Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Να

Θυμαμαι τα βηματα σου στα σκαλια.
Το βλεμμα σου στο σκοταδι και τα ποδια  να τυλιγονται στην μεση σου.
Να σε τρομαζουν οι σκιες απτο κλειστο παραθυρο και να σου τραγουδαω. Να συναντιουνται τα ματια μας στην συναυλια και να ξερεις πως παιζουν το τραγουδι μας.
Να γελας με το χτες και να μου υποσχεσαι το αυριο.
Να κλεινεις τα αυτια σου στα θελω μου και να χτυπας με μανια την πορτα πισω σου.
Να σκαρφαλωνω στο καπω του αυτοκινητου σου και να πινω την μπυρα σου, να μου σφιγγεις το χερι στον υπνο σου.
Να λες δεν θα μαγαπας αυριο αλλα εγω να σε αγαπαω για παντα.
Να φευγεις
Να γυριζεις
Να μην μπορω
Να μην μπορεις
Να χανομαστε απο ολους αγκαλιασμενοι στην αιωρα μας, να φωτογραφιζεις για μενα ηλιοβασιλεματα,να μου χαριζεις ενα κυμα ,να κλαιω χωρις λογο στα χερια σου.
Να ξερεις τι εθαψα μεσα μου, να ξερω οτι ξερεις.
Να μην μου μιλας για μερες, να φευγω με το ποδηλατο μου μεστην νυχτα.
Να χτυπας τα κουδουνια απτο ξημερωμα και να κυλιομαστε στα πατωματα.
Να σε ταιζω στο στομα και να πειναω μονο για σενα.
Να μην σε χορταινω.
Να μου ζητας κι αλλο και να στερευω.
Να με ξεχνας.
Να με θυμασαι.
Τοσα να ορφανα.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

fool moon

                                                      Πανσεληνος.
ενεργειες και παρενεργειες.
Την τελευταια πανσεληνο που θυμοταν την χαζευε απτα κεραμιδια του σπιτιου της, ανεβηκε να ψαξει τον ονειροπολο γατο της που συνομιλουσε με αλλους αστρογατους και φλερταρε τα αστερια και την θαμπωσε  το φως του φεγγαριου, ολογιομο,βουβο και μονο μεσα στην χαοτικη μαυρη αγκαλια του ουρανου σαν να χε κατι να πει και σταθηκε εκει ψηλα να βλεπουν ολοι.
Εβλεπαν ολοι?
Βλεπαμε το ιδιο φεγγαρι αναρωτιοταν ? Καθισμενη στα κεραμιδια ,ζωντας επικινδυνα τουλαχιστον στην φαντασια της ,θυμηθηκε τις σκεψεις που ολη μερα χοροπησουσαν στο τρααμπολινο του εγκεφαλου τις προκαλωντας της ημικρανικες σουβλιες σαν μετασεισμους συνειδησης.
Τα ειχε κανει ολα σωστα ,εγραψε,εφαγε πηγε στην τραπεζα και μιλησε με την Χ για τον ερωτα της ζωης της που την ξεκουφαινε ουρλιαζοντας ,μα εκεινη φορωντας ακουστικα αρνιοταν πεισματικα να τον αναγνωρισει ,ηταν τοσο κοντα της που οταν της το ανεφερε εκεινη η Χ αρχισε να γελαει νευρικα μεχρι που ξεσπασε σε κλαμματα.
Τα γνωριζε αυτα τα γελια που κατεληγαν σε δακρυα, της συστηθηκαν για πρωτη φορα σε μια κηδεια που κρυμμενη πισω απο εναν παγκο γελουσε λες με την ψυχη της ,λιγο πριν θαψει για παντα μεσα της καθε ιχνος γελιου.
Εναν ολοκληρο χρονο πενθησε, εναν ολοκληρο χρονο δεν βρηκε ουτε εναν τοσο δα μικρο λογο για να γελασει η εστω να χαμογελασει.
Με αυτη την σκεψη χαμογελασε στο φεγγαρι εκεινο το βραδυ και στους χιλιαδες λογους που ειχε να χαμογελαει..
Ο αστρογατος θα πλησιαζε τυλιγοντας την μακρια μαυρη του ουρα στο ποδι της και ετσι καθισμενοι διπλα διπλα θα ονειρευονταν μαζι αστρα και διαστημικες γατοτροφες, γελια κομητων και φεγγαρια που βγαζουν λογους φορωντας για γραβατα κοριτσια που κανουν κουνια στο φως τους..
Πανσεληνος
ενεργειες και παρενεργειες.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Eπρεπε να ξεχασει.
Και να ξεχαστει επισης.
Του ειχε πει ελευθερωσε με και εκεινος ανοιξε τα χερια ..
Πεταξε μακρια μεχρι το επομενο ξημερωμα ,ειχε κιολας νοτισει απτο αερακι.
Αυτη την φορα σχεδον τα ειχε καταφερει, αποζητας την λευτερια μα ποσο θαρρος χρειαζεται κανεις για να σπασει τα δεσμα του ,δεν υπολογιζει κανεις.
Ερημα βραδια.
Ορφανες μερες.
Τοσα λαθη, τοσα παθη εκαναν μονοζυγο στην ζυγαρια της καρδιας της.
Παντα ευαλωτη και αυθορμητη δεν ξεμενε απο καυσιμα η ψυχη, την οδηγουσε στα πιο αγονα μερη.
Επειτα συναντησε τον χειμωνα και βρηκε απαγκιο στο γκριζο του ουρανου ,παρηγορια οι εποχες καθρεφτιζουν τα μεσα σου, παντα χειμωνα την εβρισκε η μοναξια.
Μεγαλοπνοα ονειρα και φιλοι μια χρησεως την βοηθησαν να κατεβαινει δυο δυο τα σκαλια του χειμωνα και να πηδαει με τα μουτρα στην ανοιξη.
Φριχτη η χαρα που αποπνεει η φυση την ανοιξη αν εισαι μονος, τοση ομορφια που δεν μπορεις να δεις μιας και το υιοθετημενο σου συννεφακι πανω απτο κεφαλι βρεχει αναμνησεις .
 Και καπως ετσι δειλα δειλα να σου και το καλοκαιρακι ,
ο ηλιος απειλητικα δυνατος σαν τα χερια του και η θαλασσα ,αχ η θαλασσα της θυμιζε τα φιλια του τα μακροσυρτα που θυελλες ξυπνουσαν μεσα της και επνιγαν καθε δευτερη σκεψη.
Κολυμπουσε και ξεβγαζε τον πονο μεσα της , ειχε το ιδιωμα η θαλασσα να την ξελογιαζει και να χτιζει μεσα της παραμυθια και καστρα.
Βρηκε απαντησεις για εκεινη, για εκεινον εκεινο το καλοκαιρι.
Ενα ναυαγιο.
ναι,ναυαγιο.
Απο μακρια να γυαλιζει ,να θελεις μεσα του να ανακαλυψεις θυσαυρους μα να μην φτανεις στα αδυτα, να τελειωνει η ανασα μεχρι την επομενη προσπαθεια,
καθε φορα μια καινουργια βουτια.
ολο και πιο βαθεια
Κερδιζεις η χανεις η

πνιγεσαι..




Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Το παρτυ

Δεν θα γινοταν σαν εκεινους.

ειχε περιθωρια η απλα την εβαλαν στο περιθωριο?
Μεταξυ μας, δεν ειχε, ουτε περιθωρια ,ουτε ορια, μονο ακρα και γκρεμους, τεντωμενα σχοινια και πτωσεις.
Ειναι τοτε που ολα τα μη και οι αποτυχημενες προσπαθειες να βρεις κωδικα επικοινωνιας με τους γεννητορες σου αλλα και το υπολοιπο συμπαν  , κανουν gathering στο κεφαλι σου, πινοντας λιτρα αλκοολ αναμεμειγμενο με λαθους ανθρωπους την σωστη στιγμη.
Παρτυ, για παρτη τους.
Σε λιστα με εκλεπτυσμενο dress code ολοι εκεινοι που απολαμβανεις να υποκρινεσαι πως ξεχασες και δωρα οπως παρατραβηγμενες κουβεντες και υποκρισια,εγωισμοι και σιχτιρισματα, ολα εδω.
aphex twin και who's your daddy σε φρικαρει το θεαμα, το ακουσμα και κυριως το ενσταντανε της παιδικης σου ηλικιας  σε γιγαντοοθονη.

-γυαλιζει το ματι σου,τι σκεφτοσουν?
 -ημουν καλεσμενη σε παρτυ λεει..
-μαλακιες, ανεβα στην μηχανη
-βρηκα stuff φυγαμε..


Ανοιγε τα χερια  κι ας ετρεχε ετη φωτος , εκλεινε τα ματια.
Παντα εκλεινε τα ματια σε καθετι που την ευχαριστουσε.
Φοβοταν
παραξενο αλλα ο φοβος την ειχε εξημερωσει,
ασελγουσε πανω της με καθε ευκαιρια,ο φοβος κι υστερα τρεμουλο,ιδρωμενες παλαμες και κλειστα ματια.
Διαλογισμος της ελεγε η Μ. διαολισμος την επιανε εκεινη με τις συμβουλες των φιλων.
Μπορουσες να δεις ολη την αθηνα απο εκει ψηλα, κατεβηκαν απτην μηχανη
και καθησαν στο παγκακι,\
ρουφηξια και θολωμα
αστρα και παρτυ στο πισω μερος του μυαλου.
μαλακιες ..θα ψιθυριζε, τελικα οσο κι αν φευγεις μακρια ολο και πιο κοντα σου γινεται το παρτυ..
μαλακιες...

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Για ολα εκεινα που χασαμε  σε ενα ατερμονο ταξιδι, σε μια κουπα αχνιστου καφε , αναμεσα σε χαμογελα και δακρυα, αγρυπνες νυχτες και ατελειωτες καταμετρησεις αστεριων.
Και αλλα μικρα ταξιδια με βαλιτσες στο πορτ παγκαζ και ονειρα στοιβαγμενα στο πισω καθισμα, με ανοιχτα παραθυρα και τσιγαρο, μουσικη και φωνες που ενωθηκαν στο σκοταδι.
Μερες που ντυθηκαν νυχτες με κιθαρες και φωτιες στην παραλια ,φωτιες στα ματια και στην καρδια, φιλοι που μοιραστηκαν ωμους, φοβους και χαρες ,φιλοι που χαθηκαν για παντα και φιλοι που μεταναστευσαν μεσα μας, φιλοι που εφυγαν μακρια και  στελνουν βροχινα φιλια απο αλλοτινες πατριδες.
Φοβηθηκαμε , τρεξαμε σε πορειες ,αγκαλιαστηκαμε στα σκοταδια ,πονεσαμε και σηκωθηκαμε καποιοι κλειστηκαν στην απομονωση του εαυτου τους και καποιοι αλλοι ουρλιαξαν με τις πραξεις τους και μας ξυπνησαν ολους,
μοιραστηκαμε.
Τα μοιραστηκαμε ολα.
Συναισθηματα και μπυρες,δεν εχω εγω ,εχεις εσυ και ετσι ζεσταθηκαμε στην παγωμενη αυτη εποχη αγκαλιαζοντας ο ενας τον αλλο.
Ερωτευτηκαμε, ξεχαστηκαμε λιωσαμε σαν παγωτα στα στοματα αλλων.
Καινουργιοι φιλοι πισω απο οθονες, φιλοι που δεν ανταμωσαμε ακομα .
 Ταξιδια που ονειρευομαστε ακομα και αν δεν τα καταφερουμε.
Χερια ,χερια χερια που συνθετουν μια τεραστια αγκαλια που σε κανει να ελπιζεις.
Ανθρωποι που νοσησαν και μαχονται με δυναμη τιτανων που σε κανει να χαμογελας .
Λεξεις δυνατες που σε κανουν μεσα σου να χτιζεις οχυρα.
Σημερα εχει ηλιο,
σημερα ελπιζω,
σημερα ζω,
σημερα ,αυριο για παντα 

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Βρεχει θυμησες.

Χαλασμος.
Μεσα της κυριως αλλα και εξω απτο παραθυρο ,τα δακρυα συναγωνιζονταν την βροχη, το ανοιξε να ενωθουν οι λυγμοι του ουρανου με αυτους τους δικους της.
Γκριζο.
Οι ανθρωποι εκει εξω τρεχουν σαν κουκιδες που συνθετουν αστρικο χαρτη ,να γλιτωσουν μια πτωση.
Μουσωνες που μπαινοβγαινουν στην ζωη μας και την μουσκευουν κρατωντας ομπρελες συναισθηματικης ασφαλειας και αφηνοντας μας απεξω, πονεσε η καρδια απτην υγρασια.
Ετσι και εκεινη καθε που εβρεχε δεν ηξερε το γιατι μα τα ματια πλυμμηριζαν τις σκεψεις δακρυα, ειχε γραντζουνισει δυο θυμησες  και ματωναν σε καθε κινηση..
Αποζητουσε το καλοκαιρι και την αμμο ζεστη στις γυμνες πατουσες, οσο και αν πονας το καλοκαιρι ειναι ξελογιαστρα εποχη και η θαλασσα μονο ξερει να αγκαλιαζει..
Ηθελε να μην σκεφτεται να παγωσει τον χρονο μα η εικονα εξω απτο παραθυρο ,ειρωνικη και σκληρη την επανεφερε στην ταξη, ενας σκυλος κατω απτο υποστεγο και ενα μωρο που με τα χερια σφιχτα κρατουσε την μητερα αλυσοδεμενη στην γη.
Χιλιαδες μικρες σταγονες και δαχτυλα που εφτιαχναν καρδιες σε τζαμια αγνωστων και εκεινη μοναχη.
Μονη, αναμεσα σε πολλους.
ΜΟΝΗ.
Θυμηθηκε την δικη της μητερα ,την μητερα που δεν καταφερε να αλυσοδεσει γιατι τα χερια της βλεπεις παντα αβουλα και ξενα στο σωμα της,δεν υπακουσαν σχεδον ποτε στην λογικη, μητε στο συναισθημα.
Η μητερα και τα χερια.
Χωρις αγκαλιες μεγαλωνουν τα παιδια? η ειναι ενα ειδος ψυχολογικης στερησης που τα καταστουν κατα καποιο τροπο με ειδικες αναγκες?
Την ειχε βαλει τιμωρια εκεινη την μερα που χορευε στην βροχη, την αφησε εκει εξω για ωρες ,μονη.
Τιμωρια.
Ετσι απο μικρη τιμωρουσε τον εαυτο της βαζοντας τον να κοιταζει τον μωβ ουρανο για ωρες ,
και τα ματια να πλυμμηριζουν δρομους και κοσμους,
μια θυμηση.
Τι σου ειναι το μυαλο...





Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

κι αναρωτιεμαι οι προσευχες μου που πανε κι αν εχουν γινει πουλια προς τα που πετανε..






Ηταν μια μερα διαφορετικη απο ολες τις αλλες, ξυπνησε απο ονειρο ,λεει αστερια εσβηναν στον αφρο της θαλασσας και πουλια βουτουσαν και τα επαιρναν τα αστερια-ευχες και τα τοποθετουσαν σε μαξιλαρια ονειρευτων..
Σηκωθηκε και ανοιξε το ραδιο, εφτιαξε καφε και αναψε το πρωτο τσιγαρο, ενιωθε ελαφρυς σαν να ειχαν παρει απο πανω του ολα τα βαρη του κοσμου,την εφερε στο μυαλο του, εκεινη και τα δυο της λακακια στα μαγουλα που εμοιαζαν πηγες που επιναν νερο αγγελοι και ανταπεδιδαν χαριζοντας της το ομορφοτερο χαμογελο του κοσμου ολου.
Θα την συναντουσε στην παραλια ,θα την παρατηρουσε εκει χαμενη στις σκεψεις της να διαβαζει και τα μαλλια της να παλευουν με τους ανεμους,χαιδευοντας το λεπτο της προσωπο.
Δεν της ειχε μιλησει,δεν ειχε βρει τον τροπο ωστε να μην φανει σαν μια ενοχλητικη συμπτωση που καθε πρωι επεφτε μπροστα της.
Γιατι επεφτε.
Ολο και πιο οικεια του γινοταν η μορφη της, η εικονα της στοιχειωνε τα ονειρα του.
Ντυθηκε και ξεκινησε το καθημερινο του τρεξινο με προορισμο την παραλια της, την παραλια που την πρωτοσυναντησε.
Ο ερωτας συχναζει στα ιδια μερη,συμπτωματικος και απροσκλητος συνταραζει την ρουτινα και την αποκαρδιωνει με ενα βλεμμα,τυχαιο.
Ηταν εκει.
Χωμενη στο πλεκτο της κασκολ ,με το βιβλιο στα χερια,μονη.
Καθησε κοντα της,την κοιταζε σαν να την γνωριζε χρονια,μια φορα τον ειχε κοιταξει βιαστικα και με ενα της χαμογελο τον προσπερασε και χαθηκε.
Οχι αυτη την φορα.
Τον πλησιασε
-πιστευετε στα ονειρα?
εκεινος: οταν σας κοιταζω,ναι (εγινε κατακοκκινος σαν δειλινο)
Νατοι παλι οι αγγελοι να πινουν νερο στο ονομα της και το πιο ομορφο χαμογελο σαν πυροτεχνημα μπροστα του.
- σας εχω ξαναδει εδω νομιζω..
εκεινος : ναι , ερχομαι συχνα,τρεχω εδω με ηρεμει η θαλασσα...
- ειδα ενα παραξενο ονειρο σημερα , που με παρακινουσε να ερθω στην παραλια, θα μου ειχαν αφησει λεει τα διαβαταρικα πουλια μια ευχη , να εκει κατω απο το μεγαλο δεντρο,τι παραξενο!! εκει δεν καθεστε παντα ? τον ρωτησε εκεινη..



Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

butterfly



Ολοι το νιωθαμε.
Κανεις δεν μιλουσε για αυτο.
Ετσι περιφεροταν στον κοσμο με δυο φτερα καρφωμενα στην πλατη, καποιες φορες ,οταν χαιροταν μπορουσες να τα δεις να παλλονται,
μα οταν ηταν λυπημενη , μπορουσες μεσα τους να ξεχωρισεις τους ραγισμενους νευρωνες, να ματωνουν το διαφανο περιβλημα τους.
Κανεις δεν μιλουσε,
κανεις δεν ρωτουσε.
Για ολους ηταν ξεχωριστα διαφορετικη και ευθραυστη. ειχε εναν τροπο να κερδιζει το συμπαν με το γελιο της, αλλοτε η κραυγη της εσπαζε τον γυαλινο αυτο κοσμο.
Την αγαπουσα, την αγαπουσα βαθεια.
Ηθελα να την αγκαλιασω και να την κρυψω απο ολου του κοσμου τα δεινα, να περιποιηθω τα φτερα της και να πεταξω μαζι της πανω απο το υψος του μεγαλειωδους εαυτου της.
Ηθελα να ακουω το γελιο της.
Εκανε τον μικροκοσμο μου να μοιαζει με ψεμμα,
ενα ψεμμα αληθινο,
μια αληθεια ψευτικη.
Θα εφευγε,το ενιωσα μεσα μου.
Δεν ηθελα να την χασω,δεν ηθελα να την αφησω να φτερουγισει,
ομως ο ερωτας,
παλι απο την αρχη καμπια,
θα μεταμορφωθει σε πεταλουδα ,θα καθισει παλι στο στηθος 
μεχρι να γεννησει μεσα μας την αγαπη..
Φροντισε την πεταλουδα σου κι οταν ερθει η ωρα της να φυγει, μην λυπηθεις 
μια νιοβγαλτη αγαπη θα ναι εκει να σου θυμιζει..

ελενα καρανικολου (missy merida)

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

c'est la vie

i was a heavy heart to carry.





Κολλουσε επανω του,
ειχε ολοκληρη μετατραπει σε μια κοπια του,
ανοιγοκλεινε τα ματια σαν εκεινον,
μιλουσε με τις λεξεις του,
φορουσε το μακω Xtra large μπλουζακι του ,επλεε σε πελαγη ευτυχιας,μεσα του.
πεινουσε με την πεινα του
και διψουσε για την απολυτη αφοσιωση του.
Τους κοιταζα πισω απτο θολο τζαμι,αμιλητους για ωρα.
Εκεινη προσποιουταν την ευτυχισμενη με ενα καλπικο χαμογελο κολλημενο στραβα στο προσωπο της, εκεινος σκια του εαυτου του.
Εφαγαν βιαστικα, εκεινη εχωνε συχνα το πηρουνι στο πιατο του,
πληρωσαν και χαθηκαν στην πειραιως, δυο τοσο οικειοι "ξενοι".
Πηρα το λεωφορειο εκεινο το απογευμα, μαζι μου και την σκεψη της  κοπελας,
αναρωτιεμαι ποσο μονη να ενιωθε ,στο μονοπρακτο της σχεσης της.
Η μηπως το να εισαι ερωτευμενος σημαινει αυτοματα πως χανεις και το φως σου?
Το κρατησα μαζι μου για μερες και νυχτες ,το κοριτσι εκεινο,ισως γιατι στα ματια της με αναγνωρισα καποτε ,
την εντυσα με καινουργια ρουχα ,της αλλαξα τα μαλλια, μα η καρδια δεν αλλαζε με τιποτα.
Υστερα την κατεστρεψα,οπως εκανα καποτε με την πλαστικοποιημενη κουκλα των παιδικων μου χρονων.
Ο καθενας αγαπαει μεχρι εκει που αντεχει.
Μπορει για κεινη να μαι κι εγω το κοριτσι πισω απτο θολο τζαμι, που δεν ζει, μοναχα παρατηρει.
Ισως μια μερα να μπουν ολα στην θεση τους.


το μαγεμενο δασος

Ολη της την ζωη εψαχνε πληροφοριες για το μαγεμενο δασος.
Ειχε φτιαξει εναν υποτυπωδη χαρτη , ενα πατσγουορκ απο αποκομματα εφημεριδας, παραμυθιων και αφηγησεις της γιαγιας ,που κατεγραφε με ενα μολυβι κρυμμενη κατω απτο μεγαλο τραπεζι της κουζινας, ζαλισμενη απτην επηρεια της κανελας και του γαρυφαλλου στο χωρο.
Κρατησε σαν φυλαχτο το λευκωμα ακομα και οταν μεγαλωσε (μεγαλωσε?).

2007.
Με εναν μαγικο τροπο η κοιλια της φουσκωνει σταδιακα κι ομως παναλαφρη αιωρειται στο τεραστιο συννεφακι της για εννια μηνες, ηταν τοτε που ενα πρωινο το συννεφακι την οδηγησε
σε ενα μαγικο μερος
γεματο πρασινα τοπια και δεντρα που ποτε πριν δεν ειχε ξαναδει.
Οταν λεω πρασινο ,εννοω οχι το πρασινο που εχεις δει, ενα πρασινο που ανθρωπινα ματια δεν αντικρυσαν ποτε και εναν ουρανο κρυμμενο πισω απο φυλλωσιες ,ταπεινο.
Και εναν ηλιο ανακατεμενο με κιτρινο και μωβ.
Τα δεντρα σχηματιζαν ανθρωπινα σωματα και απτα κλαδια τους κρεμονταν νεραιδες.
Για καρπους ειχαν ζαχαρωτα και καπου καπου, γραμματα που αν κοιταζες καλυτερα θα εβλεπες πως εφτιαχναν λεξεις η προτασεις οπως :
-τωρα μπορεις να δεις
-αγαπη
-χαμογελα
-ονειρα
-ευχες
και πολλες αλλες λεξεις ,γνωριμες μα τωρα σαν ταμπελες νεον, αναβοσβηναν μεσα της,ελαμπε ολοκληρη.
Ειχε ανακαλυψει το μαγεμενο δασος.
Μονοκεροι ολων των χρωματων ,με πεταλουδες για ματια που κυνηγουσαν ουρανια τοξα και επιναν
χυμο κερασι που αναβλυζε απο πανυψυλα σοκολατενια βουνα.
Φυσουσε νανουρισματα και εβρεχε χρυσοσκονη.
Στην μεση του μαγικου δασους υπηρχε μια αιωρα απο αγουρες φραουλες ,που σαν ξαπλωσε επανω τους κοκκινησαν απο ντροπη, αφου κοιμηθηκε για λιγο με ματια γεματα δακρυα απο συγκινηση
ηξερε πως ειχε ερθει η ωρα.
Διχοτομηση.
Ενας μικροσκοπικος πριγκηπας ,με ηλιους για βλεφαρα και δερμα απο νιοβγαλτα φτερα πεταλουδων,ευθραστο και με μια μυρωδια βανιλιας την κοιταζε ,σαν να την γνωριζε απο παντα.
Ειχαν αραγε τα χερια ποτε πριν αγκαλιασει?
Τα ματια ειχαν δει?
Η καρδια ειχε αγαπησει ποτε πριν?
Τοσες πολλες αποριες που για μια στιγμη σκεφτηκε πως δεν ζουσε πριν τον κρατησει στα χερια της, πως γεννηθηκε μαζι του κι εκεινη και το μαγεμενο δασος.
Το βρεφος εγινε μωρο και το μωρο μπομπιρας και ο μπομπιρας ,αντρακι, μεγαλωνε και μαζι του μεγαλωναν τα δεντρα,  ,οι μονοκεροι , εκεινη και η αγαπη..
Δεν καταφεραν ποτε να φυγουν απτο μαγεμενο δασος, μαθαινω πως ζουν ακομα εκει
κι αν θελησεις ποτε να τους δεις
ανοιξε τα χερια και την καρδια σου
και αφησε το μαγεμενο δασος να φανερωθει μπροστα σου..


11/7/7 η μερα που τα ματια ειδαν,
           η μερα που η ψυχη μου φορεσε ενα προσωπο και βγηκε στον κοσμο..
           για τον blucky , σαγαπω


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Καποτε θα καταλαβεις.

Γυμνοι μοιραζονται ενα τσιγαρο,αμιλητοι και αμειλικτοι.
Απο εκεινο το διαμερισμα μπορουσες να συνομιλησεις με το ουρανιο τοξο,μονο ουρανος,πουθενα κουρτινες.
Σαν και εκεινη.
Δεν ειχε σκοπο να αγαπησει,της το ειχε μυνησει αυτο, με λογια μοναχα γιατι οι πραξεις του ηταν σαν να ειχαν κυρηξει πολεμο με τις βαρυγδουπες δηλωσεις του.
Οταν την πηγε στην παραλια ,της στολισε τις μπουκλες με φυκια και στο λαιμο της κρεμασε κοχυλια, εκει ηταν για πρωτη φορα που την φωτογραφισε.
Ξυπολητη ,γυμνη ,παραδομενη.
Ορκιστηκε πως δεν θα την εβλεπε ξανα.
Δυο μηνες μετα φορουσε ζακετα και στο σπιτι κρεμασε ολογυρα κουρτινες.
Την συναντησε στο δρομο μα δεν της μιλησε.
Μια δυο φορες ακουσε την φωνη της απτο θυρεοτηλεφωνο, κρυμμενος.
Σαμ μικρο παιδι που χτυπαει τα κουδουνια και φευγει.
Σαν μικρο παιδι.
Παιδι.
Περασε σχεδον ενας χρονος, οταν αποφασισε να εμφανισει τις φωτογραφιες του καλοκαιριου.
Σιφνος.
Αναφη.
Ηταν και ενας φακελος χωρις ονομα η προορισμο,ενας φακελος γεματος φυκια,κοχυλια και αλμυρα φιλια.
Θυμηθηκε τα ματια της
Το βημα της
Το αγγιγμα
Τις νυχτες
Το τρεμουλο
Το παρεο του στα γυμνα της στηθη.
Χειμωνας.
Κλεφτη ματια πισω απτο τζαμι.
Κρυο.
Εκλεινε τα ματια και βρισκοταν εκει,
Στο φοιτητικο του δωματιο
Επανω στο στρωμα στο πατωμα
Φορωντας την μπλουζα του
Αμιλητοι,αμειλικτοι.
Δεν προλαβε να χορτασει.
Ενα φθινοπωρο αργοτερα θα εφευγε απο την πολη.
Τιποτα δεν την βαραινε πιο πολυ απτο κοχυλι στην τσεπη.
Μια φωτογραφια στο ηλεκτρονικο ταχυδρομειο και πολλα τσιγαρα αργοτερα θα την εκαναν να θυμηθει ποια ηταν.
Αυτη που δεν ειναι σημερα.
Εκλαψε σαν μικρο παιδι
Μικρο παιδι.
Παιδι.

Αγαπησου

Με ρωτουσε μανιασμενα, μερα νυχτα για τις παρενεργειες του ερωτα,
Ηθελε απεγνωσμενα να μεγαλωσει, ηθελε απεγνωσμενα να πονεσει και να ενωσει τα δακρυα του με την βροχη, χορευοντας, παραδομενος στην "αρρωστια " του.
Ετσι το εβλεπε, σαν ιωση, κατι που εμεις οι "μεγαλοι" κολλουσαμε ο ενας στον αλλον , μαστιγα ο ερωτας.
Υπογραμμισμενα κειμενα και ποιηματα με μαυρο στυλο, τραγουδια που δεν ειχαν νοημα ,ελεγε αν δεν ερωτευτεις, η ζωη του χωρις ουσια.
-Πεσμου τι νιωθει ο ερωτευμενος?
Την πρωτη φορα που συναντηθηκαν τα βλεμματα τους, μεσα της εγινε ενας αστρικος πολεμος, κομητες εκτοξευθηκαν στην αριστερη πλευρα του κορμιου της και παρελυσε, στιγμιαια.
Οταν της μιλησε χιλιαδες σειρηνες την προσυλητισαν ,την εξορισαν μια για παντα στα αδυτα του κορμιου του.
Ενωθηκαν τα χειλια και χιλια πυροτεχνηματα πλυμμηρισαν τον ουρανο, ελαφρυ σηκωμα ποδιου και χερι χερι περπατησαν τον ερωτα τους ,σοκακι -σοκακι, λιμανια και σε σταθμους τραινων.
Ταξιδεψαν ο ενας μεσα στον αλλο, ριχνοντας αγκυρα στην πραγματικοτητα και ζωντας κατι το εντελως εξωπραγματικο, αφεθηκαν στο πανυγηρι του ερωτα.
Μεθυσμενοι απο την δινη , σκονταψαν στον χρονο.
Τον χρονο που ολα τα σμιλευει σαν το κυμα τον βραχο.
Αδιστακτος τους τα πηρε ολα και τα αντικατεστησε με ημιμετρα συναισθηματα
Σιωπη και απομακρυνση, τυπικα φιλια και καληνυχτες
πλατες γυρισμενες στο ονειρο.
Και ηρθε ο πονος και η στερηση, η απωλεια και τελος η ληθη.
Εκεινη δεν τον συναντησε ξανα μα κρατησε σαν φυλαχτο ,τα πυροτεχνηματα ,τις σειρηνες και τους κομητες ,ολα μεσα στα ματια της.
Γιατι οταν εχεις δει τον ερωτα, τον εχεις φορεσει και σαν δευτερη επιδερμιδα.
Οταν το νιωσεις λοιπον μικρε μου μην βιαστεις,
καθε στιγμη να υμνεις τον ερωτα, μην χαθεις μεσα σε λογισμους και δευτερες σκεψεις
Πολεμησε τον χρονο.
Αγαπα δυνατα.
Αγαπα καθε μερα σαν να ταν η τελευταια.

Αγαπα διχως αυριο.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Σχεδον.

Σχεδον τους αγγιζε.
Σχεδον την εβλεπαν και της μιλουσαν, η μαλλον παραμιλουσαν.
Υποκρινοταν πως περπαταει στις μυτες , σιωπηλα μην ταραξει την συμφορηση στο μυαλο τους.
Στροβιλιζοταν, ουρλιαζε και πεταγε πραγματα σαν μικρο κακομαθημενο παιδι, κανεις δεν αντιδρουσε.
Μπαινοβγαινε στις ζωες των αλλων ανενοχλητη, καθε φορα νεος ρολος.
Ειχε φερει μαζι της εξι μικρους πλανητες , εξι ,οχι επτα.
Ο ενας επεσε απτα χερια της και καρφωθηκε σε ενα αστερι. Με ανεση σαλτιμπαγκου,  πετουσε  τους πλανητες στον αερα εναλασοντας τους .
Ενα ζευγαρι ματια καρφωμενα πανω της, κουνησε το κεφαλι της απορημενη, ανοιξε το τεραστιο στομα της αποχαυνωμενη.
Μονο ματια, χωρις σαρκα.
Κοντοσταθηκαν ,απλωσε εκεινη τα χερια να αγγιξει τα ορφανα ματια απο σωμα, μα τιποτε!
Τα ματια βουρκωσαν, φουσκωσαν δακρυα και σαν καταιγιδα ξεσπασαν.
Εκεινη αρχισε να ουρλιαζει, να εκτοξευει τους πλανητες και να στροβιλιζεται γυρω απτα ματια.
Ηταν τοτε που τα ματια, μη εχοντας δει κατι πιο ομορφο απτην διαφορετικοτητα της, την εντονη προσωπικοτητα της, τους αστραφτερους πλανητες
απεκτησε ως δια μαγειας σωμα, σαρκα και οστα.
Το κοριτσι επεσε στην αγκαλια του χωρις δευτερη σκεψη.
Καποιος ειπε πως εξαυλωθηκαν στο πληθος..πως σε ενα αστερι κατοικουν, εκεινοι και οι εξι πλανητες τους. 

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Κρατουσε παντα στα χερια ενα τσιγαρο, βαρια μυρωδια στα μαλλια και στις κουρτινες.
Δαχτυλα λεπτα σαν μολυβια και οι γραμμες στην παλαμη εμοιαζαν με κλαιουσα ιτια, διακλαδωσεις περιτεχνων γραμμων που οδηγουσαν στην αγαπημενη της υπερβολη, το τσιγαρο.
Εστεκε εκει στο παραθυρο ,αιωνες θαρρεις.
Μια αναμονη η ζωη της ολη, ειχε πει θα γυρισει μα περασαν χρονια, εστελνε γραμματα και αποξηραμενα φιλια,
να περιμενεις ,εγραφε, με αγαπη.
Και ετσι ολη της η ζωη , εμοιαζε χαρτινη μιας και ταξιδευε μεσα απτα γραπτα του, ειμαι αλεξανδρεια ,τα μπαχαρια ασφυκτιουν στα σοκακια και ποτιζουν το δερμα μου, αγαπημενη..
Αλλοτε στην αφρικη και καποτε στην ισπανια , της εστελνε μαυρα μαργαριταρια και ταμπακο.
Γιατι καπνιζεις την ρωτουσε ο μικρος με τα τεραστια ματια του καρφωμενα ισια στην καρδια, ειναι κακο, θα πεθανεις..
Τον ρωτησε αν πηγε ποτε σε λιμανι η σε σταθμους λεωφορειων ακομα και σε σταθμο τραινων,
κουνησε το κεφαλι γνεφοντας ναι,
-εχεις προσεξει την χαρα στα ματια των ταξιδιωτων? τα δακρυα εκεινων που αφηνουν πισω?
αν παρατηρησεις με ηρεμια θα δεις πως οι περισσοτεροι κρατουν ενα τσιγαρο ,
καπως ετσι ξεκινησα να καπνιζω μικρε μου.
Ηταν η μερα που θα εφευγε εκεινος , ενα εξαμηνο ειπε στα καραβια και θα γυρισω να σε παντρευτω,
καθως το πλοιο απομαρυνοταν με τα διαβαταρικα πουλια , εμεινα εκει να το κοιταζω κουκιδα στον απεραντο πορτοκαλι ουρανο,τσακισμενη μα με ενα ονειρο καρφωμενο στην καρδια.
Με πλησιασε μια κοπελα , δεν θα ταν 19 χρονων με ηλικιωμενα δακρυα στα ματια,στεγνα μα αποτυπωμενα στις γραμμες του προσωπου της και μου προσφερε ενα τσιγαρο.
-παρε ειπε
Απλωσα το χερι και πηρα μια βαθεια ρουφηξια, αυτο ηταν.
Η κοπελα χαθηκε στο δειλινο, ετσι και εγω.
Περασαν 6 μηνες και 6 χρονια, πολλα λιμανια ,γραμματα και δακρυα.
Καπνος ειναι ολα.
Σαν τον ερωτα, σε τυλιγει, σε μουδιαζει, του παραδινεσαι και στο τελος σε νικαει.
Αφηνει σημαδια επανω σου, σε αρρωσταινει μα δεν το κοβεις και αν αποφασισεις να το(ν) αποχωριστεις, στερητικα κα πονος στο κορμι.
Οταν γυρισει εκεινος θα ταξιδεψουμε μαζι, θα κοψω το τσιγαρο και τις βολτες στους σταθμους, θα αλλαξω και κουρτινες.
Αντε κουραστηκα τωρα , διαβασε μου το γραμμα και ανοιξε το παραθυρο, θα καπνισω..




Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

καλειδοσκοπιο



Το καλειδοσκόπιο είναι οπτικό όργανο που συνηθίζεται να χρησιμοποιείται ως παιδικόπαιχνίδι. Πρόκειται για έναν σωλήνα που από τη μία άκρη του τοποθετείται στο μάτι του χρήστη και από την άλλη έχει διαφανές κάλυμμα που επιτρέπει τη διέλευση του φωτός. Στο εσωτερικό, κατά μήκος του σωλήνα βρίσκονται κάτοπτρα, ενώ το διαφανές κάλυμμα στην άκρη του είναι διπλό και στο εσωτερικό του βρίσκονται μικρά κομμάτια από γυαλί. Τα κάτοπτρα αντανακλούν το εισερχόμενο φως με τέτοιο τρόπο ώστε εμφανίζονται συμμετρικές εικόνες από τα μικρά κομμάτια γυαλί. Με την περιστροφή του σωλήνα τα κομματάκια κινούνται και έτσι δημιουργούνται διαφορετικοί σχηματισμοί.


Ανθρωποι καλειδοσκοπια=
εχεις χαθει ποτε σου σε σκοτεινο αδιεξοδο, εκει που η ματια σου δεν μπορεσε να βρει λιγοστο φως να αναπνευσει ?
και αν ναι, θυμασαι που ανθρωποι πυγολαμπιδες πεθαινουν για να φωτισουν για μια στιγμη την εξοδο?
και οταν μαζι τους ζεις 
αν βρεις το θαρρος και την πυγμη μεσα τους να κοιταξεις 
ο αντικατοπτρισμος
θα σε κανει να κλαψεις
τοσο ωστε τα ματια , να ειναι αρκετα καθαρα για να δεις
τα χρωματα 
και τις ενωσεις τους
θα μοιαζουν με παιχνιδι 
μα δεν θα ξερεις τους ορους
και ολο θα χανεις
μεχρι να κερδισεις , εσενα.



Ανθρωποι- λουλουδια

Βαλτωνε εκει μεσα.
Ειχε παρει καποτε μια γλαστρα με μια γαρδενια , λατρευε τις γαρδενιες  το αρωμα τους, την ευαισθητη φυση τους.
Ποσο καιρο να εστεκε εκει ,αιωνες καρφωμενη στην καρεκλα της, αυτη και η γαρδενια της?
καποτε τα λευκα τους πεταλα , μυρωδατα και υπερηφανα , τωρα χιλιαδες χερια την ειχαν αγγιξει εχανε ολο και πιο πολυ την μεταξενια υφη της και το αρωμα, εκεινο το μεθυστικο αρωμα .
Οι ανθρωποι -λουλουδια ερχονται με οδηγιες χρησεως, ομως και εγω οπως και εσυ αγαπησα το μοναδικο μου λουλουδι αποπνικτικα.
Το ποτιζα και το εβγαζα στον ηλιο, το αγγιζα ,του μιλουσα και το νανουριζα, μεχρι και φυλαχτα του κρεμασα.
Φυσουσε και τεντωνε τα κλαδια του απτο σπασμενο παραθυρο ,δεν ηξερα αν επρεπε να το κρατησω η να το ελευθερωσω για παντα..
Εβρεχε και γελουσε δυνατα, ηξερε να τιθασευει την βροχη ,της εδινε σχημα .
Ηθελε να το αγαπω ,μα με μια αγαπη που δεν ηξερα.
Κι οταν επαναστησε  σε συμφωνια με καποιο βορειο ανεμο, εσπασε την γλαστρα του και λιγο πριν ξεψυχησει, με δακρυα στα ματια το πηρα στα χερια και αρχισα να τρεχω στο πιο κοντινο παρκο,
θα το(ν) ελευθερωνα για παντα.


Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Γεια χαρα νταν μαγκες.

Κρυωνα, κρυωνα ως το κοκκαλο και πεινουσα,διαολεμενα πεινουσα,για εσενα.
Δεν εμαθα ποτε πως να χορταινω απτους ανθρωπους που αγαπησα ,ποτε δεν μου ηταν αρκετος ο χωρος και ο χρονος.
Σαν κουρσες σε λουνα παρκ οι στιγμες,εμεναν μαρκες στα χερια που ποτε μου δεν επαιξα.
Μοναχα εδω σε ετουτη την πολη ενιωσα ξανα μερος του παιχνιδιου,ειναι και αυτα τα φωτα απο ψηλα και οι βολτες με το αυτοκινητο, να ενωνουν οι φωνες με την τεντουρα και η αλμυρα στο στομα να ξεβραζει μνημες και να φερνει δακρυα στα ματια.
Τοτε που μεσα στο πληθος ενιωθα ολομοναχη και οταν κοιταξα απτην ξυλινη εξεδρα το ηλιοβασιλεμα συναντησα τα ματια σου.
Μετα μονο ανατολες μου χαριζες και εδυα στην αγκαλια σου.
Για λιγο.
Απο εδω εως εκει ισως για μια στιγμη,μετα αγαπουσες μιαν αλλη.
Και μου στερησες τα ματια σου,τα πρωινα που συγχρονισμενοι ξυπνουσαμε χαραματα πεφτωντας ολο και πιο πολυ ο ενας μεστον αλλο και υστερα ελληνικος καφες και αγκαλια στο μπαλκονι,θυμασαι?
Μετα γραμματα και κλαμματα ,δεν ειμαι για σενα και αλλα τετοια επικηδεια και επικινδυνα.
Γυναικα σταθμος ,ελεγες.
Τους μαγκες τους πατησε το τραινο λεω εγω.
ποση ομορφια να αντεξει αυτος εδω ο κοσμος?

-δεν την αντεχει γιαυτο ειμαστε μακρια και μονοι..

οταν κοιταζουμε τον ιδιο ουρανο ομως, ειναι σαν να αγγιζουμε ο ενας τον αλλον.
ειναι και αυτο κατι, μεσα σε ολο αυτο το τιποτα που ζουμε
και αν με βρηκες και σε βρηκα μεσα σε αυτο το χαος 
δεν μπορω παρα να δακρυζω απο ευγνωμοσυνη.
Σου ειχα πει ειμαι συλλεκτης ηλιοβασιλεματων και μου χαρισες τοσα, απλοχερα 




im so happy cause today i found my friends

για την φιλη που κερδισα σημερα,πολυ αγαπη και πολλες δουμπ (ξερει αυτη) 
αγαπη και μονο.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Να τους πεις.

Πες τους πως δε με συναντησες, σε παρακαλω πες τους πως χαθηκα.
Χαθηκα σε κυκεωνες σκεψεων, εγινα μεταναστρια σε αλλο πλανητη, πηγα να συναντησω εκεινο το αστερι που επεμεναν πως δεν ειναι μωβ.
Γραψε τους, ειναι μωβ.
Πεστους πς ντυθηκα με μια τοπικη φορεσια του πλανητη και χορευω ρυθμικα τις παραδοσεις των αστεριων, ετσι πεστους.
Να μην νοιαζονται , να μην λυπουνται, να μην μιλουν για μενα στις απουσιες μου.
Πεστους δεν ξερω αν θα γυρισω, το κλιμα καλο και η καρδια δεν ποναει απτην υγρασια των δακρυων, μοναχα λαχανιαζει η ψυχη απτα χαχανισματα της ομορφιας γυρω μου. 
Μου λειπουν πεστους, ειδικα τα απογευματα
και τις νυχτες, καποιες απο αυτες.
Να με θυμουνται πεστους και να μου στελνουν ενεργεια, χαμογελα.
Χρωσταω λεξειςσε καποιους , να τα γραψουν πεστους και θα τα στειλω οταν πλουτισω μεσα μου.
Δεν θα ξεχασω , θα τους θυμαμαι πεστους ακομα κι αυτους που απο μαχαιρια ηταν τα χερια τους,
αυτους τους αγαπησα πιο πολυ να τους πεις, φιλιες και ατυχα βραδια, που χαθηκαν για παντα στον χρονο.
Να κανεις και μια βολτα στο λιμανι, το παλιο , ετσι για μενα, σημαδεψε ενα ηλιοβασιλεμα και εγω θα  το καρφωσω στα μαλλια η στο ψυγειο, δεν ξεχναω.
Μια μερα θα συναντηθουμε ολοι
Μεσα μας.


καρανικολου ελενα( missy merida) η (elena blucky)

Βαλς

καφες και τσιγαρο.
Τρεμουν τα χερια της.
Εξω βρεχει, μεσα σεισμος.
Εκεινη την μερα ενιωθε πως μπορουσε να τα βαλει με το συμπαν, φορεσε εναν σκουφο πηρε την ομπρελα και διπλοκλειδωσε την πορτα..και την καρδια της.
Ολοι ελεγαν να το προσπαθησει, να δωσει μια ευκαιρια στον αγνωστο, να εισβαλλει .
Δεν βαφτηκε, ουτε φορεσε το φορεμα που της ειχε προτεινει η Β.
Φορεσε τον εαυτο της και πηγε.
Μικρο καφε, καπου στο κεντρο, μυρωδια καπνου διαχυτη και βλεμματα ταλαιπωρημενα, πως μοιαζει ο κοσμος εκει  εξω με γηροκομειο ελπιδας.
Χαμογελασε ,δεν τον ηξερε μα αναγνωρισε την αμηχανια καποιου που περιμενε μια αγνωστη.
Καθισαν  χωρις να πουν κουβεντα.
Κοιταχτηκαν για ωρα ,ανεκφραστοι και διεισδυτικοι, ενιωθε γυμνη μπροστα του.
Ενιωθε ευαλωτος μπροστα της.
Ξεσπασαν σε δυνατα γελια ταυτοχρονα , ενα βαλς θα διεκοπτε τους συνειρμους τους.
Σηκωνονται και χορευουν εκει στο μικρο καφε.
Καμια λεξη δεν κρεμεται απτα χειλια τους, η μουσικη σταματαει ,ο κοσμος κοιταει.
Πληρωνουν και χανονται στο πληθος, εκεινη στριβει δεξια , εκεινος αριστερα..
Χανονται για παντα.
Καποιος θα επρεπε να επινοησει εκτος απτα τυφλα ραντεβου
και τα βουβα ραντεβου, για εκεινους που κουραστηκαν να μιλουν και να ακουν , για εκεινους που το μονο που ηθελαν ηταν ενα βαλς σε ενα καφε καπου στο κεντρο..
εκστατικος χορος 
κορμια που λικνιζονται στο σκοταδι
μεθυσμενες σκεψεις 
αγγιγματα που θα αφησουν σημαδια
υγρη σιωπη
νοτες 
Στα ματια τηςκρυφτηκε μια φωτια
που καταπατησε καθε οικοπεδο του κορμιου του
και τωρα πουλαει κατω του κοστους
καθε χιλιοστο του
μαυρου τοπιου.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Ναι ρε παιδι μου τι αναρωτιεσαι και εσυ ?? ωχου
Εζησε την ζωουλα του στο γκριζο μοτιβο που περιφεροταν μαζι του ασκοπα
χωρις να καταφερει ποτε να δει περα απτον εαυτουλη του, μισο κιλο ψωμι -κλεινει πορτα κι απεξω ολους τους "ξενους"
Γιατι ολοι ξενοι ηταν , ακομα και  οι ιδιου χρωματος, μεγαλο σταυρο ταχα μου ντε και η χριστοπαναγια αξεσουαρ-σπασουαρ.
Αυτος , αυτοι και τα μυστηρια αναρωτιομουν παντα αν εχουν αχρωματοψια , η αναισθησια η σκετη βλακεια.
Οταν ακουγε ιστοριες για τον παππου του που αναγκαστηκε να φυγει μεταναστης δακρυζε , ειχε γραφτει και στο συλλογο καποια στιγμη, μα τα μπασταρδα που ηρθαν χωρις τους γονεις τους με καποιο σκυλοπνιχτη δεν ειναι το ιδιο, σε ενοχλουν βρε παιδι μου στα φαναρια , στους εφιαλτες σου, στα παγκακια κοιμουνται και πιανουν χωρο , τον δικο σου χωρο.
Και αυτοι οι γκει, γεμισε ο τοπος , φτυνεις στην θεα ενος ζευγαριου αγοριων στο μετρο, ξινιλα που ανεβαινει στα χειλη  και εσυ τρεχεις σε γιατρους χρονια , παλλινδρομηση σου λεει μετα και αναρωτιεσαι τι εφαγες,
εμ εφαγες ολη την προκαταληψη, την κακια, την προπαγανδα των ξεβρωμιστων Χ.Α, τα παλληκαρια οπως τα λες με καμαρι ,με τα αρχαιοελληνικα σωματα και τα μουστακια που με τα στιλετα τους χαραζουν με αιμα την ιστορια αυτου του τοπου.
Σιχαμαρα για τηγν πολη αυτη, τον κοσμο αυτο τον ματαιο, την δουλεια σου καθετι διαφορετικο απο σενα , απτα ηλιθια προτυπα σου, κλεισε την γ*&^%(νη τηλεοραση και βαλε τον εαυτο σου εκει που δεν θα αντεχε ουτε μια ωρα, καποιος μου ελεγε πως οταν δυο ανθρωποι ειναι απεναντι ο ενας βλεπει το 6 και ο αλλος το 9 , αν ομως ερθει ο ενας στην θεση του αλλου θα δουν το ιδιο πραγμα.
Σε καθησαν με το ζορι φιλε μου στο σκαμνακι και τωρα ουτε μισο κιλο ψωμι, ουτε πορτα , μονο γκριζο, ομως το απογευμα εκεινο στα φαναρια το χαμογελο του μικρου κοριτσιου για πρωτη φορα σε αγγιξε και ο ανιψιος σου που εφυγε μεταναστης λεει χαλια τα πραγματα εκει,  δεν τους θελουν τους ελληνες και τα μεροκαματα μικρα, εκει δεν εχει ηλιο.
Ουτε εδω εχει ηλιο για σενα , μεσα σου χειμωνας για παντα.
Αλλα τουλαχιστον εισαι ελληνας  και η ελλαδα ποτε δεν πεθαινει..εσυ πεθανες ομως απτην πεινα..
Και δεν καταφερες ποτε σου να δεις τα χρωματα, λυπαμαι.