσο και συγκεκριμένα από το σύνδρομο Moschkowitz (θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα). Πρόκειται για μία ασθένεια του αίματος που οδηγεί στην ανάγκη καθημερινής χορήγησης 10 με 15 φιάλες αίματος για αρκετό διάστημα.
Ήδη έχει γίνει μεγάλη κινητοποίηση και μέσω του διαδικτύου, ενώ όποιος ενδιαφέρεται να βοηθήσει μπορεί να απευθύνεται στο νοσοκομείο του Ρίου ή του «Αγ. Ανδρέα» και να δηλώνει ότι επιθυμεί να προσφέρει αίμα για την συγκεκριμένη γυναίκα. 
η απο οποιαδηποτε πολη της ελλαδας στο ονομα αραπακου πολυτιμη και πατρωνυμο γεωργιος αραπακος.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

iDOCERS | The end | DOC TV | documenting everyday life

iDOCERS | The end | DOC TV | documenting everyday life

Λεμονοδασος

 




Την πλησιασε χαριζοντας της ενα λεμονοδασος κι υστερα ενα τραγουδι για ενα δεντρο απο λεμονια.Συμπληρωσε ακομα και το μια φορα κι εναν καιρο της που ηταν μονο στο τραπεζι..Εμοιαζε αληθινος μα ηταν απο ατσαλι.
Ελεγε σαγαπω μα στον κοσμο του σημαινε κατι αλλο.
Τον αγαπησε δυνατα και του το εδειξε με καθε τροπο του ζωγραφισε κυματα και χιονια που αγαπουσε του εγραψε ποιηματα και του κρατησε τα χερια.Αγαπουσαν τα ιδια τραγουδια και ηξερε να παιζει ντραμς μα πιο πολυ απο ολα ηξερε να παιζει με την καρδια της,μοναχα που ολο κερδιζε.
Ηθελε να κοιμηθει εναν αιωνιο υπνο οταν εφυγε εκεινος ,να γινει ηλιος να λιωσει επανω στον κερινο αγαπημενο της και να του χαρισει συννεφα απο βαμβακι και διαφανη κλωστη.Ολα του τα χαριζε.
Κι εκεινος μια γατα.
Που νιαουριζε και περπατουσε στους τοιχους,κουρνιαζε στην αγκαλια της και πενθουσαν μαζι.
Ενα πρωινο γυρισε.Για μια στιγμη ενα ξημερωμα μαζι,σαγαπω μα φυγε.
Παρε και την γατα να πενθω μοναχη.
Τιποτα απο εκεινον,ουτε το ηλιοβασιλεμα στην εξεδρα ,ουτε το  ξυπνημα στο δωματιο του,τα μαυρα του μαλλια και την νυχτα που την εκλεψε απτους φιλους,το σοκακι που γεμισε φιλια και την μερα που περασε μπροστα της κρατωντας ενα χερι,ξενο.
Μια αλλη.
Οχι εκεινη.
Αλλη.
Και μετα ραγισε το τζαμι απτο παραθυρο που κοιταζε αν ερχεσαι και τα τραγουδια χασαν το νοημα τους γιατι παιζαν στο ριπιτ , ακομα και η πολυθρονα ξεφτισε και δεν μενει πια εκει.
Μην γυρισεις πια,δεν εχει αλλες στιγμες.
Για σενα.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013






Μπαινοβγαινε σε σωματα και δωματια , λεξεις και πολυχωρους, αγοραζε ερωτα ,τσιγαρα φτηνο κρασι και βιβλια.
Γεμιζε και αδειαζε καποιες φορες στερευε κι αλλες ξεχειλιζε σαν καζανι που εβραζε.
Ηξερε να σφιγγει χερια ,αναμνησεις  και την καρδια της, να τα συμπυκνωνει τοσο πολυ μεσα της ωσπου να αφανιστουν σαν καπνος απο τα δαγκωμενα χειλη της.
Στο κεφαλι της μια λεωφορος με συχνες στασεις στην αγκαλια του, στασεις και αποστασεις αργοτερα  θα τους εκαναν να ξεπερασουν τα ορια και την ανοχη ,μονο ανασες και ιδρωτα θα γεμιζε το δωματιο που ξαμολουσε καθε επιθυμια της.
Εκεινος τυφλο σκυλι, βρωμουσε ποθο και εκδικηση πουθενα ερωτας.
Εκεινη διπλη ζωη.
Ενα σπιτι δυο παιδια , ενας αντρας και εκεινη .
Ρομποτικη φυσιογνωμια ,κινησεις ακριβειας ,απολυτη αφοσιωση στους πολλαπλους ρολους της και καθε φορα που δεν ακουγε ενα ευχαριστω επιβραβευε τον εαυτο της με ενα απογευμα μαζι του.
Δωματια ξενοδοχειων και απομακρες θαλασσες ,χνωτα στα τζαμια του αυτοκινητου και ενοχες χορευαν μπροστα της ,αυτο εκανε τον ποθο να θεριευει και να σερνεται σαν φιδι αναμεσα στα ποδια τους, γεματο δηλητηριο και πονο.
Γυριζε λαβωμενη και γεματη σημαδια καλυπτωντας τα με μεικ απ, φορουσε την ολοσωμη ποδια της αυτην με τα τεραστια λουλουδια που μισουσε, δωρο της νυφης της και συγυριζε , συγυριζε τα παντα εκτος απο τα μεσα της, εκει μονο ακαταστασια και βρωμια.
Παιζουμε ενα παιχνιδι? ακουστηκε απο την αλλη γραμμη στο τηλεφωνο,
-δεν σου εχω πει να μην παιρνεις εδω?
-παιζουμε?
-πες μου γρηγορα τι θελεις και κλεισε.
-με σκεφτεσαι?
-οχι δεν σε σκεφτομαι,κλεισε
-πεσμου τι φορας.
Κοιταξε την πολυχρωμη ρομπα και ξεσπασε σε γελια, σε δυνατα γελια που κατεληγαν σε λυγμους .

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

H zωη του σκυλου.


Αθηνα 2013.
Αγορασε το σπιτι αυτο γιατι ηταν κοντα στην θαλασσα, την αγαπουσε την θαλασσα, της θυμιζε τον εαυτο της, αυτη η διπολικη διαταραχη του οπου φυσαει ο ανεμος ταιριαζε πολυ με τις διαθεσεις της.
Περνουσε αλλωστε τοσο χρονο στην βεραντα ενωνοντας το βλεμμα της  με τον ουρανο , μια με την μητερα θαλασσα και ειχε παρατηρησει πως η διαθεση της ταιριαζε  , οταν λοιπον η θαλασσα παλευε με τον βορια ,ηταν ανταριασμενη και εκεινη  κι οταν η θαλασσα γαληνια ,ακινητη φανταζε καθρεφτιζε στα ματια της η γαληνη.
Το κοριτσι ειχε το ιδιωμα να μιλαει με τις σιωπες , εμενε πολλες ωρες στους τεσσερις τοιχους καθως χρονια πριν και μετα απο απειρες ωρες ταβανοθεραπειας και ψυχοθεραπειας της ειχε διαγνωστει , αγοραφοβια.
Η γειτονια ηταν πολυ υσηχη και οι γειτονες απομακροι, σπανια ανταλλαζε κουβεντες με τους ενοικους της πολυκατοικιας και ειχε αρκεστει στις τυπικες καλημερες και καληνυχτες  ετσι ωστε να περιορισει το ενοχικο συνδρομο που την διακατεχε.
Ενοχες για ολα, της το ειχαν φυτεψει τοσο καλα στο μυαλουδακι της απο μικρη που για τα δεινα ολου του κοσμου ηταν σιγουρη πως ευθυνοταν κατα καποιο τροπο, για παραδειγμα την μερα που ο αγαπημενος της παππους εφυγε απτον ματαιο τουτο κοσμο , θυμηθηκε πως στις μπουκιες που η γιαγια με μαεστρια της εχωνε στο στομα και της βαφτιζε με ονοματα , τυπου μια για την μαμα, τον μπαμπα , την γιαγια και γκρινιαζοντας οταν εφτασε στον παππου το κρατησε μεσα της σαν καταρα που θα αποδυναμωνε τον παππου και θα τον εχανε για παντα.
Τα ειχε αφησει πισω της ολα αυτα μα σαν  προληψη , φυτοζωουσαν ολα εκεινα μεσα της και η πρωτη σκεψη της ταυτιζοταν με οσα ειχε γαλουχηθει απο τοσο δα παιδακι.
Ενοχες και φοβιες ηταν ο αγαπημενος της συνδιασμος , α και η εγκαταλειψη.
Δεν γνωρισε ποτε τον πραγματικο της πατερα, εφυγε πριν ακουστει το πρωτο της κλαμμα και μεγαλωσε για χρονια με την αποριψη απο καθε αντρικο προτυπο.
Μεταξυ μας σε καθε αντρα που ερωτευοταν , ηθελε να βιωσει τον απολυτο ερωτα, την μοναδικη ενωση και απο τον υπερβολικο ζηλο της να φτιαξει μια ταινια ευρωπαικου τυπου γεματη απο ρομαντικες στιγμες , παθος και ερωτα κατεληγε στο δραμα.
Εφευγαν ολοι , οπως εφευγε και εκεινη ολο και πιο πολυ απο τον εαυτο της.
Ειχε γεμισει το σπιτι με αψυχες αναμνησεις , λιγο απο τα παιδικα της χρονια , λιγο απο ερωτες και ολιγη απο εκεινην, πολλα βιβλια και σημειωσεις ολογυρα.
Οταν το ειδε για πρωτη φορα παρατηρησε πως ο κατασκευαστης ειχε αρκεστει σε λιγο μπετον και ειχε επενδυσει σε τεραστια παραθυρα που ερωτοτροπουσαν με το φως που πλυμμηριζε τον χωρο.
Αυτο ηταν το σπιτι της, το ειχε νιωσει.
Απο την πρωτη μερα που εγκατασταθηκε παρατηρησε δυο πραγματα, απεναντι της ζουσε σε ενα γυαλινο σπιτι ενας ανθρωπος, ενας ανθρωπος μονος και ακριβως απο κατω σε ενα αλλο διαμερισμα που εμοιαζε να μην κατοικειται ,εξω στο μπαλκονι ζουσε ενας σκυλος, ενα πανεμορφο λαμπραντορ , σε ενα ξυλινο σπιτακι , μονος και αυτος, εγκαταλλελειμενος και πανεμορφος.
Eλλαδα 2013,  οι μεταναστες νεοδουλοι πυροβολουνται γιατι ζητουν τα δεδουλευμενα τους, η ανοδο της χρυσης αυγης , λιτοτητα , μακροχρονια υφεση και συνεχως αυξανομενη ανεργια, θλιψη και αβεβαιοτητα.
Μια παρεα παιδιων περναει κατω απτο διαμερισμα της κρατωντας στα χερια τους από ένα τσιγκινο κουτακι μπυρας, είναι κοντα 16 χρονων και οι φωνες του φτανουν εως τα συννεφα, πιστευε πολύ στα παιδια ,τα λατρευε, τις ιδεες τους ,τις παρελασεις κατά του φασισμου ακομα και τις μουτζες που μας στολιζαν.
Ολοι φταιξαμε ,ολοι θα πληρωσουμε αρκει να υπηρχε τροπος να μην επηρεαστουν τα παιδια, ουτοπικο σκεφτηκε και το βλεμμα της επεσε στον μοναχικο ενοικο της απεναντι πολυκατοικιας.
Ηταν γυρω στα 30 με 35 ,ξερακιανος και δασυτριχος, σπανια φορουσε μπλουζα και περιφεροταν στο σπιτι φορωντας παντοφλες, ανοιχτος υπολογιστης μονιμα και τηλεοραση μαζι, παστρικος χωρος γεματος από απουσιες.
Δεν φαινοταν δυστυχισμενος, ισως λιγο σαστισμενος όπως γουρλωνε τα ματια του στην τηλεοραση, ένα ποτηρι κρασι και σχεδον κάθε μερα το ιδιο σκηνικο, φαγητο στο μικρο τραπεζακι μπροστα στην τηλεοραση και επειτα στον υπολογιστη γεμιζωντας ακομα ένα ποτηρι κρασι, μονος.
Τον εβλεπε να παραμιλαει να τρωει να φταρνιζεται και να χορευει σαν να μην τον εβλεπε κανεις, δεν υπηρχε ιχνος κουρτινας και παροτι ηταν σιγουρη πως την ειχε προσεξει να καθεται στο μπαλκονι μερα νυχτα την εκανε να αισθανεται το φαντασμα  καποιου ριαλιτι.
Δεν διασταρωθηκαν ποτε τα βλεμματα τους.
Στο διαμερισμα ακριβως από κατω ο πανεμορφος σκυλος με το κεφαλι εξω από το ξυλινο σπιτακι του χαζευε τον ουρανο, για ηλιο ουτε λογος μιας και η μερια που ζουσε ηταν βορινη και ετσι στην σκια καποιου αφεντικου ,ζουσε μια τεραστια αναμονη.
Κάθε μερα πριν βουρτσισει τα δοντια της και χτενισει τα μαλλια της ετρεχε στο μπαλκονι να σφυριξει στον σκυλο, εκεινος γυριζε το βλεμμα του σχεδον αδιαφορα η κουρασμενα και εβγαζε ένα αποδυναμωμενο γαβγισμα σαν λοξυγγα.
Το αφεντικο του σχεδον δυο χρονια τωρα δεν το ειχε δει εκεινη παρα μονο δυο φορες όταν ανοιγε το παντζουρι και πετουσε κυριολεκτικα λιγο νερο και ξηρα τροφη,  κοιταζοντας τον με αποστροφη προφανως η δυσωδια από τα ουρα και τις αφοδευσεις του σκυλου.
Ναι εκει εκανε τις αναγκες του.
Τον ειχε αγαπησει τον σκυλο, κατεστρωνε σχεδια για να τον απαγαγει και κανα δυο φορες προσπαθησε να βγαλει ακρη με την φιλοζωικη , μα από την στιγμη που καποιος τον ταιζε και του εβαζε νερο δεν ειχε δικαιωμα να κανει καταγγελια.
Σκεφτηκε ένα φιλικο της ζευγαρι που αγαπουσε πολύ , ζουσαν καταυτο τον τροπο,  κοντα στα 25 χρονια μαζι εντελως αποκομμενοι ο ενας από τον άλλο , στο ιδιο σπιτι χωριζοντας τα δωματια σε υσηχαστηρια και απλα ανεχονταν ο ενας τον αλλον, το βαφτιζαν αγαπη.
Θυμηθηκε όταν την ειχαν καλεσει για φαγητο με ποση γλυκητητα και χαρα την υποδεχτηκαν ,η Κ της ειχε φτιαξει το αγαπημενο της σπανακορυζο και σαλατα με ροκα και σπαραγγια και της πασαρε το πιατο σαν να της προσφερε την ψυχη της σε αντιθεση με το πιατο του αντρα της που το πετουσε σαν το αφεντικο του φιλου σκυλου στην απεναντι πολυκατοικια.
Κανενα χαδι, πουθενα τρυφεροτητα .
Το απογευμα της 28ης ιουλιου επεφτε ημερα τεταρτη και εφτιαχνε τον καφε της, να ξορκισει τα νεα που μολις ειχε διαβασει στο ιντερνετ, δυο νεκροι νεοι από πυροβολισμο στην μικρη της πολη και στην βοστωνη δυο τσετσενοι 18 χρονοι εστελναν στον θανατο εξι ατομα και αρκετους τραυματιες που ετοιμαζονταν να τρεξουν σε καποιον μαραθωνιο.
Πικρα και αηδια για τον κοσμο ετουτο τον ξεπλυνε με ελληνικο καφε βαρυ γλυκο  που τον συνοδευε με nick cave και το τραγουδι του κεραυνοι, αφιερωμα  στην ελλαδα
Ο Δίας γελάει, είναι από τα δακρυγόνα, με ρωτάει πώς είμαι, του λέω Δία μη ρωτάς»... «Οι κεραυνοί μου είναι χαρά που μου έδωσε ο Δίας, και στο λίκνο της Δημοκρατίας ακόμα και τα περιστέρια φοράνε αντιασφυξιογόνες μάσκες»
Και συνεχιζε .
: «Στην Αθήνα η νεολαία κλαίει από τα δακρυγόνα, αλλά εγώ μαυρίζω στην πισίνα του ξενοδοχείου μου»... «Οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν, τους βλέπω τα βράδια να κοιμούνται και κλαίνε ακατάπαυστα, όχι από τα δακρυγόνα… αλλά γιατί είμαστε χαμένοι πια…»
 Ηταν ολοτελα χαμενη εκεινη όπως και ο σκυλος και ο μοναχικος, παραξενος ενοικος.Βγηκε στο μπαλκονι , το ποτηρι με τον καφε γλιστρυσε απτα χερια της και χυθηκε επανω στο καταλευκο φορεμα της ,κανωντας την να μοιαζει με σταρλετα βουβου ασπρομαυρου κινηματογραφου .Ο μοναχικος ενοικος , εσπαζε το ρεκορ της μοναξιας του των τελευταιων δυο χρονων φερνωντας συντροφια στο σπιτ, μια κοπελα που από μακρια εμοιαζε με μαριονετα, θαρρεις και αορατες κλωστες κινουσαν τα χερια και τα ποδια της, με λεπτες κινησεις και προσεκτικες ματιες γλυστρουσε στον χωρο. Φορουσε ένα τζην πετροπλυμμενο και ένα τι σερτ που εγραφε κατι επανω του με μικρα μικρα γραμματακια, καθισμενη στον καναπε σαν από χρονια εβλεπε μαζι του τηλεοραση, λιγο αργοτερα δυο ποτηρια κρασι , φαγητο και υπολογιστη,σουρουπωνε και βγηκαν στον μπαλκονι, κανενα αγγιγμα ,καμμια οικειοτητα και ο ερωτας απανταχου απων, Δυο πλαστικες καρεκλες στοιχισμενες η μια διπλα στην άλλη και δυο σωματα σαν γλαστρες, σχεδον αψυχα να κοιταζουν το απειρο, κανενα χαδι μητε ερωτας. Λιγο αργοτερα , αμιλητοι μαζεψαν τις καρεκλες και ξαπλωσαν σε ένα τεραστιο κρεββατι, τηλεοραση και τα φωτα σβηνουν. Το κοριτσι με το καφε βαρυ γλυκο φουστανι της χαμογελουσε αμυδρα , ενιωθε μια ελαφρια αγαλιασση γνωριζοντας πως το αγορι εκεινο αποψε δεν θα κοιμοταν μονο.
Σφυριξε στον σκυλο ,του εστειλε δυο τρια γλυκολογα και αποκοιμηθηκε στην αιωρα. Την ξυπνησε το γαβγισμα του σκυλου κοντα στο ξημερωμα που αλυχταγε σαν λαβωμενο, εξαντλημενο από την μοναξια και τον εγκλεισμο, το κοριτσι αρχεσε να κλαιει με λυγμους και αποφασισε να χτυπησει την πορτα του τερατος που ειχε κατακρεουργησει το αμοιρο πλασμα, ηταν αποφασισμενη να το παρει από εκει όπως και να ειχε .Κατεβηκε δυο δυο τα σκαλια και περασε τον δρομο, αψηφωντας τα αυτοκινητα ,αγριεμενη και με υφος τρελλου κατευθηνθηκε στην πορτα του, χτυπησε με μανια το κουδουνι, μα απαντηση καμμια, χτυπησε ξαναχτυπησε μα κανεις..μοναχα η κραυγη του σκυλου.
Γυρισε αποκαμωμενη και βαρια στο κρεββατι της, φορεσε ακουστικα και μια ξεχασμενη playlist πηρε τον ρολο του εξομολογητη καθως ακατασχετες λεξεις εβγαιναν από το στομα της, δακρυα που κατεληγαν σε ουρλιαχτα που εκανα συμφωνια με το γαβγισμα του σκυλου. Το επομενο πρωι ξενυχτησμενη και με μια θλιψη που τσακιζε κοκκαλα, κατευθυνθηκε στο μπαλκονι,
Το κοριτσι-μαριονεττα στο απεναντι σπιτι ειχε φυγει στην μεση της νυχτας για παντα και το μοναχικο αγορι ειχε κατεβει στο διαμερισμα του σκυλου αμεσως μετα την πληρωμη της.Αφου σφαγιασε τον βασανιστη του σκυλου , όπως ακριβως ειχε δει να το κανουν στην αγαπημενη του τηλεοραση,  πηρε μαζι του τον σκυλο στο διαμερισμα του,προσφερωντας του ένα τεραστιο μπωλ γαλα λυτρωνοντας τον με απειρα χαδια..
Αλλωστε ο ανθρωπος είναι ο πιο πιστος φιλος του σκυλου
                                       η το αντιθετο?

to all those who wonder if im writing about them, i am.




Δεν θα παψω ποτε να γραφω για αυτους που αγγιξαν την ψυχη μου.
Για ολους εκεινους που με τα δαχτυλα τους επλασαν τον πηλο της ψυχης μου αφηνοντας σημαδακια στο απειρο μεσα μου,
για σενα που μου χαμογελασες στον δρομο οταν ολα ραγιζαν μπροστα μου και για εκεινον που μου χαριζε το σπιτι του οταν δεν ειχα που να παω,
για ολους εκεινους που εφαγαν το φαγητο που με αγαπη τους μαγειρεψα και  χορτασαν την ψυχη μου.
Για τους φιλους που μου κρατησαν το χερι και ξενυχτησαν στο πλαι μου, για τους αλλους που με μισησαν και εφυγαν, ολους τους θυμαμαι, θα τους κουβαλαω μεσα μου για παντα.
Θυμαμαι εσενα οταν φωναζες πως πιστευεις σε μενα και σου εκλεινα την πορτα τρεχοντας στον εαυτο μου , ησουν εκει οταν γυρισα , σε βρηκα να με περιμενεις χρονια , ηξερες πως χρειαζομουν χρονο με τον εαυτο μου για να αγαπησω καθε τι ομορφο επρεπε να αγαπησω πρωτα εμενα,
εσενα να σκεφτεις ειχες πει και με βασανιζε η σκεψη σου για μηνες.
Ολοι οι ηρωες μου μοιαζουν με την λερναια υδρα κεφαλια που κοβω και φυτρωνουν αλλα μεσα μου, ερχονται και φευγουν παλιοι και νεοι φιλοι γεματοι δωρα , ιστοριες και αγκαλιες που δεν φτανει μια ζωη για να εξιστορησω.
Ειμαι το συνοθυλευμα των αγαπημενων μου, ειμαι η ιστοριες τους, ειμαι η αγαπη τους και η μοιρασια μας.
Ναι η ιστοριες μου ειναι για εκεινους,
σε εκεινους τις χαριζω.
Δεν ειμαι μονη, ποτε δεν θα ειμαι,
Κανεις μονος.


Μην φοβασαι να πεθανεις αλλα κυριως μην φοβασαι να ζεις.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Σου χαριζω ενα αστερι.





Τις μερες σκοτεινιαζε και δεν εβλεπε παρα μονο δακρυα στα ματια, δεν ηξερε πως να την βοηθησει και της εστελνε αστερια και αστραπες απο ευχες , την ζωγραφιζε χωρις τους μαυρους κυκλους, τους αντικαθιστουσε με κομητες και για στομα ενα χαμογελαστο ουρανιο τοξο,την ανεβαζε σε εναν ασημι μονοκερο και την εφερνε κοντα της, στον πλανητη τους.
Κοριτσενιος πλανητης,γεματος εκκωφαντικα γελια και αρωματα, κορδελες και μεταξενια αγγιγματα, συννεφενια λογια και ονειρα. Μαγικα χερια παιδιων που εδιωχναν καθε θλιψη .
Ελεγαν θα τα καταφερουν και αληθεια το προσπαθησαν μα ηταν το βαρος μεγαλο στις πλατες ,λυγιζαν τα γονατα και επεφταν, ξανασηκωνονταν δινοντας χερι η μια στην αλλη δημιουργωντας ετσι μια γεφυρα αγαπης που θα εφτανε ως την γη.
Θα καταφερναν να ψαρεψουν αστερια μια μερα που θα εβρεχε κομητες ,μια ευχη δυνατη θα της πηγαινε στην γη και το πιο σημαντικο,θα ειχαν αφησει πισω τους την λυπη λογω βαρυτητας κι ετσι παναλαφρες θα προσγειωθουν  στην γη.
Υπαρχει ελπιδα για τα δυο κοριτσια,ελπιδα ,κορδελες και μεταξενια αγγιγματα και χερια.ο
Χερια μικρων ξωτικων που δειχνουν τις απαντησεις,που παιζουν με τις συνειδησεις μας,που χαιδευουν αυτο το κοσμο χρωματιζοντας τον..
Δεν εισαι μονη.
Δεν ειμαστε μονες.
Συμπαντικες φιλες με αστεροειδη ονειρα.
Σου χαριζω ενα αστερι,σηκωσε τα ματια
Ετσι οταν νυχτωνει μεσα σου θα εχεις εναν λογο να κρατας το κεφαλι ψηλα και να θυμασαι..
Υ.Γ για σενα κοριτσενιο μου κοριτσι.Ξερεις εσυ,μονο αγαπη & αστεροσκονη.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

The end

Χαρμολυπη.
Δεν επεσε ουτε ενα δακρυ απτον γυαλο των ματιων της, δεν πονουσε ,μουδιασμενη ηταν.
Παρακολουθουσε ενα μονοπρακτο να παιζετε μπροστα της ,χιλιαδες κοσμος διπλα της μα ολομοναχη.
Μονη αναμεσα σε πολλους, οχι δεν ηταν πρωτογνωρο συναισθημα.
Την ειχαν χτενισει και στολισει σαν πρωταγωνιστρια, μα εκεινη αψυχη και ασαλευτη στον βαθυ της υπνο ειχε αφησει την ψυχη της λευτερη, βουιζε καθως πεταριζε γυρω τους και καποιοι μπορεσαν να δουν και να νιωσουν για τελευταια ισως φορα το γελιο της.
Γελουσε σπανια και ειχε το υφος του ανθρωπου που γεννηθηκε γνωριζοντας τα ολα, αναμφιβολα ανεραστη και σφιχτη σε καθε ειδους οικειοτητα μεγαλωσε την μικρη δυσκολα καθως ο πατερας δεν θελησε να συνεχισει την ζωη του προσπαθωντας να μετακινησει εναν τοιχο.
Την αγαπουσε αλλα οχι.
Η μικρη γεννηθηκε εναν αλλοπροσαλλο μαιο που τα λουλουδια ερεθιζαν καθε θλιψη με την μυρωδια τους κι ο δειλος ηλιος εξαγνιζε καθε τι ασχημο μεχρι να το εξοντωσει το καλοκαιρι.
Ηταν ενα μικρο ,ανεμελο κοριτσι που μεγαλωνε στην σκια της, μιας και η μητερα παραιτηθηκε νωρις , πεφτωντας στην αλαλια και την καταθλιψη οταν συνειδητοποιησε οχι μονο πως δεν τα ηξερε ολα, μα κυριως δεν ηξερε τον εαυτο της, καθησε λοιπον σε μια μπαμπου κουνιστη καρεκλα διπλα απο το παραθυρο και παριστανε την ζωντανη για χρονια.
Πως να ενιωθε τωρα πονο οταν την ειχε χασει χρονια πριν?
Πως να πονεσει για κατι που ποτε δεν ειχε ?
Της εμεινε η κουνιστη καρεκλα και μολις γυρισε απτο τραγελαφυκο εθιμο της φυτευσης του σωματος χυθηκε κουνωντας ρυθμικα το σωμα της,το δωματιο ξαφνου πηρε την μορφη της και το παραθυρο εμοιαζε με πυλη , πυλη γεματη φως.
Ζουσε στην γυαλα της  παρατηρωντας τους υπολοιπους να ζουν, καμμια φορα εκλαιγε τις νυχτες και καποιες αλλες ερχοταν βουβα στον υπνο της και της χαιδευε τα μαλλια, μικρη εκεινη την νομιζε για μαγισσα που ερχοταν να παρει την φωνη της σαν της μαμας, την μισουσε και προσευχοταν να φυγει, ετσι καμμια αναμνηση της ομορφη.
Της φωναζε ,ουρλιαζε ακουμπωντας το προσωπο της , δεν καταλαβαινε.
Τωρα εφυγε.
Εφυγε και το κουφαρι , αλαλια ειχε πει ο γιατρος και θλιψη.
Γεμισαν τα ματια της θυμο και θλιψη ,πηρε στα χερια την κουνιστη πολυθρονα και την εβγαλε στην αυλη κοντα στην ευαισθητη της γαρδενια..
Αναρωτηθηκε γιατι ποτε πριν δεν βρηκε την δυναμη να την τραβηξει εξω..στο φως..
Η μικρη.
Η μικρη που γεννηθηκε μεγαλη.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ενα απογευμα γεματο γλυκο κουταλιου και μια καινουργια φιλη.

Μοναξια, αγριο πραμα μου ειπε.
Με ρωτησε αν εχω φιλους, οχι γνωστους τονισε ,φιλους που θα πεθαιναν για μενα.
Σκεφτηκα τουλαχιστον τρια ατομα που ειναι φιλοι, φιλοι - αδερφια οπως ελεγα μικρη κι η μαμα μου ξινιζε το προσωπο της, μονολογωντας ολοι αδερφια σου ειναι πια.
Μου μιλησε για τους δικους της φιλους που δεν υπηρχαν πια εν ζωη,για τις εκδρομες τους στην θαλασσα και πως κατεστρωσαν σχεδιο οι ιδιοι φιλοι να την "κλεψει" ο μεγαλος της ερωτας και να καταληξει παντρεμενη οχι μονο με εκεινον αλλα και τους φιλους για πολλα πολλα ομορφα χρονια.
Ξερεις μου ειπε, "φοραω" την καρδια ενος απτους φιλους μου και τα ματια της γεμισαν βροχη.
Ο ηλιος στα ματια της δεν αργησε να ξεμυτισει οταν ενα τεραστιο αλμπουμ με φωτογραφιες των αγαπημενων μου συστηνοταν ολο χαμογελα και ασπρομαυρες αγκαλιες.
Σκληρο να μενεις πισω με τις αναμνησεις, να αποχαιρετας και να προσπαθεις να υπερνικησεις την νοσο της ληθης,σκαλιζοντας τα μεσα σου τακτικα ανακαλυπτοντας συνεχεια θυμησες και λογια.
Τωρα ειμαι μονη ,ειπε.
Τα παιδια εφυγαν στο εξωτερικο τα εδιωξε η κριση και τα εγγονια μου τα βλεπω τα καλοκαιρια,οι φιλοι σχεδον ολοι " εφυγαν" κι αυτοι που μειναμε πισω,ανημποροι ,κλεισμενοι στην μικρη μας πραγματικοτητα,σε εναν μικροκοσμο νοσταλγικο.
Υποσχεθηκα να την συναντω συχνοτερα και με αγκαλιασε με μια αγκαλια που ποτε πριν δεν με ειχαν παρει,μου χαρισε ενα δαντελενιο κομματι υφασματος και με προετρεψε να μην χασω τον ρομαντισμο μου.
Γυρισα σπιτι γεματη.
Επρεπε να βρασω αυγα,παραγγελια της οικογενειας κι οταν γυρισαν βρηκαν δυο ανθρωποαυγα να τους χαμογελουν ,δεν αντεχα να ειναι αψυχα και τους εδωσα ζωη,χαρισα το ενα στο αλλο και ειμαι σιγουρη πως γιναν φιλοι.
Κοιτα πως χαμογελουν!
Σκληρο πραγμα η μοναξια..

Συννεφενια



Παντα αναρωτιομουν για τα σχηματα στα συννεφα.
Σημερα δεν βρεχει μα νιωθω την υγρασια στα μαγουλα μου, ενα περαστικο συννεφο νεογεννητο μου χαμογελαει.
Ειμαι σιγουρη πως  ειναι εκεινη και μου γνεφει , μας γνεφει πως απο ψηλα μοιαζουμε κουκιδες στο απειρο.
Θελω να την αγγιξω , να χαιδεψω τα συννεφενια μαλλια της.
Κοιταξε την , αναλαφρη αλλαζει σχηματα και χρωματα , μπορει να γινει οτι ονειρευτηκε, κανενα βλεμμα πια δεν την τρομαζει,
ειναι μια συννεφενια που ξερει να γελα..

15/4/13

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

κρυμμενοι θυσαυροι.

   
Η ωρα περασμενη  στο κεντρο της αθηνας  τα φωτα μοιαζουν με στολιδια ξεχασμενα, ενα αυτοκινητο περναει βιαστικα και ενα σμαρι περιστεριων ξαμολυθηκε για το κυνηγι του χαμενου θυσαυρου, λιγα ψιχουλα .. Σαν εκεινο το παιδι που θα επρεπε να κοιμαται στα ζεστα  κι αυτο ψιχουλα ψαχνει, κανεναν θυσαυρο, δεν πιστευει στους θυσαυρους ,ουτε στα παραμυθια γιατι κανεις δεν του διαβασε , μονο δρακους συναντησε και σκοταδι.
Το κοιταζω απο μακρια, σβελτες κινησεις ανεβαινει στον σκουπιδοτενεκε με μαεστρια ,πηδαει εξω με λαφυρο ενα μισοτελειωμενο σαντουιτς κι ενα παπουτσι , το επεξεργαζεται και το χωνει στην μεγαλη τσαντα με τα υπολοιπα λαφυρα.
Δεν μπορεις να προσδιορισεις την ηλικια αυτων των μικρομεγαλων ηρωων που εμαθαν απτα πρωτα τους βηματα να περνουν λεωφορους και να πιανουν καλη θεση στα φαναρια, παιδια που παιζουν τους μεγαλους, παιδια που οταν τα ρωτας γιατι δεν κοιμουνται τετοια ωρα , γουρλωνουν τα τεραστια ματια τους και γελουν , γελουν παιδικα ευτυχως, αυτο δεν τους το στερησαν ..
Το αγορι μογλης σκαρφαλωσε σε ολα τα πιθανα και απιθανα μερη και πλησιασε προς το μερος μου , αντιληφθηκε το βλεμμα μου να τον ακολουθει προφανως  και με απλωμενο χερι μου φωναζε απτον απεναντι δρομο
-εϊ εσυ , δωσε μου ενα ευρω , κοπελια
Καθισε διπλα μου και με κοιτουσε ολο απορια, με ρωτουσε για τα μαλλια μου, αγγιζε τις μπουκλες και του φανηκε αστειο που πανω απτα χειλη μου υπηρχε σκουλαρικι, με ρωτησε αν εχω παιδι και οταν του ειπα πως εχω, χαμογελασε και  κοιταξε τα ποδαρακια του σαν να θυμηθηκε ολες τις διαδρομες που ειχαν καταφερει ετσι, ξυπολητα.
-Ποσο χρονων εισαι
-δεν ξερω
-που ειναι η μαμα σου?
-δεν ξερω.
-Δεν νυσταζεις , τετοια ωρα?
-δεν ξερω.
Του χαιδεψα τα μαλλια και ξεκαρδιστηκε, επειτα με ευχαριστησε με την τυροπιττα στο ενα χερι και την τεραστια τσαντα στο αλλο , συνεχισε να κανει αυτο που ηξερε καλυτερα, το κυνηγι του χαμενου θυσαυρου.
Απομακρυνοταν σαν κουκιδα μεστα ζαλισμενα φωτα της πολης, μιας πολης που ποτε δεν κοιμαται, λιγο πιο κατω σταματησε ενα βαν , ανοιξε την πορτα και μπηκε μεσα βιαστικα, το 8ωρο τελειωσε και ειχε ερθει η ωρα να ξεκουραστει, την επομενη μερα θα πηγαινε στα βορεια,ετσι μου ειπε, εκει εβρισκε παντα πολλα πραγματα αν ξεκινουσε νωρις.
Γυρισα στο σπιτι , αγκαλιασα τους δικους μου και προσποιηθηκα πως ολα ειναι καλα, αλλωστε ημουν σπιτι μου, εφαγα γρηγορα γρηγορα το φαγητο μου και διαβασα δυο παραμυθια στο παιδι, το στομαχι μου αρχισε να γυριζει σαν ροδα και στην θυμηση του καινουργιου φιλου μου , ξεσπασα σε κλαμματα , δεν τον χωνευα αυτον τον κοσμο.
Τον εκανα εμετο.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Επιστροφη





Tις περισσοτερες ωρες κοιμαμαι και τις υπολοιπες ονειρευομαι.
Δεν ξερω αν στο ειπα , αλλα επιστρεφω στα ομορφα, ναι εκει που ενα κομματι  τυρι συνανταει μια φετα ψωμι και λιγη ριγανη, αλανα και μυρωδια ανοιξης .
Εκεινη η ανοιξη που σε εκανε να θελεις να γευτεις τα λουλουδια και να  μαδησεις μαργαριτες, ηξερες ποιος σαγαπαει και αν οχι περνουσες στο επομενο μαδημα μαργαριτας, στα δεντρα επανω με γρατζουνιες στα ποδια και με κρυμμενη σοκολατα στην τσεπη που ξεχασες και ελιωσε μαζι με το παλιο σου τζην, οι φιλοι  να φωναζουν και να κρυβονται και τα στρατιωτακια ακουνητα να στοιχιζονται το ενα πισω απτο αλλο, τα μικρα κοριτσια με τις κουκλες αναποδα και τα ποδοβολητα να ξυπνουν την γειτονια.
Τα φιλια της εφηβειας κρυμμενα φιλια , πισω απο παρκα και σε παγκακια να γδερνεις ονειρα, στιχοι που λες πως γραφτηκαν για σενα και μια θλιψη αυτοκολλητο πανω σου για την αθωωοτητα που λιγοστευει μιας και βυθιζεσαι στον κοσμο των μεγαλων.
Ελεγα θελω να μεγαλωσω μα δεν ηξερα πως δεν ηθελα τελικα, τωρα ειμαι σιγουρη πως δεν θα μεγαλωσω ποτε, γυριζω εκει λοιπον σκαρφαλωνοντας στα δεντρα και κρατωντας μια φετα ψωμι με ριγανη , μαδαω ακομα μαργαριτες μονο που δεν ειμαι μονη, ενα μικρο πλασμα περιφερεται μεσα μου και γυρω μου, με κυνηγαει και του τραγουδαω , μου φωναζει εισαι μαμα-παιδι και γελαω δυνατα με την ψυχη μου, μαθαινω να μικραινω και τον μαθαινω να μεγαλωνει κρατωντας σφιχτα στην καρδια του την παιδικοτητα, μετραω παγωτα και βουτιες μαζι του και το καλοκαιρι ειναι το δωρο μου.
Δεν μπορω να σου προσφερω πολλα , ουτε να αγορασω καθε καινουργιο παιχνιδι , μπορω να σου χαρισω τον κοσμο , αγκαλιες και αγαπη αστειρευτη, νανουρισματα και βολτες στην παραλια.
Δεν εχω δουλεια μα εχω απλετο χρονο να αξιοποιησω την καθε στιγμη μου μαζι σου, να  δωσουμε ζωη σε ενα χαρτοκουτο και να κυνηγησουμε φαντασματα τις νυχτες, ειμαι διπλα σου με αυτα τα λιγα και δεν θα το αλλαζα με τα πλουτη ολου του κοσμου κι ας γκρινιαζω κι ας φοβαμαι καποιες στιγμες, εμαθα να γυριζω στα ομορφα, μαζι σου , με τους φιλους μου ,τους φιλους σου και ειμαι ευγνωμων,
ξερω τον δρομο της επιστροφης ,αφηνα σημαδακια στον χρονο τις αναμνησεις μου και ετσι ειμαι παλι στα ομορφα, μαζι σου..

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Πες ναι.




Καμμια φορα γραφω για να αδειαζω τις σκεψεις μου πανω σε ενα λευκο χαρτι, να το μαυριζω ετσι συνειδητα με τις ορφανες λεξεις μου και να τις δενω με το αψυχο χαρτι ωσπου να γινουν ενα.
Ειναι μερες που στερευουν τα λογια, η δυναμη και η θεληση , ειναι κι αλλες που σαν διπολικη θυελλα πλυμμηριζω απεριγραπτη χαρα και αισιοδοξια μονο απο μια λεξη, ενα χαμογελο, μια μυρωδια, μια θυμηση.
Η πηγη μου δεν στερευει μοναχα αυξομειωνεται ,δεν υπαρχει μετρο και αυτο με κουραζει, θα ηθελα να βρισκομαι καπου στην μεση σχεδον σε ολα τα πραγματα μα το φλερτ μου με τα ακρα δεν συμφωνει με ετουτη εδω την σκεψη.
Με επηρεαζουν σχεδον ολα, οι καλημερες ,οι ειδησεις ,οι αγκαλιες και οι φιλοι , η αληθεια ειναι πως δεν αντεχω και πολυ ετουτη εδω την εποχη και ψαχνω τροπους να ξεχνιεμαι και κυριως να βοηθιεμαι ενω παραλληλα να βοηθαω με οποιον τροπο μπορω, πιστευω μονο στην καλοσυνη των ανθρωπων και την αγαπη, νομιζω πως αυτο θα υπερνικησει καθε εμποδιο, θα ηταν αδικο να μην αναφερω τις συλλογικες δρασεις που ξεπεταγονται καθε τρεις και λιγο διδασκωντας μας ανθρωπια και αλλυλεγγυη, θα ηταν αδικο επισης να σταθω μονο στα ασχημα.
Συναντω καθημερινα ανθρωπους φιλους και αγνωστους που γιναν φιλοι καρδιας να καταπιανονται με τα κοινα, να προσφερουν και να δινονται σε εναν ατερμονο αγωνα επιβιωσης της ελπιδας.
Δεν αντεχω αλλα σκυθρωπα προσωπα και αποδυναμωμενα λογια, αποχαιρετισμους φιλων και γνωστων ,εξαθλιωση και πονο, ψυχικο πονο που συσσωρευεται σε ολη την κοινωνια και κραυγαζει απο παντου, απο την ενδοσχχολικη βια μεχρι τα κορναρισματα στον δρομο, την οργη στα ματια μας και τους γειτονες που αλλοτε τους συναντουσες γιαμια καλημερα στην εισοδο, ενω τωρα σου κουναν το κεφαλι ψελλιζοντας  πως μας καταντησαν.
Ειμαι σχεδον βεβαια και οχι ονειροπαρμενη (ενταξει ισως λιγο) πως μπορουμε να τα καταφερουμε, νομιζω πως ειτε λιγο η πολυ ολοι μπορουμε να βοηθησουμε με καποιον τροπο και το μονο που αρκει ειναι να πατησεις εθελοντισμος στο google, η να βρεις στην γειτονια σου ανθρωπους που σε εχουν αναγκη, ξερω πως λεφτα δεν υπαρχουν αλλα αρκει μια βολτα με την γιαγια απτο απεναντι μπαλκονι που σε κοιταζει θλιμμενα ,ενας καλος λογος, ενα πιατο φαγητο μια αγκαλια.
Εχω την απιστευτη αναγκη να αγκαλιαζω τον κοσμο αυτες τις μερες, ειναι ενα ειδος εξαγνισμου αυτο που ξεπηδησε απτο κεφαλι μου, η μαλλον απτα χερια μιας και δεν μπορω να τα κλεισω, μια αγκαλια γεματη αγαπη και δυναμη, εναν καλο λογο, μια καλημερα, ενα χαμογελο, ας μην ξοδευουμε τις μερες μας και την ενεργεια μας με οργη, αντιθετη ψυχολογια και αισιοδοξια, για να περασουν οι κακες μερες, μερες σαν κι αυτη..

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013



Ηταν ολα απλα ενα σκηνικο, κατεβασμενα ρολα δυο σωματα ιδρωμενα και ενα φεγγαρι που χτυπουσε μανιασμενα τα παραθυρα , μεσα τους να μπει.
Οχι. Πεισματικα αρνιοταν την ομορφια της, δεν την κοιτουσε στα ματια , μονο την γυριζε αποτομα  και τις εβγαζε τα ρουχα, παντα πλατη, ποτε προσωπο με προσωπο, κανενα περιθωριο για αληθεια.
Μονο ψεμμα.
Ενας ψευτικος σαρκικος ερωτας μεταμφιεσμενος σαν σε φιεστα απο ,καλοζωισμενες υποσχεσεις και απατηλα αγγιγματα.
Χορος των διαολεμενων αναμνησεων ,τι τα θελεις τωρα, το σκηνικο αλλαξε, ανοιξε τις κουρτινες σε παρακαλω,
εχει ενα φεγγαρι αποψε ...


Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Γυαλινος κοσμος




Το κοιτουσε για μερες ισως και καποιες νυχτες κρατωντας ενα μεγαλο στρογγυλο ποτηρι φουσκα , μισογεματο απο κατακοκκινο κρασι.
Μεσα στις διαφανες μπουρμπουληθρες του φαινοταν γαληνιο, ομως ηταν ευτυχισμενο?
Αυτος ο περιορισμος παντα την τρελαινε, δεν μπορουσε να μπει στην ψυχολογια του οχλου που διαλεγε ενα κατοικιδιο για να διασκεδαζει ταλαιπωροντας το μεσα σε κλουβι.
Ενταξει δεν ηταν κλουβι , ηταν μια χρυση φυλακη που αντανακλουσε στη διαφανη στρογγυλη του γυαλα  , λαμπυριζε και στολιζε το δωματιο με σκιες ,χρωματιστες και ηχους λεπτεπιλεπτους, ζεν θα λεγε κανεις μα εκεινη το λυποταν.
Της το χαρισε εκεινος στα γενεθλια της τον μαιο εκεινο πριν προλαβει να χορτασει το καλοκαιρι , τον εχασε για παντα σε ενα αυτοκινιτιστικο δυστυχημα, μια κληση αργοτερα , ενα λυπαμαι ξερο και εκεινη στο πατωμα, ολεθρος.
Της ηταν δυσκολο να το αποχωριστει , δυσκολο επισης να συμβιωνει μαζι του μιας και ηταν το τελευταιο δωρο εκεινου του αντρα που θεωρουσε ανυπερβλητο, δικο της, ψηλος και αγερωχος με μια παιδιαστικη χαρα παντα την ξεσηκωνε απο την βαρεμαρα της ,δινοντας συνεχεια κινητρα , ηταν πολυ ευτυχισμενοι μαζικαι τωρα εκεινη το κρασι και το χρυσοψαρο.
Καμμια φορα αντιδρουσε στον ηχο της, ψυχροαιμα θα πεις κιομως ειχε εξοικειωθει με την εικονα της ετσι καθε φορα που εμπαινε στο σπιτι εστρεφε το κουρασμενο βλεμμα της στην γυαλα και εκεινο κουνουσε την ουρα σαν να χορευε.
Ειχαν συμπαθησει ο ενας τον αλλον η ακομα καλυτερα ειχαν εξημερωσει ο ενας τον αλλον, αλλωστε ηταν ο μοναδικος ζωντανος οργανισμος που δεχοταν εδω και αρκετο καιρο, δεν μιλουσε , δεν ειχε εκεινο το βλεμμα λυπησης ουτε κοινοτυπες εκφρασεις του τυπου" η ζωη συνεχιζεται".
Σαφως και συνεχιζεται η ζωη, μονο που μοιαζει σαν να ξεκιναει απο την αρχη, σαν νεογεννητο ενιωθε που ολα για πρωτη φορα τα κατακτουσε, πενθησε αρκετα μα καποια στιγμη συνειδητοποιησε πως πεθαινουν πραγματικα εκεινοι που ξεχναμε, δεν τον ξεχασε στιγμη, αναπολουσε την ζωη που ειχαν, τα ταξιδια που μοιραστηκαν και χαμογελουσε, δεν ειχε θλιψη μεσα της , οχι.
Ειχε μια απεραντη αγαπη για εκεινον, ενιωθε τυχερη που μοιραστηκε μαζι του το μισο σχεδον της ζωης της, θα μπορουσε να μην τον ειχε γνωρισει ποτε αλλωστε.
Τους ζωντανους δεν αντεχε, η μαλλον εκεινους που νομιζαν πως ειναι ζωντανοι, υποκρινονταν πως ζουσαν, υποκρινονταν πως ενιωθαν ,υποκρινονταν πως καταλαβαιναν, ακομα και οι δικοι της, η οικογενεια της προσποιουνταν πως τιποτα δεν ειχε συμβει, επρεπε σαν καταρα να ξεχαστει το γεγονος και την παροτρυναν να παρει μερος στο παιχνιδι τους, δεν επαιξε ποτε μαζι τους.
Προτιμησε να γνωρισει νεο κοσμο, να μπουν νεοι ανθρωποι στην ζωη της που εχουν συμβιβαστει με τον πονο και τις εξελιξεις που μπορει να φερει η ζωη, ανθρωπους που περασαν δυσκολα μα το ξεπερασαν και προχωρησαν με ενα μικρο σημαδακι στο υψος της καρδιας , σαν τελιτσα στο απειρο.
Ελευθερη και γεματη χαρα για την ζωη , αλλαξε ροτα, απεκτησε νεα ενδιαφεροντα και τις κυριακες κλεισμενη στην δημοτικη βιβλιοθηκη ρουφουσε τα βιβλια , καθε φορα διαφορετικος ρολος, καθε φορα διαφορετικη ζωη.
Αλλαξε ο τροπος που κοιτουσε το χρυσοψαρο, το αγαπησε σταδιακα και αβιαστα χωρις πρεπει και συνδεσεις μεταφυσικες, ηταν αλλη μια ψυχη που σωπαινε και ειχε ερθει το πληρωμα του χρονου, θα το ελευθερωνε για παντα σε μια λιμνη κοντα στο χωριο της μητερας της οταν για μια στιγμη λιγο πριν χαθει στο ρευμα , ενιωσε πως γυρισε πισω του και την κοιταξε..
Ειχε ερθει η ωρα και για τους δυο τους να σπασουν την σιωπη τους και την αορατη κλωστη που τους εδενε, ειχε ερθει η ωρα καθενας να βρει τον  δρομο του..

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Παραμυθενια.




Ηταν ενα κοριτσι που καθολου δεν εμοιαζε με τα αλλα, ενα κοριτσι τοσο κοριτσενιο που για μαλλια ειχε κορδελες και για χερια φτερα, μονο που απτις πολλες συμφορες τα ποδια απο τσιμεντο δεν την αφηναν να πεταξει.
Ειχε ενα χαμογελο για ολους και στα ματια της πισω απο την θλιψη ειχε κρυφτει ενα παιδι που καθε φορα που καταφερνες να την κανεις να γελασει δυνατα , το παιδι σταματουσε το κρυφτο κι ετρεχε στις αλανες του μυαλου σου για μερες.
Το κοριτσι αγαπουσε τα καλοκαιρια και τα παραμυθια, ειχε απο καιρο χασει τον υπνο της κι οταν κοιμηθηκα στο πλαι της , εκεινες τις δυσκολες μερες που ο πριγκηπας της χαθηκε πανω στο εξελιγμενο του αλογο, ενα αεροπλανο, εκεινη με ρωτησε με ενα παραπονο γλυκοπικρο αν με ενοχλουν τα παραμυθια.
Tα αγαπουσα τα παραμυθια οπως και τα αγρυπνα βραδια μας, μα καταστρωνα σχεδια να σβησω ην θλιψη απο τα ματια της, να τραβηξω εξω το παιδι που κρυβοταν και να εξαφανισω τους δρακους απτα παραμυθια που τους νανουριζαν καθε βραδυ.
Κλαψαμε με δακρυα που δεν στεγνωνουν ποτε η μια στον ωμο της αλλης, σκαρωσαμε τραγουδια και ηπιαμε κρασι υψωνοντας τα ποτηρια ψηλα στον ουρανο, ευχες και ονειρα μπερδεμενα, οπως τα λογια και οι απωλειες μας.
Ηταν δυσκολα, ειμασταν σχεδον αφραγκες και ολομοναχες μα παρισταναμε τις σπουδαιες , μοιραζομασταν τα παντα, φαγητο και ταινιες , μπυρες και συναυλιες με σπασμενους κουμπαραδες και ονειρα γεματες.
Εκεινος της ειχε υποσχεθει ταξιδια κι αγκαλιες , συμβιωση και αγαπη, ειχε πει σαγαπω τον ειχα ακουσει με τα ιδια μου τα αυτια να το προφερει, πεντακαθαρα και ειχα δει στα ματια της την σπιθα , ηταν ευτυχισμενη μαζι του.
Μα τι παθαινουν οι ανθρωποι και με οση ευκολια λενε το σαγαπω με αλλη τοση στο παιρνουν βιαια αφηνοντας ενα τεραστιο κενο μεσα σου?
Και γιατι σε εκεινη? στο πιο κοριτσενιο κοριτσι του κοσμου ολου, με τα θαλασσινα ματια και την υπερβαρη καρδια ?
Δεν ηθελε κανενα υποκαταστατο, ηθελε μονο εκεινον, περνουσαν μηνες , χρονια και στιγμες τοσο αναπαντεχα στωικα περιμενε να ξεχασει, μα δεν ξεχνουσε , θαρρεις και το σαγαπω του το εχτισε μεσα της με γερα θεμελια και χαθηκε..
Επειτα ηρθε μια τεραστια απωλεια στην ζωη της, εγινε αστερι στον ουρανο το στηριγμα της , ενα τεραστιο μαμαδιστικο αστερι ,φωτεινο και λευτερο πια απο πονους και λευκα δωματια κι αυτο σημανε συναγερμο στα μεσα της.
Κλειστηκε στον εαυτο της και το παιδι στα ματια της κρυφτηκε στα αδυτα της ψυχης της , κουλουριασμενο και τρομαγμενο για μηνες, εφτιαξε βαλιτσες και ανεβηκε στον "εχθρο" , στο πρωτο αεροπλανο που βρεθηκε μπροστα της, να σκεφτεις πως δεν με αποχαιρετησε ποτε.
Την εψαχνα , μου ελειπε και ηθελα ειμαι διπλα της, να της διαβασω παραμυθια και να σκουπισω τα δακρυα της, να μοιραστουμε το βαρος και να της κρατησω το χερι, μα οχι, για μια ακομα φορα υπερηφανη και υπευθυνη για τον εαυτο της , ισσοροπησε αναμεσα στο βαρος της ψυχηςτης με το βαρος της υπερβαρης καρδιας της και χαθηκε ενα απογευμα..
Εκλαψα πολυ για κεινη, ξερω πως το ενιωσε , ημουν σαν σκια διπλα της αλλωστε, ομως επρεπε να την αφησω να βρει τον εαυτο της.
Καποιους μηνες μετα χτυπησε το τηλεφωνο, φωναζε πως φτανει , πως της λειψαμε και πως θα ανταμωσουμε, δεν θα βρω ποτε τα λογια να εξηγησω την χαρα που πλυμμηρισε την καρδια μου.
Το κοριτσενιο κοριτσι μου με τις κορδελες για μαλλια και την τεραστια καρδια γυρισε , ισως για λιγο αλλα γυρισε , με ενα τεραστιο χαμογελο και μια αγκαλια σαν κηπος ολανθιστος, που μεσα του το παιδι , ναι το παιδι που  κρυβοταν στα ματια της, ετρεχε κοντρα στον ανεμο, σκορπωντας γελια .
Την νανουριζουν  ακομα  παραμυθια οταν  κοιμαται, ομως ενα τετοιο κοριτσι μονο στα παραμυθια εχει υποσταση πιστεψε με..

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Συλλεκτης στιγμων




Στιγμες ειναι ολα , ειχε πει μα τοτε ησουν πολυ μικρος για να νιωσεις το μεγαλειο της σκεψης του.
Κι οταν ακομα μεγαλωσες εσυ εκεινος μικραινε με ραγδαιους ρυθμους μεχρι που συρρικνωθηκε σε ενα μικροσκοπικο κουτι και εκανε παρεα στα σκουληκια.
Εφερνες με το νου σου την χλοη και την μυρωδια του χωματος που σκεπαζε τοσους ανθρωπους που περπατουσες ελαφρα να μην ξυπνησεις την πολη των υποδοριων ανθρωπων.
Μεχρι εκεινη την δεδομενη εποχη ολα εμοιαζαν με ροδες που παν στο πουθενα καθως ολα στροβιλιζονταν γυρω σου,ειχες μια αξιοπρεπη δουλεια , μπαροτσαρκες και απειρα γυναικεια κορμια να ιδρωνουν στο κρεββατι σου.
Δεν μιλησες σε κανεναν για την πολη ,ουτε για τα αγρυπνα βραδια που σχεδιαζες αποβαση σε μια χωροχρονικη τρυπα,μαυρου χρωματος και χωρις βαρυτητα, ξελαφρωνε η ψυχη δημιουργωντας κυκλικες κινησεις εξαγνισμου , σαν χορογραφια μεχρι που η επαναληψη σε ζαλιζε και η ελαφροτητα του ειναι σου αποκοιμιοταν αγκαλιαζοντας ενα παχυ , πουπουλενιο μαξιλαρι.
Επαιρνε το σχημα της αγκαλιας σου.
Μια αγκαλια αδεια , να περιφερεται σε πολεις και μονοδρομους, σε πολιτειες ξενες και σταυροδρομια , φυλακιζοντας για παντα τις στιγμες στο βιβλιο των ματιων σου , αγνοωντας την συντροφικοτητα, μονος ,ρουφωντας την ζωη σαν ευγευστο κοκτειλ.
Μετρησες τα χρονια σου σε μερες,ωρες,νυχτες και δευτερολεπτα εξαργυρωνοντας τις σε στιγμες , εσυ και ο κοσμος.
Και αληθεια ποσο αστειο στο απογειο της ζωης σου ,να διαγραφονται οι μοναδικες στιγμουλες σου, οταν για μια στιγμη ο κοσμος σταματησε να γυριζει και το συμπαν εφερε στο δρομο σου ,τα ματια της.
Δυο μαυρες τρυπες για ματια, ιδιες με τις χωροχρονικες σου μαυρες τρυπες που σε ανεβαζαν στο υψος του μεγαλυτερου σου εαυτου, αναλαφρο και ελαφρως ζαλισμενο.
Η θεωρια σου της φανηκε αστεια και τραβωντας σε απτο χερι σε βυθισε στον κοσμο της, εναν κοσμο γεματο απο την μυρωδια της , τα ποιηματα της , κοινα ταξιδια  εντος και εκτος στρατοσφαιρας.
Τωρα που ειμαι μικρη στα χερια σου, ηρθε η ωρα για την συμβουλη που τοσο περιμενα,πριν χαθεις στα γελοια κουτια τους και κατω απτην γη ακουω τα γελια σου, πεσμου τι ειναι η ζωη, που θα βρω την ευτυχια, πως θα κρατησω το γελιο μου νεο και ζοφυρο?
Πεσμου παππου..
Και ο παππους φυτευοντας μανολιες για τα μαυρα της ματια , σκαλιζοντας το χωμα τοσο οικεια μιας κι εκει θα κατεληγε  κι αυτος και ολοι μας , ειπε :
Στιγμες ειναι ολα, μεχρι που θα ερθει η στιγμη που οι στιγμες θα χαθουν στο συμπαν μεσα σε δυο ματια και θα γεννησουν νιοφερτες στιγμες ,ως την στιγμη που η απεραντη βολτα στα εγκοσμια να τελειωσει σαν βολτα σε καρουζελ..
Μοιρασου τις στιγμες και εκεινες θα καρποφορισουν μεσα σου.
Θυμησου με , μα εμπλουτισε  την γνωση, μετεδωσε την ορεξη την αγαπη και την ομορφια της ζωης με τα βιωματα σου,ζησε σαν ολα να κρατουσαν για μια στιγμη..

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Μικρο αγορι





Δεν ειχε δει για χρονια τα ματια του,απο την πρωτη φορα που τα συναντησε στον πεζοδρομο ,ενα ψηλολιγνο αγορι με μακρια μαυρα μαλλια να χυνονται στους ωμους,διαφορετικο απο τα υπολοιπα αγορια της ηλικιας του.
Ειχε εκεινο το αναιδη βλεμμα που εγδυνε οποιον παγιδευαν τα ματια του,το ενιωσε και εκεινη εκεινα τα λεπτα που εκαναν τα μαγουλα της ροδαλα ,το χαμογελο του σαν υποσχεση εμοιαζε.
Η σκεψη του την ακολουθησε για μερες, αποζητουσε την εξαψη της στιγμης στα στενα δρομακια της πολης.
Τον συναντησε ξανα στο πιο ομορφο μερος του κοσμου,σε μια απεραντη λιμνοθαλασσα που φιλοξενουσε ροζ πουλια και στην διχοτομηση της εστεκαν σπιτια που σαν να περπατουσαν πανω στο νερο,γραφικα και ονειρικα την εκαναν να φανταζεται κιθαρες και παρεες με λουλουδια στα μαλλια. Πελαδες ετσι τα ονομαζαν τα σπιτια και τα συνοδευε το πιο ζωηρο ηλιοβασιλεμα που ειχαν δει ποτε ματια..
Ηταν εκει πανω σε μια ρετρο μηχανη θρασυς και ελευθερος  εκανε κυκλους με τα χερια του,περασε απο μπροστα του επιτηδες και μολις διασταυρωθηκαν τα βλεμματα τους μικρες πυγολαμπιδες στολισαν το κενο αναμεσα στην ονειρωξη και την πραγματικοτητα.
Τον ερωτευτηκε, ερωτευθηκε τις μουσικες του και τα νιοβγαλτα ματια του στον κοσμο,τις βολτες τους και τις υποσχεσεις του.
Του ελεγε οταν μεγαλωσεις,θαρρεις και ειχαν καμμια σπουδαια διαφορα ηλικιας,εκμηδενιζοντας τον.
Τον εδιωχνε με καθε τροπο,κρατωντας τον ομως σφιχτα δεμενο στην σκεψη της.
Τον ηθελε,την τρελαινε ο τροπος που σκεφτοταν ,οι δειλες κινησεις του,οι ατελειωτες κασσετες με αφιερωσεις ,οι αγκαλιες τους και το τεντωμα των δαχτυλων για να τον.φτασει.
Δεν τον εφτανε πουθενα τελικα.
Την αγαπησε,το ενιωσε με ολη της την ψυχη και τον αφησε εκει με μια υποσχεση .
Οταν μεγαλωσεις του ελεγε και μεγαλωνε μεσα τους η αποσταση.
Μονο φιλοι ,ελεγε και τυχαια φιλια στα στενα.
Σημειωσε στιχους των στερεονοβα στο χερι του και τον αποχαιρετησε.
Δεν τον ειδε ξανα,μοναχα ρωτουσε για εκεινον ,ηταν οντως ξεχωριστος του το χε πει αλλωστε,θαυμασια πραγματα συνεβαιναν στην ζωη του,καταπιαστηκε με πολλα και η ομορφια ηταν διαχυτη σε καθε του κινηση,ελεγαν..
Το εφερνε συνεχεια στο νου της το αγορι που μεγαλωσε, την κιθαρα του και το βλεμμα που καθηλωνε. Του ψιθυριζε συγνωμμες στον αερα να φτασουν ως τα ματια του,εκει στο ηλιοβασιλεμα στους κυκλους των χεριων του να του αποδειξει πως η ζωη κυκλους κανει.
Eκεινο το απογευμα    θα συνειδητοποιουσε πως στα ονειρα  της ερχοταν το αγορι και την οδηγουσε μεσα της,  την επαιρνε απο το χερι και την πηγαινε σε ολους εκεινους που περασαν απο την ζωη της,φιλους γνωστους,γονεις και εραστες , εστιαζοντας στα λογια που πληγωσαν τον καθενα ξεχωριστα.
Ετσι  λοιπον καθε  ημερα ξυπνουσε με αναπαντεχες ενοχες ,αναμοχλευοντας αναμνησεις και ψαχνωντας τους ανθρωπους που πληγωσε , χαριζε απλοχερα συγνωμμες  ξεπλυμενες απο δακρυα. Καθε νυχτια αλλωστε η ιδια ιστορια,εκεινος,  η ρετρο μηχανη του και η χωροχρονικη καθαρση.
Εφυγε ενα πρωινο του μαιου,με ενα αχνο χαμογελο στα χειλη , με τα λευκα της μαλλια λυτα να ερωτοτροπουν με τα συννεφα , χιλιαδες χερια την αποχαιρετουσαν ,ολοι ηταν εκει εστελναν μαγιατικα φιλια με δακρυα στα ματια..
Εφυγε στον υπνο της, σε ενα ραντεβου με το αγορι ,ηταν η ωρα να ζησουν οσα δεν καταφεραν επιγεια.
Υ.Γ
Καποτε συναντησα δυο ροζ φλαμενκο που σχηματιζαν μια καρδια, ειμαι σχεδον σιγουρη πως ηταν εκεινη με το αγορι..





Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Γευση φραουλα.







    Περιμενε εκει τρια τεταρτα, μασωντας μηχανικα την τσιχλα της, ενοχλητικα θορυβωδες ,γευση φραουλα.
Το πακετο στα χερια της εκανε κυκλους γυρω απο τα δαχτυλα και οι λεξεις σκορπιζονταν στον αερα, μεγαλη απολαυση που διαρκει...
Την πρωτη φορα που δοκιμασε αυτο το ευπλαστο υλικο ,το στομα της ενθουσιαστηκε τοσο που αρνηθηκε τις λεξεις και ορκιστηκε αιωνια αγαπη στο ονομα της.
Μιλουσε λιγο και ας ενιωθε πολυ, μασουσε πολυ κι ας μην "μασαγε" απο προβληματα και συμφορες.
Συμφορες πολλες.
Ερωτευτηκε παραφορα την σιωπη του, οικεια βλεπεις η αποσταση τον εκανε να μοιαζει προσιτο, τον ειχε δει πολλες φορες στο φερι μποατ να περιμενει στωικα την γεφυρα να αραδιασει δεκαδες αμαξια στους απληστους δρομους που δεν οδηγουσαν πουθενα.
Κρατουσε παντα ενα βιβλιο στα χερια του και ετσι καθε φορα εστριβε την φουσκα μαζι με το προσωπο της να διακρινει τον τιτλο ,
ΦΩΝΕΣ του αντονιο πορτσια , γελασε και πλησιασε κοντα του, διπλα του στο καταστρωμα με τον αερα να χαλαει τα σχεδια της τσιχλας της, εβγαλε ενα στυλο και σημειωσε στο πακετο της

ΜΗΝ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ.

Αναγνωρισε τον πορτσια στις λεξεις της και χαμογελασε σαν ουρανιο τοξο μετα απο βροχη, το προσωπο του απο τοσο κοντα εμοιαζε βγαλμενο απο παραμυθι, ματια φορτωμενα σπιρταδα και χειλη γεματα απο κερασενιες εγκοπες.
Του προσφερε τσιχλα απλωνοντας το κουτι με τις λεξεις,
-προτιμω την δικη σου ειπε και πλησιασε τα χειλη του στα δικα της , ενωθηκαν  σε εναν τρελο χορο φραουλενιων χυμων ,κατεκτησε την μιση οδηγωντας την στο δικο του στομα.

Δεν ειπαν ποτε πολλα, περισσοτερο με συμφωνια εγχορδων εμοιαζαν κανωντας διαδοχικες κινησεις που για καποιον λογο συμπληρωναν η μια την αλλη, παντα μασωντας τσιχλα γευση φραουλα
..Eζησαν αυτοι σε φραουλενιες πεδιαδες και εμεις καλυτερα?
                         








ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΦΟΒΗΘΩ.




Υπαρχουμε και εμεις οι oνειροπολοι , εμεις οι αορατοι ανθρωποι αναμεσα σε χιλιαδες αλλους  που ζουμε την ευθραυστη καθημερινοτητα πισω απο προστατετικους μανδυες.
Δεν βοηθαει και η εποχη ,ξερεις..
Περιεργο ποσο προσοδοφορο ηταν τo εδαφος να καρπισει ο φοβος βαθυτερα, χτες ακουσα καποιον να λεει πως στο κεντρο κανουν εισβολη καμμια 20 αρια μαυροντυμενοι χρυσαυγουλοι και "ξενοι" και ελληνες τρεχουν να κρυφτουν , καποιοι κομπαζουν και τα παιδια εξοικειωνονται με την μαυριλα.
Δεν το δεχεσαι , ουτε εγω μα υπηρξαν ανθρωποι και μαλιστα πολλοι που εναποθεσαν τις ελπιδες τους που? στο μισος? στον φοβο? πισωγυρισματα και πονος μονο στην θυμηση της χουντας και των παπαδοπουλικων που κατακερματισαν γενεες και γενεες ανθρωπων.
Δεν χωρανε στην χωρα του φωτος τετοιες σκιασεις, δεν χωρανε μιση και χτυπηματα κατω απο την ζωνη σε ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ , καποτε εξαγριωνοσουν για το κυνηγι και εγινες κεφαλοκυνηγος ανθρωπων.
Λες πως δεν θα φευγες ποτε απο την πατριδα, μα ποια πατριδα αναγνωριζεις εσυ?
Νιωθω ξενη πια, την αγαπω την χωρα μου , την χωρα που διαλυθηκε σε χιλιαδες μεταναστες και επιβιωσε, την χωρα που δεν αντεξε την υποδουλωση και εσπασε τα δεσμα με υπερηφανεια και δυναμη, ομως ετουτη εδω την χωρα δεν την αναγνωριζω, τουρκικα ακουγονται απτα σπιτια , τα ιδια σπιτια που περηφανα καρφωνουν σημαια γαλανολευκη, οι ιδιοι ανθρωποι που μισουν τους "ξενους" , αυτοι που δηλητηριαζουν τα παιδια στα σχολεια, που μαχαιρωνουν πισω απο στενα ανθρωπους που προσπαθουν να επιβιωσουν σε εναν ξενο τοπο,
ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΣΧΟΛΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΥΛΙΤΙΖΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΒΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ.
Κολλησα καπου το γνωστο αγαπημενο μου αυτοκολλητο ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΦΟΒΗΘΩ και ειδα βλεμματα συμπονοιας και συμπαθειας, ειδα κατεβασμενα βλεφαρα και ηλιο στην ψυχη, ειδα φοβισμενους ανθρωπους να συμφωνουν βουβα.
Σε αυτο ελπιζω
Να εναντιωθουμε στην μαυριλα, να ξορκισουμε το κακο, να αφησουμε τον ηλιο να εισβαλει μεσα μας.. ξανα..

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Η πολη δεν κοιμαται, ξεχνα το.


Καμμια φορα ο πονος που θυμασαι και θυμαμαι γινετε μενεξελι ,σημαδι απο πληγη , χυνεται μεσα σου σαν δηλητηριο και σε φερνει μπροστα του.
Καμμια φορα ειναι τα απωθημενα  που βρωμουν τσιγαρο και αλκοολ σε γωνιες της πολης που σε αναγνωριζουν ακομα., περπατας βιαστικα και κλεινεις τα ματια να μην φτασει ως το κοκκαλο η θυμηση μα ειναι εκει οι σκιες , φαντασματα του παρελθοντος , κρατιουνται απο κολονες  με κρασι στα χερια χαζογελουν και φιλιουνται στα σκοτεινα, σκιες που σε κυνηγουν ως την ακρη της πολης, σε ολα τα πιθανα και απιθανα μερη , σε ακρογιαλιες και καντινες , σε μικρα καφε και φιλους που  παρατηρουν την σαπουνοπερα, ανικανοι να νιωσουν τον ποθο και τον πονο που προκαλουν ολα τα μοιραια , σαν τα ατυχηματα, αφυλαχτο σε βρισκουν , γυμνο στην ζεστη ασφαλτο.
 
You re all i need  radiohead  και μετουσιωνεσαι σε φρικτο εντομο που χτυπαει μανιασμενα το τζαμι του , κυνηγας το φως και με μια κινηση σε βυθιζει στο σκοταδι , προσπερνα χωρις ενα alarm , ενα χερι καμμια ειδοποιηση, απλα στριβει το τιμονι σαν το μυαλο.
Οι σκιες σακολουθουν στο σπιτι και σε ολα τα δανεικα κρεββατια που μοιραστηκες τσιγαρο και ξημερωματα .
Οι σκιες αγαπουν την μουσικη , οι σκιες χορευουν το τραγουδι μας και μετα χανονται μαζι με το αερακι , εξω απο το ανοιχτο παραθυρο , μεσα μια ανοιχτη καρδια  . Εξω ενα κατακοκκινο μπαλονι που κυνηγαει συννεφα και γλαρους , ενα γενναιο μικρο κοκκινο μπαλονι που  δραπετευει μαζι με την   αναμνηση για να  ελαφρυνει την γη με το δυσβασταχο βαρος απτα στηθη..
Αγαπηθηκαν , αγαπηθηκαν με διαφορετικους τροπους , ο καθενας σαν παιχνιδι κρατουσε στα χερια του τον αλλο και χωρις κανονες και ορια πολεμησαν μεχρι τελους , κανεις νικητης μονο χαμενοι και ανημποροι με εναν αλυτο γριφο , προσπερνουν..
Μα το μυαλο δεν προσπερνα τις θυμησες..
Η πολη δεν κοιμαται..μυθος ειναι, σαν και εσενα..


Ειχες πει δεν θα φυγεις μα χαθηκες,
ειχα πει για παντα
και γελουσες.
Χρωστας ενα μπαλονι.
Κατακοκκινο σαν αιμα.