Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Ενα λουλουδι με χρυση καρδια.

Δυο κοσμοι αριστα συνδεδεμενοι.
Δυο ματια ,δυο χερια , μια καρδια.
Ηλιοτροπια στα ματια και για χερια ριζες, η καρδια μαντεψε!
Εκεινος την ποτιζε με αγαπη ,της τραγουδουσε και της ειχε δωσει ονομα, την φωναζε χρυσαφενια.
Η χρυσαφενια ζουσε μαζι του απο τοτε που ειχε το ατυχημα, καποιος (δεν θυμοταν ποιος) την ειχε τυλιξει σε ασημοχαρτο και με μια κορδελα κοκκινη σαν αιμα, την ακουμπησε με ευγενεια στο κομοδινο του καταλευκου δωματιου του.
Η χρυσαφενια εστεκε βουβη ,χανοντας λιγο λιγο απτο χρωμα της καθημερινα, σιωπηλη αναμεσα σε θορυβους μηχανηματων, επισκεψεων και ατελειωτης σιωπης.
Εκεινος δεν την αγγιξε παρα μονο οταν εφυγαν μαζι απο εκει μεσα, την πηρε στα χερια του ευλαβικα και της ψιθυρισε το ονομα της, θα σε πουμε χρυσαφενια ειπε και κοιταξε τον ηλιο καταματα.
Τωρα ρουφουσε τον ηλιο καθημερινα και τις βροχερες μερες" μετακομιζε" στο κομοδινο του .
Ειχαν αναπτυξει εναν κωδικα επικοινωνιας μοναδικο, ειχαν υπαρξει και οι δυο "αρρωστοι"και κυριως μονοι, ετσι συντηρουσαν και καλυπταν ο ενας τις αναγκες του αλλου ευλαβικα.
Εκεινος την ποτιζε και της διαβαζε , εκεινη ελαμπε και εσφυζε απο υγεια στα κατακιτρινα μπουμπουκια της, χαριζοντας του μυρωδιες και χαμογελα.
Περασαν χρονια ετσι ομορφα και ηρεμα, μεστην ατερμονη μοναξια τους η σιωπη ειχε πια φωνη, μεγαλωναν και οι δυο ηταν φανερο , εκεινος κοντευε τα 87.
Την μερα που ηρθε το ασθενοφορο το γεροντακι ζητησε απτους τραυματιοφορεις μια χαρη,να παρουν μαζι του την χρυσαφενια.
Παλι μαζι σε ενα κρυο, καταλευκο δωματιο, η χρυσαφενια εχανε παλι απτο χρωμα της και το χωμα της σαν πετρα λες σκλυρηνε, ο ηχος απο ενα τεραστιο μηχανημα ρυθμικος και την επαιρνε μαζι του σε υπνο βαθυ.
Εκεινος δεν ειχε πια τις αισθησεις του ,σταματησε να μιλαει να της διαβαζει και να χαμογελαει,
τα φυλλα της ειχαν γεμισει το κομοδινο και καθε λιγο η νοσοκομα τα μαζευε νευρικα, οταν ο ηχος του μηχανηματος εκανε εναν μονοτονο εκκωφαντικο θορυβο, η γλαστρα της επεσε απτα χερια (αυτοκτονια νομιζω).
Οι δυο τους συναντηθηκαν παλι σε ενα μεγαλο , βαθυ ονειρο σαν ψεμα ομορφο, ειχε λεει σκοταδι και εκεινος δεν ηταν εκει αλλα ηταν εκεινος, το ενιωθε, ακουγε την φωνη του και εμοιαζε σαν μεγαλη αγκαλια, αργησε να καταλαβει πως ζουσε μεσα του..

 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου