Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

(up)αισιο τελος.

Τρεχει ασταματητα ,βρεχει δυσκοιλια.
Θα στριψει στην γωνια ,θα ψωνισει τα απαραιτητα θα στριψει ενα τσιγαρο,θα σημαδεψει μια σκεψη .
Αργοτερα θα φτασει σπιτι θα τον μυρισει παντου αλλα δεν θα ναι εκει, θα μαζεψει λιγο, θα ανοιξει ενα μπουκαλι κρασι ,θα πιει μεχρι να ξερασει μνημες και να αναρωσει γδερνωντας καθε αμυχη ,να τρεξει αιμα ,πολυ αιμα να φυγει το "τρελο",εσενα δεν στο ελεγαν ετσι το αιμα σου οι δικοι σου? Χμ περιεργο, συνεχιζει πεφτει στο κομοδινο,το μικρο δαχτυλακι παιρνει διαστασεις γκοτζιλα και κατεβαινει σε διαμαρτυρια εξω απτο σωμα της για ολες τις γωνιες που συγκρουστηκε.
Θα ξαπλωσει, θα βγαλει τα ρουχα κι ας εχει παγωνια ,την ζεστανε το κρασι, θα προσπαθησει να αυνανιστει ,παλι αυτος, πονος κ καβλα κακος συνδιασμος,ενος λεπτου σιγη για ολους εκεινους τους οργασμους που ειχαν ως επιδορπιο ,δακρυα.
Αποτυχια, θα ανοιξει χαζοκουτι,θα το κλεισει σε 4 ,3 ,2,1
Θα ονειρευτει, θα ονειρευτει βαθεια ,θα βολευτει εκει τοσο που θα κλαψει μεσα στο ονειρο της τοσο που θα πνιγει στα ιδια της τα δακρυα. 

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ισογεια ονειρα

Ισογεια ονειρα, με ρετιρε καρδια και ανεμποδιστη θεα.
Εψαχναν για σπιτι, ενα δωματιο ,ισως δυο.
Καπου να στριμωξουν τα λιγοστα πραγματα και τον χειμαρο συναισθηματων.
Ηταν ερωτευμενοι, η σαρκα εκαιγε.
Κοιμασαι σαν καμπια και στην πλατη φυτρωνουν φτερα τις νυχτες, το δερμα σου μεταξενιο μην μου φυγεις πεταλουδα μου, τις ελεγε και εκεινη πετουσε ολογυρα στο δωματιο, εκτοξευε λεξεις και χυμους να τον χορτασει, να τον πεισει.
Για κοιτα εδω θεα, στο μπαλκονι καποιου διαμερισματος καπου στο κεντρο, ελεγε και εννουσε τα χερια της στο περβαζι και την ματια της που εμοιαζαν να οδηγουν  τα συννεφα.
Δεν κατεληγαν , μοναχα προβαραν το καθε ακινητο με τον αεικινητο ερωτα τους , οι τοιχοι βλεπεις , οι τοιχοι την βαραιναν το ειχε νιωσει και εκεινος αλλωστε.
Η πολη νανουριζοταν απο το πατημα των εραστων και το φεγγαρι εκανε κυκλους γυρω απτον εαυτο του, οταν εκεινη και εκεινος κοντοσταθηκαν μπροστα σε ενα εγκαταλελειμενο κτιριο,μια μικρη μονοκατοικια στοιχειωμενη θαρρεις απο περασμενες ιστοριες αγαπημενων που χαθηκαν για παντα στους απεραντους δρομους.
Αυτο! ναι αυτο φωναξε.
Θα μπορουσε να ειχε ενα καλο τελος εκεινο το κτιριο ετσι δεν ειναι/ ψιθυρισε ..
Και νομιζω πως οταν λαχταρας , οταν παθιαζεσαι, οταν ερωτευεσαι , ανθρωπους ,κτιρια και στοχους
δεν χρειαζεσαι πολλα.
Προσωπικη εργασια και ψυχη.






Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Το ρομποτακι ο παπλαρ

Το ρομποτακι μας ο παπλαρ ηταν μεγαλος φαφλατας και αγαπουσε το ζεστο παπλωμα που του ειχε φτιαξει η ρομποτομαμα του η γαταρ γιαυτο του εδωσαν και το ονομα παπλαρ.
Ο παπλαρ ειπε πολυ νωρις τα πρωτα του μπλιπ μπλιπ και οι οικογενεια ρομποτ καμαρωνε αναβοσβηνωντας τα ματια και χορευοντας breakdance.
Ο μικρος ειχε τεσσερα ματια και αν κοιταζες μεσα τους μπορουσες να δεις την καρδια του.
Με τα δυο ματια μπορουσε να δει οτι μπορεις να δεις και εσυ, ομως με τα αλλα δυο ο παπλαρ μπορουσε να δει μεσα σου.
Καποτε οταν ο γιατρος -μηχανικος-ρομποτ ηρθε να δει την ραγισμενη καρδια της μαμας του, ανακοινωσε λυπημενα πως δεν μπορεσε να βρει ανταλλακτικο, ο μικρος παπλαρ κοιταξε βαθεια μεσα της και ειδε πως αν αφαιρουσε το ενα απο τα τεσσερα ματια του θα μπορουσε να διορθωσει την ευθραστη καρδια της και με τον κοκκινο μαρκαδορο του θα ζωγραφιζε την σκουριασμενη πλευρα της.
Η μαμα εγινε καλα και αυτο εφερε ακομα πιο πολλους φιλους κοντα του, φιλους απο ολο τον κοσμο που ηθελαν να δει μεσα τους και να τους δωσει μια λυση στα προβληματα τους.
Ο παπλαρ ειχε κουραστει και η ψυχη του ειχε βαρυνει, βοηθησε σχεδον ολους εκεινους που ζητησαν την βοηθεια του ομως ποιος μπορουσε να δει μεσα στον παπλαρ? ποιος θα επαιρνε το βαρος απτην μικρη του καρδια?
Αποφασισε λοιπον να καλεσει τον μηαχνικο ,γιατρο ρομποτ και να του ζητησει να αποσυνδεσει και το τριτο του ματι.
Ετσι και εγινε..
Η ενσυναισθηση του ειχε κοστισει ηδη ενα κουρασμενο ματι και πολυ υπνο, του ειχε λειψει τρομερα το παπλωμα του και ετσι επεσε στο κρεββατι, για πολυ πολυ καιρο..
.Οι γονεις-ρομποτ εφερναν τους καλυτερους γιατρους , ομως οπως προειπα κανεις δεν μπορεσε να δει μεσα του..
Μολις μαθευτηκε πως ο μικρος παπλαρ εχασε την ''μαγικη" του ιδιοτητα , εχασε σχεδον ολους τους φιλους του.
Κανεις δεν νοιαζοταν πια για την δικη του λυπη, εφοσον δεν ειχε λυση για τις δικες τους..
Ετσι ο παπλαρ εμεινε με τα δυο του ματια , να κοιταζει την αληθεια καταματα, με τους λιγοστους αλλα πολυτιμους φιλους του και το βαρος να εχει φυγει απτην πλατη του. Δεν μπορουσε παρα να ευχετε σε ολα τα ρομποτ του κοσμου να εχουν αληθινους φιλους, φιλους που θα μπορουν να δουν ακομα κι αυτα που δεν υπαρχουν..

to my cat people











Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

ενα παραμυθι για τον βασιλη.


Μια φορα και έναν καιρο ηταν ένα μικρο χωριο που στον χαρτη σχηματιζε έναν κυκλο.
Ειχε το πιο περιεργο ονομα του κοσμου και οι κατοικοι του ηταν παντα μα παντα χαμογελαστοι.
Στο χαμογελαστο χωριο, ετσι λεγοταν το χωριο οι ανθρωποι καλλιεργουσαν την γη και ζουσαν απτα γενητουρια της, οι μερες τους και κυριως οι νυχτες τους ηταν γεματες ιστοριες ,απτα χωραφια.
Τα παιδια  μαζευονταν σε παρεες και ακουγαν τους μεγαλους να περιγραφουν πως εδιωχναν τα πουλια απτις σοδειες τους και πως ο ντινος ο σκιαχτρος καποτε ειχε μιλησει ,για τα δεντρα που σφυριζαν με τον αερα και τα λουλουδια που την ανοιξη συναγωνιζονταν το ουρανιο τοξο.
Μικροι και μεγαλοι ξεχυνονταν στα χωραφια σκαλιζοντας την καρδια τους και φυτευοντας εκει τους πιο ισχυρους δεσμους με την φυση και η γη ανταπεδιδε , μεγαλωνοντας γενιες και γενιες των κατοικων της.
Περνουσαν τα χρονια και κυλουσαν αρμονικα ,  μεχρι που εκεινη την ανοιξη ξεκινησε να βρεχει ασταματητα, οι ανθρωποι κλειστηκαν στα σπιτια τους και ο ντινος ο σκιαχτρος αναπολουσε τα ενοχλητικα κρωξιματα των πουλιων.
Όλα ξεκινησαν από τοτε που ενας βοσκος  ειπε πως ειδε ένα τεραστιο ιπταμενο δισκο να προσγειωνεται στο μικρο τους χωριο, μα κανεις δεν ηταν μαζι του να το επιβεβαιωσει ,ετρεχε και φωναζε εκεινο το βραδυ να ξυπνησει το χωριο, να δουν ολοι   την λαμψη  μα όταν γυρισε με τους συγχωριανους του ,μαυρο σκοταδι.
Κανεις δεν τον  πιστεψε και ολοι θεωρησαν πως εχανε τα λογικα του, μοναχα ο μικρος βασιλης με τα τεραστια ματια του και τα μικρα του χερια παρακαλουσε τον βοσκο να του πει παλι την ιστορια, άλλη μια και άλλη μια..
Ο βοσκος μας δεν ανεβηκε ποτε ξανα στο βουνο και οι βροχες συνεχιστηκαν για μηνες, η σοδεια καταστραφηκε και οι ανθρωποι απογοητευτηκαν.
Ο μικρος βασιλης κοιμοταν και ξυπνουσε με την ιδια επιθυμια, να δει κι εκεινος τον εξωγηινο, ειχε ακουσει τοσα και ειχε διαβασει  αλλα τοσα για ζωη στο διαστημα ,για ιπταμενους δισκους και λαμψεις , αδημονουσε να αντλησει πληροφοριες  για τα αστερια και τους γαλαξιες που ζωγραφιζε από μικρος .
Μια νυχτα που δεν εμοιαζε με καμμια άλλη, μια νυχτα ντυμενη στα λευκα ενας μικρος ,μικρος εξωγηινος με κεραιες  πρασινες και τρια ματια ,εκ των οποιων το ένα αλληθωρο εφτασε στο χωριο ,αφου κατεβηκε απτον τεραστιο ιπταμενο δισκο του
Εψαξε να βρει τους κατοικους και  τους παραδωσε ένα γραμμα.
Η πολη ξυπνησε απτον θορυβο και τα φωτα και σαν στρατιωτακια οι κατοικοι στοιχιστηκαν ο ενας πισω απτον αλλον , με τον πιο γενναιο του χωριου μπροστα μπροστα, τον μικρο βασιλη εκστασιασμενο!!!!
Ο εξωγηινος μπλιμ μπλομ (ετσι τον ελεγαν) ερχοταν από τον πλανητη 0987 και αφου ειχε μαθει για την βροχη που κατεστρεφε τους κοπους μας , αποφασισε εκεινος και οι φιλοι του να προτεινουν μια ανταλλαγη !
Ο μπλιμ μπλομ θα εμενε μια ολοκληρη εβδομαδα στην γη και ο μικρος βασιλης θα επιβιβαζοταν στον μεγαλο ιπταμενο δισκο και θα ζουσε στον πλανητη 0987 ,βοηθωντας τους εξωγηινους να φτιαξουν ένα σκιαχτρο σαν τον ντινο που θα εδιωχνε τα πεφταστερια  και τις συγκρουσεις  με τα σπιτια τους.
Ο μπλιμ μπλομ ηταν αγροτης στον πλανητη τους , εκει που το χωμα δεν ηταν χωμα και η γη δεν καρπιζε ευκολα ,ετσι ισως να ειχε λυσεις για την γη τους εδώ ,αλλωστε ηταν το ονειρο του!
Εδωσαν τα χερια και ο βασιλης εκτοξευθηκε , ο μπλιμ μπλομ επιασε δουλεια αμεσως , τα παιδια αφου τον συνηθισαν του εμαθαν τραγουδια και βολους, κυνηγητο και κρυφτο και παραδοξως ο ηλιος βγηκε χαμογελαστος και όλα πηραν τον δρομο τους.
Ο μικρος βασιλης εμαθε να ψαρευει αστερια με την αποχη του και εφτιαξε ένα σκιαχτρο τεραστιο και χαμογελαστο με ένα χερι που εδειχνε τον δρομο στα πεφταστερια για την γη , να γινουν ευχες που πραγματοποιουνται και ζησαν αυτοι καλα και εμεις καλυτερα…      

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

http://www.youtube.com/watch?v=neoOjU5FbeY

Γνωρισα καποτε ενα μικρο κοριτσι με μια μεγαλη καρδια.
Εγραφε πως
ειχε τρομαξει απτης πολης τα φωτα, τα χερια ειχαν γινει σκιες στους τοιχους και οι αγαπημενοι κρυβονταν κατω απτο κρεββατι.
Στα ονειρα της ερχοταν καποιος και προσταζε υπομονη, αυτον τον "καποιο" εψαχνε να βρει μερα νυχτα του εστελνε τραγουδια, προσευχες και λουλουδια.
Ωσπου μια μερα σταθηκε εκει ,στην πιο μικρη στιγμη ,μακρια απτης πολης της βουη.
Ακουσε μια φωνη ,ψιθυριζε πως η υπομονη ειναι αρετη, τον κοιταξε και ηταν εκει
το ονειρο της ειχε πραγματοποιηθει...
                                                                  μια ακομα φωνη φωναζει ,ζησε ,αγαπα, ονειρευτη
                                                                    για την σταυρουλα που ξερει και να ονειρευεται και να αγαπαει χχ
Για πολλα χρονια νομιζαμε οτι τα ψαρια οδηγουνταν αποκλειστικα απο ενστικτο και αντιδρασεις. Αυτη η μελετη απεδειξε οτι τα ψαρια μαθαινουν να αποφευγουν επωδυνες καταστασεις και οτι εχουν μια μνημη που εχει αμεση σχεση με το χωρο.
Παραδοξως τα ματια της ειχαν μνημη. 
Ειχε χρονια να μας ''δει'' ομως αν ακουγες τις περιγραφες τις θα ορκιζοσουν πως εκεινη την δεδομενη στιγμη μας ειχε διπλα της.
Ειχαν δει τοσα λοιπον αυτα τα ματια που καποια στιγμη ο γιατρος της ειπε με υφος πως τα ματια δεν ηθελαν να δουν αλλα.
Φορεσε κατι γυαλια πεταλουδας και με ενα μπαστουνι , σκουνταγε τους δρομους να της πουν την ιστορια τους.
Ολες οι αισθησεις της οξυνθηκαν, εκπαιδευτηκαν σε αυτο το μονιμο κρυφτο με την εικονα και την κατευθυναν στην εσωτερικη της μνημη.
Υπηρξαν στιγμες που μετουσιωθηκε σε χρυσοψαρο,ναι σαν εκεινα που δινουν απλοχερα στα λουνα παρκ και ετσι η μνημη στεκοταν σε συγκεκριμενα γεγονοτα και ανθρωπους τεσσερα λεπτα.
Για του υπολοιπους η αιωνιοτητα.
Τα ματια ειναι ο καθρεφτης της ψυχης ειχε γραψει ο αντουαν ντε σαιντ εξυπερυ στον αγαπημενο μικρο πριγκηπα και ο δικος της καθρεφτης ηταν ενα πανυγηρι απο μνημες και αγαπημενους,θαρρεις πως σαν την κοιτουσες βαθεια μεσα στα ματια της εβλεπες πως σε κοιταζε ισια .. στην καρδια!

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Το θεατρο μεσα απτα ματια μιας σαρανταποδαρουσας και ενος πενταχρονου.

Η βροχη χτυπουσε με μανια τις πορτες, ξυπνησα και πριν προλαβω να σκεφτω πως θα χασω το διαλειμα στην αυλη ,θυμηθηκα το θεατρο!
Με εντυσαν γρηγορα γρηγορα και κατευθυνθηκαμε στο σχολειο, εκει τα υπολοιπα ντυμενα κρεμμυδακια -φιλοι μου με περιμεναν για να μπουμε στο μαγικο λεωφορειο που θα μας πηγαινε σε ενα επισης μαγικο μερος οπου ηθοποιοι θα προσποιουνταν πως ηταν μικρα παιδια για την ακριβεια ενα παιδι και οι ζαβολιες του, ο τρελαντωνης!
Αστειο ονομα ,θα ηταν πολυ τρελουλης.
Το τεραστιο λεωφορειο κατεφθασε ,αστραφτερο και με κατι μεγαλα παραθυρα εμοιαζε με μεγαλh σαρανταποδαρουσα με ματια .
Καθησα διπλα στον κολλητο μου και η δασκαλα μας φορεσε ζωνες σαν εκεινη που φοραω στο αμαξι του μπαμπα.
Ειχε τηλεοραση και μικροφωνο και η κυρια ειπε πως αυτη η σαρανταποδαρουσα ειχε ταξιδεψει σε πολλα μερη καταφερνωντας να μαγεψει πολλους ανθρωπους ,γιατι λεει μεσα απτα ματια παραθυρα της ειδαν τοση ομορφια που δεν μπορεσαν ποτε ξανα να στεναχωρηθουν η να κλαψουν.
Εκεινη την μερα εβρεχε και μπροστα απτο καθισμα μου ειχε δυο κουμπια, στο ενα ζωγραφισμενος ενας ηλιος και στο αλλο κατι σαν κεραυνος, δειλα πατησα τον ηλιο και θαυμα! η βροχη εξω στα ματια της σαρανταποδαρουσας σταματησε!!!!!
Περασαμε μπροστα απο τηυν μεγαλη πλατεια που ειχα δει στην τηλεοραση τον κοσμο να φωναζει και θυμηθηκα τον σκυλακο τον λουκανικο που ειχα ζητησει να τον παρουμε σπιτι μας αλλα η μαμα ειπε πως θα το συζητησουμε, αχ τι καλα θα ηταν αν τον εβρισκα.
Ειδαμε πολυ κοσμο στους δρομους να τρεχουν καιαλλους που πουλουσαν ομπρελες αλλα εκεινοι δεν μας εβλεπαν, μαλλον δεν μας κοιταζαν.
Φτασαμε στο θεατρο ΑΚΡΟΠΟΛ ειπε η δασκαλα και μπηκαμε στο μαγικο αυτο μερος με τις φωτογραφιες και τα πολλα καθισματα ,εμοιαζε με κινηματογραφο αλλα ειχε και μια σκηνη αδεια για την ωρα.
Καμπανακια και μια φωνη που μαλλον φωναζε τους ηθοποιους, σβησαν τα φωτα και ο τρελαντωνης αρχισε τις ζαβολιες του που εμοιαζαν τοοοοσο πολυ με τις δικες μου.
Κοιταξα τους φιλους μου και παρατηρησα πως τα ματια τους ειχαν μεγαλωσει, τα χαχανητα μας πρεπει να εφτασαν μεχρι την μεγαλη πλατεια.
Το εργο τελειωσε και οι ηθοποιοι μας χαμογελασαν, τους χειροκροτησαμε και η αυλαια επεσε, γυρισαμε πισω στην σαρανταποδαρουσα που θα μας πηγαινε στο σχολειο.Νομιζω πως εμαθα πολλα καινουργια πραγματα σημερα , τρεχω στην μαμα και στον μπαμπα , θα τους τα πω ολα!!!!!


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013


Σου γραφω, λευκο χαρτι ,κοκκινο κρασι.
Σου γραφω για ολα εκεινα που δεν ζεις εδω μαζι μου, για τα παιδια που ταιζαν τον σκυλο και τα μπαλονια που ζωγραφιζαν τον γκριζο ουρανο, τις βολτες με το ποδηλατο και την κατηφεια των ανθρωπων.
Θυμηθηκα το παιχνιδι που παιζαμε για να εξοικιωθουμε με την αποσταση ,μου εκλεινες τα ματια και ελεγες δεν με βλεπεις μα σαγαπω,  το αγγιγμα ζεστο στοιχειωνε τα ματια, ενα παιχνιδι ηταν.
Μετα χαρτινες αγκαλιες, φιλια και δακρυα.
Χριστουγεννα και πασχα ,καλοκαιρι και ο χειμωνας στυγνος, ποναει ο χειμωνας χωρις φωτια στην καρδια, χωρις αγκαλιες και χερια.
Καλωδια και οθονες ,καληνυχτες ορφανες .
Σου γραφω, λεξεις που χυνονται σε αψυχο χαρτι, νεκρες λεξεις.
delete, αναβοσβηνει και χανεται η οθονη και με το χαρτι εφτιαξα καραβακι, η καρδια δεν εχει γομα ουτε κομβιον που να εκτοξευει καθε τι μισοπεθαμενο στο υπερπεραν.
Που ειναι εκεινος ο τυπας free hugs oταν τον χρειαζεσαι?
Κηδεια στα ημιμετρα, εννιαμερα ,σαρανταημερα και ενα κουτι γεματο λεξεις και κρυα αστεια
βαθεια χωμμενο στην γλαστρα με τις ανεμωνες, αυτο ηταν πεταω τα μαυρα..


Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Νευρα, πολλα νευρα εδω και καιρο.Ξεσπας οπου μπορεις, στην κορνα,στο σουπερμαρκετ,στην ουρα στην τραπεζα στον αγαπημενο σου ,ακομα και στα παιδια σου.
Η καθε λεξη εχει αλλη βαρυτητα πια για σενα ,σαν να αλλαξαν νοημα οι λεξεις.
Βρεχει σημερα και σιχτιριζεις την μοιρα σου, την χωρα σου, την διαθεση σου, την κοπελα με την ροζ ομπρελα που σου χαμογελασε στον δρομο.
Καποτε πριν χρονια που ησουν αμολυντος , παιδι ακομα οι γονεις σου σε μαζευαν απτον δρομο οταν εβρεχε, ηξερες τοτε να χορευεις τον χορο της βροχης ελεγες και μελετουσες τους ινδιανους κατω απο βαρια σκεπασματα.
Χρονια αργοτερα επαψες να πιστευεις στον αυθορμητισμο και τα βαρια σκεπασματα σαν να τα κουβαλουσες μονιμα στην πλατη σου, οσο για την βροχη, εμεινε συννεφακι που σε ακολουθουσε οτι και αν εκανες.
Γκριζα μερα ,γκριζα ματια, μπορα δυνατη και ψαχνεις απαγκιο μεσα σου.
Ο χρονος παγωνει, η μερα τελειωνει και η ματια βουρκωνει, αν μπορεσεις να δεις περα απτην οργη κανε την φωνη σου δυνατη, για ολους εκεινους που το σπιτι τους ειναι απο χαρτι κι ομως ακομα αγαπουν την βροχη και καθε αυγη ελπιζουν σε ενα ουρανιο τοξο.

https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=V1bFr2SWP1I

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013


Παραλιγο να τρακαρει και οταν εφτασε στο κτιριο εμοιαζε χαμενη.
Καποιοι ειπαν πως ξενυχταει για την προαγωγη ,αλλοι ειπαν πως ειναι καταθλιπτικη.
Καποιοι που ξεχασαν να την κοιταξουν στα ματια.
Υπηρχαν φορες που κρυβοταν στις τουαλετες του κτιριου για να γλιτωσει απτο επικριτικο ''διαλειμα'' που επεβαλλε κοινωνικα σχολια και υποσυζητησουλες με τους συναδελφους, εκει λοιπον
στο ''υσηχαστηριο'' της κατι παρεμβαλε την γαληνη , ενας ρυθμικος θορυβος σαν γδουπος καθε μερα την ιδια ωρα , την δικη της  ωρα.
Ανοιξε την πορτα και το μονο που προλαβε να διακρινει ηταν το αιμα στους κομπους των δαχτυλων της.
Ολο το βραδυ δεν εκλεισε ματι ,σκεφτοταν εκεινη.
Τι ειχαν δει αυτα τα ματια που ενας μαυρος κυκλος αγκαλιασε το δεξι της ματι?
Ποιος ειναι ο ''δυνατος'' που ορθωνει το αναστημα του ξεδιαντροπα πανω της?
Στο ονομα ποιας αγαπης θυσιαζει την ψυχικη της οδυνη?
από παιδί αναρωτιόμουν ποιος έχει τη δύναμη
αυτός που χτυπάει ή αυτός που πονάει
βαθιά μέσα τους θα γελούν αν πεθάνεις
γιατί μισούν αυτό που είσαι κι αυτό που κάνεις  (  http://www.youtube.com/watch?v=x5EII5QxFPQ )

Το επομενο πρωι αποφασισμενη να της μιλησει ,κρατωντας σφιχτα στα χερια της εναν διπλο καφε που θα ξεγελουσε την νυστα της κατευθηνθηκε προς το γραφειο της ,ελειπε.
Την πλησιασε ο Ν. ο υποδιευθυντης και την ρωτησε τα εμαθες?
Τι να ειχε μαθει ? 
- Η Ελπιδα , η δικη μας ελπιδα εδω του γραφειου αυτοκτονησε.
Ο καφες καυτος επεσε πανω της ,ολα σκοτεινιασαν , λιποθυμησε.
Την επομενη στιγμη ηταν στο γραφειο του υποδιευθυντη ,βρεγμενη και γυρω της ολο το τμημα συσσωμο με δοντια γαμψα και σαλια που ετρεχαν για σχολια, για θεμα, το θεμα!
Η ελπιδα, ψελλισε , πως? που? γιατι?
Ο πιο αντιπαθητικος συνεργατης της πηρε τον λογο , μειδιαζοντας , ειπε για τον αντρα της , ηταν βιαιος, την χτυπουσε , ειχε χασει παιδι.
Κανεις δεν την πλησιασε.
Κανεις δεν προσεχε τα σημαδια της ψυχης της που αντικατοπτριζαν τα ματια της,
κανεις δεν βοηθησε, ουτε εκεινη προλαβε.
Την μερα που την βρηκε αποφασισμενη η ελπιδα ειχε αυτοκτονησει και ειναι αδικο γιατι η ελπιδα λενε πεθαινει παντα τελευταια...
και καπως ετσι η ελπιδα γινετε λεπιδα..

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Για μελλοντικη χρηση.

Κρατησε τα, ισως μια μερα να σου χρειαστουν.
Δεν καταλαβε ποτε το σκεπτικο της, γιατι της τα ειχε δωσει, μηπως σημαινε μια νεα φυγη?
τα κρατησε.
Τα εκλεισε μεσα σε ενα διαφανο βαζο απο μαρμελαδα και τα σφραγισε με μια ροζ κορδελα, κολλησε ενα αυτοκολλητο που εγραφε "για μελλοντικη χρηση" και τα ανεβασε στο παταρι.
Εχασε την δουλεια της ,εχασε την αυτοπεποιθηση της και τον αγαπημενο της,
δεν πιστευε στο χρημα, ποτε δεν ενστερνιστηκε την αξια του ,ελα ομως που ο εχθρος ειχε επιτεθει με παραπλευρες απωλειες.
Νεα ζωη, λιγοτερα τετραγωνικα ,πολλα δακρυα και ¨κονομησε ¨και κρισεις πανικου.
Μεταφορικη για τα λιγοστα επιπλα, καινουργια γειτονια, τεσσερις τοιχοι και υπερκαταναλωτικες κουτες.
Ηταν τα δικα της πραγματα αν και δεν εβρισκε και πολυ τον εαυτο της σε εκεινα τα αψυχα, οτι ηταν πραγματικα δικο της ειχε μετακομισει καποια χιλιομετρα μακρια απο εκεινη.
Στο μοιρασμα ηταν δικαιοι, μισες φωτογραφιες, cd και σεντονια που απο κοινου ειχαν διαλεξει τοτε που ο ερωτας τους γεμιζε ενα αδειο σπιτι .
Ειχαν εναν πλωτο ερωτα σε στερεο εδαφος, κοιμοντουσαν σε ενα φουσκωτο στρωμα και ειχε σπασει τον κουμπαρα για να της χαρισει τεσσερα καδρα που ειχε αγαπησει.
Καινουργια αρχη , παλια συναισθηματα.
Κρυο σπιτι και ενα μικρο τραπεζι στην μεση ,θα ξεκινουσε να ανοιγει τις κουτες απο το παταρι, να ξεφορτωθει εκεινα που κρατουσε σαν να επασχε απο θυσαυρισμο, κειμηλια απο ολη της την ζωη.
Απεξω εγραφε παταρι, φωτογραφιες ασπρομαυρες, βιβλια και μια πενα κι εκει στο βαθος ενα γυαλινο βαζο με γραμματα τυλιγμενα με μια φραουλενια κορδελα.
Αρχισε να κλαιει στην θυμηση της γιαγιας και του παππου, εζησαν εναν ιδανικο ερωτα γεματο κανταδες και μοσχομυριστα λουλουδια , την πολιορκουσε δυο χρονια πριν την κλεψει απο τους δικους της.
Εκαναν πολλα παιδια ,εχτισαν ενα πανεμορφο σπιτι με κηπο και εμειναν ερωτευμενοι μεχρι τα βαθεια γεραματα τους, εκεινος εφυγε απτυην ζωη πριν απο εκεινη και η γιαγια απο τοτε εμεινε στο κρεββατι
, οι γιατροι ειπαν πως "σκιστηκε" η καρδια της (η αορτη).
Της εγραφε γραμματα, βλεπεις ηταν ο μονος στην οικογενεια τοτε που ηξερε να γραφει, η γιαγια δεν μπορουσε να διαβαζει και ετσι εγω η καποιο απτα εγγονια της τα διαβαζαμε τις κυριακες που καθοταν στην πολυθρονα κοιταζωντας εξω στον δρομο την ερημωμενη γειτονια απτα δικα του βηματα.
Παρτα ειχε πει τοτε ,μια μερα ισως σου χρειαστουν..
Ανοιξε προσεκτικα το πρωτο γραμμα :
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα Εσύ το νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Πού πιά δεν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο καί το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Aναφιλυτα, τα κλειδια και ενα παλτο στα χερια,ειχε δικιο η γιαγια, της χρειαστηκαν, θα πηγαινε να τον βρει.
Ηταν πολυ νωρις στον κοσμο αυτο για να τον χασει..

( gif creator και μουσα μου η lorelai sebastian https://www.facebook.com/lor3lai )

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

panic a fuck

Και οι δυο ειχαν κοινο στοχο.
Να μπουν ο ενας μεσα στον αλλο , εκεινος κυριολεκτικα,εκεινη μεταφορικα( οχι πως η αλληλεπιδραση θα την χαλαγε).
Μετα απο πολλες εισαγωγες,εξαγωγες,απειρα μπουκαλια φτηνου κρασιου και τηλεφωνηματων μεστην νυχτα,νικητης ηταν εκεινος.
Γεματος εμπαινε,γεματος εβγαινε.
Εκεινη?
Αδεια και ανικανοποιητη,απτον οργασμο της σχεσης.
Ηθελε να εισχωρησει στο πετσι του μπαινοντας απτο ματι του(το εβλεπε σε ονειρο σου λεω!)  και κατεβαινοντας απτον λαρυγγα με γογγυτο να κατσικωθει στην καρδια του, αμ δε ομως, fuck buddies.
Τι να κανει , τι να πει, καθως εξαντλησε ολες τις πιθανες "παγιδες" συναισθηματικου μπλεξιματος και ξαπλωσε φαρδια πλατια σε ολους τους καναπεδες των κολλητων της κανοντας ταβανοθεραπεια και εφοσον υπεραναλυσε ολες του τις κινησεις κατεληξε στο να μεινει και να το ευχαριστηθει μεχρι να ερθει εκεινο το παλιαλογο με τον πριγκηπα πανω που ερχετε μαλλον απτην ζανζιβαρη και εχει χαθει (δεν εξηγειται αλλιως).
Η σαρκα αδηφαγα παιδι μου , εκαιγε στα χερια του ,σπαρταρουσε και η ψυχουλα ,αλλα η μονωση του κορμιου δεν μαρτυρουσε τιποτα.
Το "επαιζε" ανετη και ωραια, εκανε διαλεξεις στους φιλους και γνωστους μιλωντας περιτρανα για την ελευθερια του ατομου.
Μονο που καθε φορα ερχοταν πιο κοντα σε αυτο που προσπερνουσε και μη μπορωντας να το εξωτερικευσει στο περιβαλλον της , συναντουσε την εμμονη της στον υπνο της.
Ετσι καθε βραδυ μονομαχουσε, ιδρωνε -ξειδρωνε  , του κρατουσε το χερι, τον πηγαινε σινεμα, του εγραφε ποιηματα..
Διπλη ζωη με την παρτη της , καταλαβαινεις?
ολη μερα ρουφουσε λαγνα με το προσωπειο της ,τα βιαστικα ραντεβου τους και τον χαιρετουσε γνεφωντας , τα λεμε το βραδυ! Ποτε δεν ειχαν βρεθει βραδυ, ειχε υποχρεωσεις , φιλους, δουλεια μπλα μπλα οποτε το
  ειχε θεωρησει αστειακι, απο εκεινα τα δικα της  , τα ρομαντικα (θεος φυλαξοι) και κουναγε ειρωνικα το κεφαλι με ενα μισο γελιο.
Μισο γελιο ε? μισανθρωπος, μιση ζωη.
-ειμαστε φιλοι ρε? την ρωτησε, αφου εκεινη ειχε πια μπει σε χειμερια ναρκη, κοιμοταν οπου εβρισκε
κατι σαν ναρκοληψια, καθε φορα που την εθλιβαν οι σκεψεις με μαγικο τροπο ο οργανισμος της την
καθοδηγουσε ..στο κρεββατι της.
Κοιμοταν που "κοιμοταν ορθια" απο τοτε που τον γνωρισε τελικα το εκανε σταση ζωης.
-Τι να ειμαστε?
ναι, ναι ειμαστε.
-παμε σπιτι μου? μου ελειψες ειπε εκεινος
Ξαπλωμενη στον καναπε ,χιμηξε πανω της .
Ματαια.
Δεν ξυπνουσαν τα παθη, οι αισθησεις, ειχαν ολα νανουριστει απο την εγωκεντρικη αναισθησια του, ΟΛΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ.

η επεμβαση πετυχε , ο ασθενης κοιμηθηκε.


-

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

η θυμηση..


οι πληγες που δεν επουλωθηκαν
οι φυγες και οι γυρισμοι..
η κραυγη στο δωματιο.

μακροσυρτη σιωπη και ποθος..

αυτοανοσα ονειρα
ναι , με κατατρωουν.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

η καρδιά.


Η πρωτη φορα που ακουσα την καρδια σου σε υπερηχο
οι χτυποι της καρδιας μου οταν με φιλησε
οι θλιβεροι  χτυποι της οταν "εχανα¨" καποιον δικο μου,
η αγωνια της καρδιας
τα χαμογελα της που μοιαζουν με αερακι ανοιξιατικο μεσα σου,
η επανασταση της καρδιας και η αληθεια της.
η ζωγραφισμενη καρδια απτα χερια σου στον μαυροπινακα
η καρδια μου στα χερια σου, ναι σαν μολοτοφ .







Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Aστρικα ταξιδια και ζεστο κακαο.
Αιθαλομιχλη και νοτες εξω απτο παραθυρο , ρουφαω μανιωδως το τσιγαρο σαν να τελειωνει η μερα,
χορευω στον ρυθμο της "κλεφτρας" μουσικης των γειτονων , χορευω τανγκο σφιχταγκαλιαζοντας το μαξιλαρι-δωρο του Μ.
Κρυο στον πλανητη σπιτι μου σπιτακι μου και οπως πολυ σωστα θα ελεγε η γιαγια φυλαγε τα ρουχα σου για να χεις τα μισα, ομως εγω γιαγιακα δεν τα φυλαξα , προτιμησα να ζεσταθει και καποιος αλλος απτην αλλοτινη τρελα μου με την μοδα, ετσι κανω cocooning με ενα mix match απο πυζαμα και φουτερ μαρινιερα ,κρεμωντας και κατι ψευτικες περλες στο λαιμο νιωθω σαν να πεταω για παρισι αποψε σε καποιο ζεστο bistrot οπου θα ακουσω με τα αυτια μου τον salvador dali να φωναζει a rhinoceros!!
Η μουσικη , ναι η μουσικη παντα με ρωτουν γιατις προτιμησεις μου και  η αληθεια ειναι πως αυτο με μεταφερει σε μια προεφηβικη αναμνηση ,τοτε που το αγορι για το οποιο χτυπουσε η καρδια μου εκανε εναν μορφασμο αηδιας οταν του ειπα πως αγαπω τους deelite και στερεονοβα, αλλα μαλακωσε αφου συνεχισα με anne klark και joy division.
Eκεινο το αγορι βλεπεις με τα μακρια μαλλια και τα παντελονια σωληνα ειχε σκληροπυρηνικα ακουσματα , μα καρδια τρυφερη , νομιζω πως εγινε δημοσιος υπαλληλος και εθαψε καπου βαθεια τα ρουχα και τα βινυλια του σαφως και την τρυφερη καρδια του (βλεπε δημοσιος υπαλληλος).
Στιχοι, στιχοι παντου γραμμενοι στα χερια , στα τετραδια, στους τοιχους του φροντιστηριου.
Λογια , λεξεις, αγαπησα πολυ τις λεξεις και την μυρωδια τους!?
ΝΑΙ ΜΥΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ!!
Φωναζω το ξερω μα βαρεθηκα να γελουν με αυτη μου την διαπιστωση, να ξερεις καποτε γνωρισα μια κοπελα διαφορετικη απτις αλλες ,μια κοπελα με δυο πιστολια στην μεση για tattoo που την εξημερωσα και με εξημερωσε (ηταν αγρια ελεγαν ολοι τοτε εκει στην μικρη μας πολη) τελοσπαντων η κοπελα αυτη που λες μια μερα μου εξομολογηθηκε πως μυριζε τις λεξεις!!
Για φαντασου ποσο ξαφνιαστηκα και συγχρονως ενθουσιαστηκα.
Δεν ξερω αν θελω να καταληξω καπου ,παντως αγαπω βαθεια την μουσικη και τις λεξεις και τους ανθρωπους (τους ανθρωπενιους) ενταξει και το κακαο, θα συνεχισω λοιπον να χορευω με δανεικη μουσικη και θα σε αφησω να βγαλεις τα συμπερασματα σου μεσα απο την αιθαλομιχλη..

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Κλαιουσα..

 
Κλαιουσα,γυρτη,πονοι ανειπωτοι...χειμωνες υγροι
απτο τζαμι σκυφτη
παρατηρει με ηρεμια
ηρθε η πρωτη βροχη
στο τζαμι μου διαλυονται χιλιαδες
σταγονες,σαν να παλευουν
να εισβαλλουν στο προσωπο μου
ισως ειναι εκεινα τα δακρυα που εκλιπαρησα
μα νομιζα πως οι προσευχες χανονται
με τα πουλια,στο πρωτο τους ταξιδι..
γλυκια μελαγχολια,το σκηνικο αλλαζει
μικρυνε κι η μερα μου
σαν την υπομονη μου
και το θεριο που κλειστηκε για παντα
στον εαυτο μου,απο την χειμερια ξυπνησε
και γυρισε κοντα μου
να μου θυμιζει πως οτι φευγει ολο
γυριζει...

Ενα λουλουδι με χρυση καρδια.

Δυο κοσμοι αριστα συνδεδεμενοι.
Δυο ματια ,δυο χερια , μια καρδια.
Ηλιοτροπια στα ματια και για χερια ριζες, η καρδια μαντεψε!
Εκεινος την ποτιζε με αγαπη ,της τραγουδουσε και της ειχε δωσει ονομα, την φωναζε χρυσαφενια.
Η χρυσαφενια ζουσε μαζι του απο τοτε που ειχε το ατυχημα, καποιος (δεν θυμοταν ποιος) την ειχε τυλιξει σε ασημοχαρτο και με μια κορδελα κοκκινη σαν αιμα, την ακουμπησε με ευγενεια στο κομοδινο του καταλευκου δωματιου του.
Η χρυσαφενια εστεκε βουβη ,χανοντας λιγο λιγο απτο χρωμα της καθημερινα, σιωπηλη αναμεσα σε θορυβους μηχανηματων, επισκεψεων και ατελειωτης σιωπης.
Εκεινος δεν την αγγιξε παρα μονο οταν εφυγαν μαζι απο εκει μεσα, την πηρε στα χερια του ευλαβικα και της ψιθυρισε το ονομα της, θα σε πουμε χρυσαφενια ειπε και κοιταξε τον ηλιο καταματα.
Τωρα ρουφουσε τον ηλιο καθημερινα και τις βροχερες μερες" μετακομιζε" στο κομοδινο του .
Ειχαν αναπτυξει εναν κωδικα επικοινωνιας μοναδικο, ειχαν υπαρξει και οι δυο "αρρωστοι"και κυριως μονοι, ετσι συντηρουσαν και καλυπταν ο ενας τις αναγκες του αλλου ευλαβικα.
Εκεινος την ποτιζε και της διαβαζε , εκεινη ελαμπε και εσφυζε απο υγεια στα κατακιτρινα μπουμπουκια της, χαριζοντας του μυρωδιες και χαμογελα.
Περασαν χρονια ετσι ομορφα και ηρεμα, μεστην ατερμονη μοναξια τους η σιωπη ειχε πια φωνη, μεγαλωναν και οι δυο ηταν φανερο , εκεινος κοντευε τα 87.
Την μερα που ηρθε το ασθενοφορο το γεροντακι ζητησε απτους τραυματιοφορεις μια χαρη,να παρουν μαζι του την χρυσαφενια.
Παλι μαζι σε ενα κρυο, καταλευκο δωματιο, η χρυσαφενια εχανε παλι απτο χρωμα της και το χωμα της σαν πετρα λες σκλυρηνε, ο ηχος απο ενα τεραστιο μηχανημα ρυθμικος και την επαιρνε μαζι του σε υπνο βαθυ.
Εκεινος δεν ειχε πια τις αισθησεις του ,σταματησε να μιλαει να της διαβαζει και να χαμογελαει,
τα φυλλα της ειχαν γεμισει το κομοδινο και καθε λιγο η νοσοκομα τα μαζευε νευρικα, οταν ο ηχος του μηχανηματος εκανε εναν μονοτονο εκκωφαντικο θορυβο, η γλαστρα της επεσε απτα χερια (αυτοκτονια νομιζω).
Οι δυο τους συναντηθηκαν παλι σε ενα μεγαλο , βαθυ ονειρο σαν ψεμα ομορφο, ειχε λεει σκοταδι και εκεινος δεν ηταν εκει αλλα ηταν εκεινος, το ενιωθε, ακουγε την φωνη του και εμοιαζε σαν μεγαλη αγκαλια, αργησε να καταλαβει πως ζουσε μεσα του..