Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Ολα ,πάντα.


Μια χουφτα αμμο, λιγο ανεμο στα ματια ,κυμα στα ματια του και φιλια τρικυμιες.
Λιγο ουρανο και ενα κομματι γης να σταθουμε για λιγο να αγκαλιαστουμε και να σου δειχνω ενα συννεφο.
Μας ανηκει μονο ο εαυτος μας κι αυτο που γινομαστε μεσα στα ματια εκεινων που αγαπησαμε.
Οσο μακρια κι αν ειμασταν ,τεντωσαμε χερια και καταφεραμε να αγγιξουμε για λιγο ενα ονειρο κι ας ξυπνησαμε με δακρυα στα ματια, θα εχουμε παντα τα μυνηματα που πηρε η θαλασσα, το χερι σου μεστο δικο μου και ενα γελιο κρυμμενο στα βαθη μας.
Δακρυζαν τα ματια ,μην κλεισουν και χασουν τα ματια , στιγμες.
ολα εδω.
Ολα τιποτα.
Ολα παντα.
Ολα εδω.
Σιωπες και ανασες ανακατευτηκαν και οι πεταλουδες ελευθερωθηκαν απτα σωθικα μας, τις κοιτουσαμε για λιγο κι υστερα εγινε μια αγκαλια, ποταμι και δροσιστηκαμε και ηταν φανερο πια πως ξεραμε..
Φυλαξε το γελιο μεσα σου , το χερι μεστο δικο της, τα βοτσαλα στην τσεπη και τα κυματα, τα χρωματα του δειλινου, καθε φορα θα διασχιζεις την στιγμη μας και θα ξυπνας μεσα σου την εικονα που βλεπω στα ματια σου.
Τωρα θα φυγει, θα σκιζεται η καρδια της και θα τρεμει στα ονειρα της,
Αν γυρεψεις μια αναπνοη
Πηγαινε εκει.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Magic do exist.

Μαγεία.
Δεν μπορουσες να πιστεψεις γιατι δεν τους γνωρισες,ποτε κανεις δεν σου μιλησε για εκεινους.
Δεν σε κατηγορω.
Εγω ομως ακουσα να της τραγουδαει οταν ηταν λυπημενη και την ειδα να χορευει για να κανει τα ματια του να αλλαξουν χρωμα.
Περπατησα πλαι τους οταν μονολογουσαν.
Δεν μπορεσαν να με δουν γιατι εβλεπαν με αλλα ματια.
Μερικες φορες δεν υπαρχει εξηγηση,
Μονο συναισθημα.
Μερικες φορες τους ζηλευω.
Την ειδα να σπαει τα δεσμα της και εκεινον να διαλυεται σε χιλιαδες κομματια.
Τους ειδα να αντεχουν.
Τους ειδα να χανονται.
Τους ειδα να γυρνουν και να μην μπορουν να συνεχισουν την ζωη τους ο ενας μακρια απο τον αλλο.
Ειδα αλλους να τους αγγιζουν
Ειδα δακρυα
Ακουσα ψεμματα και ειδα αληθειες.
Την ειδα να γινετε απο μαριονετα,ανθρωπος.
Πριν να αγγιξουν ο ενας τον αλλο ειχαν ζησει χιλιες ζωες μαζι κι ειχαν πεθανει αλλες τοσες.
Τους ακους καθε φορα που το κυμα φλερταρει τον ουρανο, τιποτα ενδιαμεσο μονο βυθος και ουρανος.
Ανυπερβλητη μοναξια το ενδιαμεσο να ξερεις.
Πονος που τσακιζε κοκκαλα.
Κι ομως θα αντεξουν.
Θα αντεξουν.
Αντεχουν.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Λειψός.

Αδειαζεις.
Σε κοιταζαν ολοι καθισμενο στο παγκακι, στην μερια σου και αδειαζες.
Πικρη χολη και αναρθρες κραυγες.
Σκοτεινιαζαν τα ματια σου ,καποιος σταυροκοπιεται μα το θεο.
Αδειαζες την καθημερινοτητα σου στο προσωπο της,αλλαζε κι εκεινη οψη , εφτυνες μιζερια και αγανακτηση.
Πεινουσες και κρυωνες και δεν σε αγγιζε κανεις, κανεις δεν σου απλωνε το χερι κι αδειαζες, αδειαζες ολοκληρος.
Και φοβηθηκα.
Ετρεμα μην τελειωσεις και μεινει λειψος ο κοσμος γιατι εσυ τουλαχιστον ηξερες κι ημουν γεματη θυμο και με μαθαινες και σε κοιταζα και ηθελα να μην κρυωνεις , ηθελα να θελεις.
Σου φωναζα μα δεν γυρνουσες το βλεμμα κι εκεινη ειχε παγωσει στον χρονο, ειχε γινει εσυ κι εσυ ησουν εκεινη.
Δυο αγαλματα στην μεση της πλατειας που καθρεφτιζαν τον πονο μας, η οργη τους συννεφιαζε το βλεμμα κι εβρεχε καταπανω μου πραγματικοτητα και τρελα και πνιγομουν γιατι δεν με ακουγες και φωναζα και εβρεχε καταπανω μου ολη την νυχτα και οι σκιες μεγαλωναν,η μνημη ξεθωριαζε και χανοσουν και δαγκωνες τα χειλη να μην φωναξεις και ξυπνησω.
Σε εκλιπαρουσα να μην φυγεις
Σε παρακαλουσα να μην αδειασεις και μεινει λειψος ο κοσμος απο σενα κι απο μενα.
Μην χαθουν οι κραυγες να ξυπνησουν κι αλλους , στο ονειρο μας να τους φερουν.
Να στεγνωσει η θλιψη στο μαξιλαρι του μικρου παιδιου, παρε την θλιψη και ξυπνα με σε εναν καινουργιο κοσμο.
Ξυπνα με μεσα σου ολοκληρη.
Ξυπνα.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Αλλη μια μερα που δεν μπορω,χωρις εσενα.

Μπορω να ακουσω ποιητες να κλαινε και πλανοδιους μουσικους να ζωγραφιζουν χαμογελα στα προσωπα περαστικων.
Μπορω να απλωσω το χερι μου και να μοιραστω μαζι σου ,αυτο που με κανει να στεκομαι ακομα.
Μπορω να γελασω δυνατα στην θεα των παιδιων που πετουν χαρτoνενιες σαιτες στον ουρανο.
Μπορω να αναπνευσω τον δικο σου αερα και να φυσηξω δυνατα καθε σου εγνοια με ενα αγγιγμα.
Μπορω να πεθανω για να ζησεις και να πεινασω για να χορτασεις , μπορω να πονεσω για να μην χτυπησεις και να διεκδικησω τα ονειρα σου.
Μπορω να βγω στον δρομο και να σε υπερασπιστω  μπορω να φωναξω δυνατα, μπορω να κλαψω για ολα τα δεινα του κοσμου.
Ειναι και κατι που δεν μπορω να κανω ομως.
Ειναι εκεινες οι μερες και οι νυχτες που ανταριαζουν μεσα μου η αδικια και η οργη και σου θυμωνω που μενεις αταραχος κοιτωντας με τα αδεια ματια σου.
Ειναι στιγμες που θελω να ουρλιαξω και να ξυπνησω τα ονειρα σου τα αραχνιασμενα, να σου κρατησω το χερι και να σε παω εκει που φοβασαι .
Να σε σφιξω στην αγκαλια μου χωρις να φοβαμαι.
Θελω να νιωσουμε παλι ανθρωποι.
θελω να θυμηθεις πως ειναι να ενωνονται οι ποθοι και πως σιωπουν οι φωνες στο σκοταδι, να νιωσεις το αιμα να βραζει και το μυαλο να εκρυγνηται.
Να θυμηθεις να κοιταζεις στον ουρανο και να ζηλευεις τα πουλια που μπορουν και κανουν σχηματισμους με την ελευθερια τους..
Γιατι ειναι πολλα εκεινα που δεν μπορω να κανω χωρις εσενα.
κυριως να αναπνευσω.
Μυριζει θανατος παλι αποψε και καποιος κοιμαται στο δρομο , μια μητερα καιει τα ονειρα της για να ζεστανει το παιδι της και ο ουρανος
γεμισε δακρυα..
Ενα ακομα παιδι πεταει στον ουρανο και χαραζει στα συννεφα στιχους..
Και ειναι αλλη μια μερα που δεν μπορω ..
Αλλη μια μερα που η πραγματικοτητα ξεπερναει τον εφιαλτη..
Αλλη μια μερα που σε χρειαζομαι .
Γιατι αυτος ο κοσμος ειναι δικος σου και δικος μου.
Αυτος ο κοσμος μας χρειαζεται..


Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

The earth has music for those who listen

Ενα χαμογελαστο απογευμα ξαπλωνει στην σκια της νυχτιας ,δυο φωνες χαμηλωνουν και ενα απεραντο συμπαν κλεβει τα γελια τους.
Ηταν η δικη τους στιγμη.
Η αιωνια ενωση δυο παραλληλων κοσμων, η μοναδικη στιγμη της ενωσης της ημερας με την νυχτα.
Ενα δειλινο ηταν.
Τωρα γελας κρυμμενος πισω απτον εαυτο σου ,αναρωτιεσαι τι να συμβαινει.
Τωρα ζυγιζεις το χτες και σου μενουν και ρεστα.
Σου ειπε να μην σκεφτεσαι μονο να νιωθεις κι ενιωσες να χαμογελας μεσα στο δερμα της , να βυθιζεσαι στον ηχο της βροχης και να μαζευεις χρωματα για να της χαρισεις ουρανια τοξα.
Καθε λεπτομερεια  εχει νοημα και εκεινη στεκεται στην μεση του δρομου, απορημενη με ενα χαμογελο νεογεννητο και ενα λουλουδι στην καρδια που ολο ανθιζει.
Βηματα που σε φερνουν μπροστα της και νοτες γεματες ζωη.
Ηταν η δικη τους στιγμη.
Εγω και εσυ θα ελεγε
Εσυ και εγω απαντουσε.

Κι ενα συμπαν που εκλεβε γελια..
Καπου μακρια..

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ειναι εκεί.


Ηταν εκει

 το πρωι οταν ανοιγε τα ματια της σε μια νιοβγαλτη μερα, ηταν εκει οταν βρωμουσε η ανασα της απο τα τσιγαρα , ηταν εκει στον καθρεφτη οταν εβαζε μασκαρα.
Οταν σερνοταν απο τραπεζα σε τραπεζα κι απο μεσημεριανα διαλειμματα σε  εξοχες και θαλασσες.
Ηταν εκει κι οταν ακουσε ενα τρομερο ανεκδοτο και προσποιηθηκε συσπασεις στο προσωπο της, κι οταν εχασε τον αγαπημενο της αναπτηρα στην γεφυρα με τις παπιες.
Τα post it ειχαν γεμισει το γραφειο της χρωματα, τα μονα χρωματα στην ζωη της με μανιωδεις παρατηρησεις για τον κοσμο γυρω της.
Ειχε αποφασισει να τελειωσει με αυτη την ιστορια.
Ομως ηταν εκει , σε ολες τις αποφασεις τις ,στους δισταγμους και τους ενθουσιασμους της.
Ηταν παντα εκει.
Ειχε γεμισει τις τσεπες τις με reacue remedy και χαπια.
Δικλιδα ασφαλειας στα δυσκολα.
Στα πολυ δυσκολα.
Αλκοολ και εγκλεισμος ηταν η λυση στο φαντασμα.
 Για λιγο μεθουσε την θλιψη και κλωθογυριζαν μεσα της χαρουμενες σκεψεις, για λιγο
Μεχρι το ξημερωμα και μετα δυο βηματα πισω της. 
Ηταν εκει.
Δεν καταλαβαινε κανεις , παρα μονο εκεινος οταν την χωριζε απτον καναπε του με τις βαριες βελουδινες κουρτινες , της ειπε
-εισαι δυστυχισμενη.
κουραστηκα να προσπαθω να σε κανω να γελασεις.
Κι ενα γελιο να της ειχε απομεινει της το εκλεψε εκεινη την μερα με τα λογια του.
Την πρωτη φορα που μπηκε στο γραφειο του ειδικου ,ξαπλωσε στην αναπαυτικη πολυθρονα , της ζητηθηκε να νιωσει ανετα.
ποσο ανετα να νιωσεις μπροστα σε εναν αγνωστο που θελει να μαθει τα παντα για την ζωη σου?
Ολοι εφευγαν απο εκεινη. Το ειχε παραπονο να φυγει μια φορα κι εκεινη, ειπε.
Γεννηθηκε θλιμμενη ειπε .
Φοβαται ειπε.
 Της ελειπε παντα καποιος ,κατι,καπου, ειπε.
Χρωμα δεν αλλαζουνε τα ματια , μοναχα τροπο που κοιτανε.
Ακομα εκει ειναι η θλιψη αν αναρωτιεσαι, μονο που και τα φαντασματα πεφτουν σε χειμερια ναρκη.
 Γυριζουν παντα.
 Μα ειναι επιλογη σου αν θα γυρισεις το κεφαλι πισω να δεις αν ακολουθουν..
 Εκεινη κοιταζει μπροστα τις περισσοτερες φορες.
 Ειναι εκει στην ζωη της, χωρις αλλες απουσιες.
Ειναι εκει.

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ανοιξη.





Μεινε λιγο ακομα .
Μην φυγεις πριν κλεισει τα βλεφαρα πριν μπλεχτει η πραγματικοτητα με το ονειρο σαν κοριτσια που πλεκουν τα ξανθα μαλλια τους στο παραθυρι..
Ηταν ανοιξη και  ελεγες θα την αγαπησει την ανοιξη μα τωρα χειμωνιασε και το σημειωμα γραφει αν δεν βρεις την ανοιξη ,φτιαξε μια.
θελει κατι καινουριο θελει κατι χωρις πονο και δακρυα.
θελει κατι ετοιμο για εκεινη.
Να εισαι ετοιμη ειχες πει.
ετουτη η εποχη ειναι δικη της, μεσα στα χαλασματα φυτρωνουν λουλουδια.
Τα χερια μουδιασαν να χτιζουν μια ζωη που δεν ηθελε μια ζωη γεματη ονειρα δανεικα γεματη απωλειες και σημειωσεις.
Μην φυγεις.
Θα σου ζωγραφισει μια τεραστια κουνια στον ουρανο και θα απλωνεις τα χερια στο φεγγαρι τις νυχτες θα μετραει τα αστερια και θα κλεινει τις κουρτινες στις καταιγιδες, θα σου ψιθυριζει νανουρισματα και θα γνεφει στο ηλιοβασιλεμα να σου χαμογελαει.
Θα φτιαξει μιαν ανοιξη , ολοδικη σου.
Μην φευγεις.
Γιατι οταν φευγεις χειμωνιαζει και κρυωνει, τα λουλουδια μαραθηκαν οπως και το χαμογελο της , ανοιγει τα παραθυρα και η βροχη μπαινει μεσα της.
Μην φυγεις.
κι αν φυγεις μην ξεχασεις να παρεις και τον χειμωνα μαζι σου.
Σκεπασε την πριν φυγεις, με ονειρα..



Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μακρια.

Ετρεξε μακρια κοιταζωντας συχνα πυκνα πισω της την σκονη που στραφταλιζε στον ηλιο σαν νεραιδα που ξεψυχουσε.
Ετρεχε ωρες πριν φτασει στον εαυτο της.
Το δωματιο γεματο χρωματα και ηχους απο ολες εκεινες τις ερινυες που ειχε κρυψει στην τσεπη της, ολα ξεχυνονταν στους τοιχους σαν σκιες ,σαν προσωπα του παρελθοντος και εξαγνιζε τους φοβους της, ξαπλωνοντας ετσι στα σκοταδια παρατηρωντας τα να χορευουν ολογυρα της.
Ηταν πολυ κοντα στα ορια της χωρις διαβατηριο και φωνη, φως η τρικυμια στην καρδια.
Ηταν μονη με τις σκιες και τα χρωματα ολογυρα και μια συνειδηση ζοφερη που εκτοξευε ερινυες.
Λαβωμενη κειτεται στο πατωμα.
Μην μιλας.
Περπατα στις μυτες.
Μην κλαις.
Θα τρεξει παλι μακρια σου.
Μακρια απο ολους.
Κανεις.
Κανενος.
Μονη.
Χρωματα.
Ηχοι.
Τοιχοι.
Μη.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Θαυμαστικοι

Οι θαυμαστικοι ειναι οι αγαπενιοι μου.
Ειναι ο βασιλης,ο παυλος, ο τασος,ο νικολας και η γωγω, η αναστασια ο παναγιωτης και ο ιορδανης, ο βασιλης και η μαρια ,η νατασσα, η βασιλικη,η νεφελη,αρτεμις και η μαρινα,η μελιτα ,η σοφια και ο πανος. Η μαριανινα και η φωτεινη.
Η ραφαελα που ερχεται τον μαρτιο. Ειναι κι ολοι αυτοι που δεν χωρουν σε γραμμες και ονοματα.
Αυτοι οι φοβεροι τυποι που με γεμιζουν υπερδυναμεις και χρυσοσκονισμενες χαμογελαστες μερες και νυχτες, αυτοι οι ανθρωπενιοι υπερηρωες μου που σπαζουν τειχη για να με σωσουν απο τις "κλειστες" μου και ζωγραφιζουν ουρανους να στερεωσουν την χαρα μου την απεραντη.
Χοροπηδανε μαζι μου σαν παιδια και απλωνουν κατι χερια σαν λιμανια με ματια φαρους και καρδια προορισμο.
Οι θαυμαστικοι μου ειναι ξακουστοι για τις συνταγες τους και φημισμενοι για τους ωμους-βαλσαμο που ακουμπιουνται σαν μαξιλαρι ετοιμο να δεχτει ονειρα και εφιαλτες.
Ειναι χρωματιστοι
Χαμογελαστοι
Θλιμμενοι
Κουρασμενοι
Ονειρευτες
Πληγωμενοι
Ομορφοι
Παιδια
Και ειναι δικοι μου.
Οι δικοι μου θαυμαστικοι!
Μax ευχαριστω για την λεξη που σου εκλεψα για παντα εισαι θαυμαστικος!

Σαν σε ονειρο.

Σαν σε ονειρο μωρο μου.
Τα πατηματα σου ελαφρια,εβγαλες εναν αναστεναγμο-φορτικο της ημερας που αφησες πισω, γεμισες ενα ποτηρι λευκο κρασι μεχρι επανω και εβγαλες τα παπουτσια σου.
Κοντοσταθηκες στον καθρεφτη και χαμηλωσες τα ματια σου,μερες ειχες να νιωσεις ολοκληρος ,σαν να ελειπε κατι απο πανω σου μα οχι.
Μεσα σου ελειπε.
Ανοιγοκλεισες τα παντζουρια ,ποτισες τα λουλουδια ,ηρθε εκεινη στην σκεψη σου,εκλεισες τα ματια την εφερες κοντα,οχι αρκετα κοντα για να την νιωσεις.
Συνηθισες ετσι απο μακρια και εβαλες και δευτερο κρασι,εστριψες ενα τσιγαρο και στην πρωτη ρουφηξια παλι μπροστα σου εκεινη.
Καπνος φιλε ηταν εκεινη.
Μετρησες χιλιομετρα και μιλια, νοτες και σιωπες κι επειτα πηρες ενα λευκο χαρτι.
Με το μολυβι σου σκαρωσες την μορφη της και αφου εκλαψες σαν μικρο παιδι αποκοιμηθηκες σε οτι απεμεινε απο κεινη.

Ηρθε και στο ονειρο με το λευκο της το φουστανι και τυλιξε τα ποδια της στην μεση σου,κρατουσε ενα ηλιοτροπιο και η ανασα της μυριζε ανοιξη, πηρε το κρασι απο το χερι σου και ηπιε,επειτα ρουφηξια απτο στριφτο σου και ο καπνος της στα χειλη σου.
Αυτη την φορα ηταν κοντα.
Σε τυλιξε ο καπνος και τα μικρα της χερια, την σηκωσες ψηλα και της φιλησες το μετωπο,εσκυψε πανω σου και χυθηκαν δεκαδες αστερια απο τα ματια της..
Ασπρομαυρα χαρτινα ονειρα, τυλιγμενα με δακρυα.
Αποψε θα την ονειρευτεις ξανα.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Καρουζελ




Θελω να ανεβω στο καρουζελ.
Παντα την ενθουσιαζαν τα πολυχρωμα αλογα και οι μεταξωτες κορδελες, τα στροβιλισματα και τα ανακατα παιδικα γελια, ειχε και ενα διαφανο γυαλινο βαζο με ενα τσιγκινο καρο κοκκινο καπακι και ελεγε πως μπορει να μαζεψει μερικα γελια για οταν μεγαλωνε.
Την κοροιδευαν, πολυ την κοροιδευαν ομως δεν την ενοιαζε , ισα ισα καμαρωνε για την συλλογη απο γυαλινα ξορκια -προικα για την ενιλικιωση της.
Δεν ηθελε να μεγαλωσει , παρατηρουσε τους μεγαλους και κρατουσε σημειωσεις απο τα 9 της με συμβουλες λιγο πριν την ληθη.
Δεν ειχε βρει πως εχαναν το γελιο τους και το αντικαθιστουσαν με την υποψια γελιου , σαν ξινισμενο φρουτο παραγινωμενο της εμοιαζαν οι μεγαλοι που η γλυκια τους γευση αντικατασταθηκε με σαπια σαρκα, σαπια μυαλα φορεμενα στο σκληρο εξωτερικο τους περιβλημα.
Οχι δεν ηθελε να γινει σαν αυτους κι ετσι τραβουσε φωτογραφιες καθε τι που θα βοηθουσε να ανατραπει η συμφορα, διαβαζε ποιηματα στον ηλιο και αποχαιρετουσε το δειλινο με μεγαλα ματια εκστατικα , αποκοιμιζε τα ονειρα της πλεκοντας τους πολυχρωμα κουβερτακια.
Τα ειχε ολα διπλα της , τα γυαλινα βαζα, τα ποιηματα της και τα ονειρατα με τα κουβερτακια τους , οι φωτογραφιες απο το ποδηλατο της , τα καραμελενια σπιτακια που ειχε φτιαξει, τους φιλους που ψηλωναν και τα αλογα στο καρουζελ μαζι με την συλλογη απο τα παιδικα γελια .
Καθε βραδυ οταν ολα τα φωτα εσβηναν και χιλιαδες χερακια ενωνονταν να προσευχηθουν , υπηρχαν καπου σε ενα μικρο σπιτι στην πατρα δυο χερια που   προσευχονταν να μην μεγαλωσουν ποτε και κανουν κακο, να μεινουν μικρα και δοτικα.
Να μην μαθουν να κανουν κακο, να ζωγραφιζουν μοναχα , να αγκαλιαζουν και να μοιραζονται να δουλευουν μαζι με χιλιαδες αλλα για εναν σκοπο, να λευτερωθουν τα γελια απο ολους τους μεγαλους , να λευτερωθουν και να γεμισει ο κοσμος και ο ουρανος με γελια , μια τεραστια σειρηνα γελιου που θα θυμιζε σε ολους εκεινους που τα εχασαν ποιος ειναι ο δρομος για την ευτυχια.
Ο δρομος της επιστροφης στον ιδιο τους τον εαυτο.
Μην γελασεις αν την δεις να τραβαει φωτογραφιες στο εγκαταλελειμενο παρκο του αγιου διονυσιου , εκει που καποτε οταν ηταν μικρη υπηρχε λουνα παρκ ,το θυμασαι αραγε το λουνα παρκ ?
Ειναι που ηθελε να ανεβει στο καρουζελ, ειναι που ηθελε να της φανερωθουν ολα εκεινα τα παιδικα γελια ,ειναι που χτυπουν μανιασμενα τα μεσα της ετσι στριμωγμενα.  Ειναι που φοβαται που μεγαλωνει.
Ειναι που μεσα της ξερει πως δεν θα μεγαλωσει ποτε.
Εχει προικα κι ας γελας..



Δημοσιευτηκε στην στηλη μου στην εφημεριδα τεταρτο 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Δειλά ενα δείλι.

Να ενα απογευμα σαν κι αυτο ηταν κι εκεινο , ετσι μελαγχολικο και γεματο απο καπνο και μουσικη, ζεστο τσαι κανελας και τζιντζερ.
Χτυπησε την πορτα και μπηκε η σκια του μεσα της ,επειτα ακολουθησε το σωμα.
Η σκια εμεινε για πολυ.
Κουβαλουσε ξυλα και κοκκινο κρασι ,ειχε ενα χαμογελο μικρου παιδιου και το ενα απο τα δυο ματια του ελαμπε περισσοτερο.
Την φιλησε στοργικα στο μετωπο και μαγειρεψαν μαζι.
Εβγαλε την κιθαρα και καθησε στο πεζουλι αντικρυ απτο φεγγαρι κοιτωντας το στα ματια.
Εκεινο το βραδυ θα ζηλευε ακομα και το φεγγαρι, εκεινο το βραδυ τον ερωτευτηκε.
Μετα  ταξιδια και απουσιες, χειμωνες και καλοκαιρια.
Ομως καποιο απογευμα σαν και αυτο η σκια του ημέρωσε μεσα της και ξεχυθηκε στους τοιχους του μικρου διαμερισματος..

Κλεισε τα ματια.




Φυγε οσο ειναι καιρος ελεγε  φυγε τωρα που προλαβαινεις να σωσεις λιγο απο τον εαυτο σου και εκεινος ανοιγε το ντουλαπι και εψαχνε τον καφε, την κοιταζε για λιγο αδιαφορα και της εκανε νοημα να σταματησει να μιλαει.
Φυγε του φωναζε και εσπαζε ποτηρια και πιατα και εσπαζε μεσα της η οργη σαν κυμα σε βραχο, φυγε . Μα δεν εφευγε , ανοιγε την τηλεοραση εκανε ζαπινγκ.
Της εγνεφε καπου καπου να σωπασει και επειτα χανοταν παλι στον μαγικο κοσμο της αναισθησιας.
Οταν την γνωρισα ειχε μακρια ξανθα μαλλια  πλεγμενα σε χρυσαφενιες κοτσιδες και μελενια ματια που μαρτυρουσαν την γλυκοπιοτη λαλια της, την ρωτησα γιατι επεμενε σε μια τελειωμενη κατασταση  και με κοιταξε σαν αποπροσανατολισμενο κουταβι, ανασηκωσε τους ωμους της και αφου ηπιε λιγο απο το κρασι της, τυλιξε γυρω της μια μοχερ κουβερτουλα και αγκαλιασε τον εαυτο της για λιγο, ετσι μου φανηκε .. πως εκεινη την δεδομενη στιγμη , επρεπε να καθυσηχασει το σωμα της..
Τα ποδια της νευρικα χορευαν καποιο ειδος τανγκο κατω απο το τραπεζι και ο καπνος της, μυριζε βανιλια η σανταλοξυλο, ηθελα τοσο πολυ να την αγκαλιασω , να την παρω απο το χερι και να παμε στην γεφυρα να της δειξω πως αυτοκτονουν τα αστερια και ξελογιαζουν τους απογοητευμενους , την ασημενια ανταυγια της θαλασσας και τις βαρκες με τα πυροφανια που γελουν καπου καπου κι αλλες φωναζουν στην θαλασσα , να δωσει..
Της τα ειπα ολα αυτα και συμφωνησαμε να αρχισουμε τις ασκησεις εμπιστοσυνης , μια  καθε φορα .
Εκεινη την μερα αποφασισα να της κλεισω τα ματια και να την αφησω στο δωματιο  , να μεινει λιγο με τον εαυτο της , με τα χερια μου να αγγιζουν τα βλεφαρα εμεινα σιωπηλη πισω της , μεχρι που μουσκεψαν , μεχρι που εγιναν καταρακτες τα χερια και επαψαν να συγκρατουν ολους τους τοιχους που ειχε χτισει μεσα της.
Γυρισε στο μερος μου και με αγκαλιασε σφιχτα, στον ωμο μου δακρυα κυλουσαν εως την πλατη και τα χερια της , παγωμενα  τα ειχε τυλιξει γυρω απο τον λαιμο μου.
Βοηθησε καθολου, την ρωτησα?
Δεν μου αρεσει να μενω μονη , αυτο ειναι το προβλημα μου, ειπε.
Μα μεσα στο απολυτο σκοταδι, μεσα στην σιωπη ημουν εγω και εγω με κοιταζα καταματα, υπηρχα καταλαβαινεις? υπαρχω.
Δεν εμαθα αν εφυγε τελικα  ο αγαπημενος της , ξερω ομως πως για μια φορα εφυγε απο  τον εαυτο της.
Για μια φορα , σταθηκε λιγο και συνομιλησε με τις αναγκες τις.
Για μια φορα.
Εγω παλι , καθε φορα που " αεριζω" το μυαλο μου στην γεφυρα , θυμαμαι εκεινα τα μελενια ματια της και πως ξεπλυθηκαν εκεινη την μερα  και το ταξιδι  των δακρυων της στην πλατη μου, καθε φορα που την φερνω στο νου μου , η ιδια ανατριχιλλα πισω στην πλατη.
Καθε φορα
.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

all those moments will be lost?

Σου ελεγαν να μην πιστευεις , μα εσυ ησουν βεβαιος πως κατι υπηρχε  για σενα..
Σου ελεγαν , δεν υπαρχει μα εσυ την ακουγες να κλαιει  και να γελαει , την εβλεπες να ουρλιαζει και να σου ψιθυριζει με τον ανεμο λογια ολοδικα σου , την μυριζες καθε ανοιξη μαζι με τα νιογεννητα λουλουδια και την ενιωθες καθε φορα που εβρεχε να κολλαει επανω σου..
Σου ελεγαν εισαι τρελος κι ησουν σταληθεια τρελος για κεινη  , σου ελεγαν πως να σου λειπει κατι που ποτε δεν ειχες , μα δεν σου ελειπε στην πραγματικοτητα , ηταν μεσα σου .
Ηταν κι εκεινη που πιστευε , που δακρυζε καθε ανοιξη και οταν εβρεχε εβγαινε στον δρομο και χορευε σαν τρελη, ηταν κι εκεινη που σε περιμενε και εσφιγγε στα χερια της τις μερες και τις νυχτες ενα αορατο σκοινι που θα σε εφερνε κοντα της.
Σου εγραφε μερες , νυχτες ,μηνες και χρονια μα δεν ειχε διευθυνση ,πολη ,χωρα πουθενα δεν χωραγες και την εψαχνες σε θαλασσες και βουνα, σε πεζοδρομους και στενα δρομακια.
Ηταν κι αυτος ο κοσμος που δεν βοηθουσε και μεγαλωνε τις αποστασεις και εκλεινε τους δρομους και τα αεροδρομια, αναβε φαρους και σηκωνε τρικυμιες , τα τραινα εφταναν και ο ουρανος δεν χωρουσε αλλες προσευχες .
Ηταν και τα παιδια που ηξεραν την αληθεια και την συμπονουσαν χαριζοντας τις ζωγραφιες που σε εφερναν ακομα πιο κοντα.
Εκεινος θα εχανε λιγο λιγο την πιστη του οπως και εκεινη, οι θορυβοι της πολης επαψαν τους ψιθυρους της και το κρυο την απομακρυνε απο την βροχη , την εκλεισε πισω απο τζαμια βρωμικα, ανοιχτες τηλεορασεις και εναν χειμωνα που εκανε τα λουλουδια να παρουν μαζι τους καθε τι χρωματιστο.
Καποιοι ειπαν πως τρελαθηκε , εσπασε το τζαμι και το αιμα της ενωθηκε με την βροχη μα λιγο πριν του ψιθυρισε πως θα περιμενει αιωνια.
Εκεινος χαμενος σε μια πολυβουη πολη μπροστα απο μια βιτρινα ψαχνει για δουλεια οταν διαβαζει στο λερωμενο τζαμι του απεναντι κτιριου
θα σε περιμενω.
Ηταν η πρωτη τους συναντηση ..κι ισως η τελευταια..αλλα ποιος ξερει σταληθεια αν ηταν παντοτε ενα?

all those moments will be lost like tears in the rain?

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013




Παρατηρουσε την ιτια απο μακρια πισω απο το τζαμι του λεωφορειου, καθε μερα ιδια διαδρομη, ιδια πληγη.
Τσιγαρο, καφε και στομαχι γεματο νεκρες πεταλουδες.
Μεσα στο λευκο κτιριο με τα χιλιαδες καλωδια και τοις ψυχρες οθονες κρυβοταν ο πιο μοναχικος ανθρωπος του κοσμου πισω απο ενα γραφειο γεματο χαρτινα ονειρα και ενα κομματι ουρανου.
Ονειρευοταν μια μερα να απαλαγει  απο το ανθρωπακι που ειχε μεταμορφωθει  , εκεινο που πνιγοταν μπροστα σε ια λακουβα γεματη νερο στους δρομους της πολης ,που κρυβοταν πισω απο τα τεραστια προτζεκτ του και τον ελαχιστο χρονο.
Μοναχα το screensaver του ηξερε ποιος ηταν πραγματικα  ,ενα καταγαλανο τοπιο δεν ξεχωριζες ουρανο η θαλασσα.. ενα γελιο κρεμασμενο στα χειλη και ενα χερι που κρατουσε το δικο του.
Ενα χερι χωρις προσωπο ,χωρις μυρωδια και ηχο ,,χωρις ματια που δακρυζουν ,κραυγες που αποξενωνουν ,χωρις αγγιγματα που γδερνουν ..
Μπορουσε να γινει εκεινος.
Μπορουσε να ξεπαγωσει καθετι συντηρημενο μεσα του προσεκτικα και να ξετυλιξει τον μουδιασμενο εαυτο του απτο περιτυλιγμα της ληθης..
Ανεβηκε στον τελευταιο οροφο του κτιριου και κοιταξε τα συννεφα , καπου μακρια καποιος γελουσε με την καρδια του ,μια κοπελα χτενιζε τα μαλλια της , ενας ηλικιωμενος χανοταν στο φως και το κοριτσι απλωνε το χερι της για να μπει και παλι στην φωτογραφια..
Ο ουρανος μπλε σαν μελανια στο λαιμο μετα απο νυχτα γεματη ερωτα και ο αερας εκανε τα μαλλια της να χορευουν με τα συννεφα.
Ετρεξε , ετρεξε με ολη του την δυναμη  , κατεβηκε δυο δυο τα σκαλια και βγηκε στον δρομο , μυριζε βροχη και τα ματια του γεμισαν νερο, ομως θα εφτανε εκει που ο ηλιος συναντα το φεγγαρι , θα εφτανε εκει που θα αφηνε τον εαυτο του ορφανο απο παρελθον , απο ενα παρελθον που δεν θα τον συμπεριλαμβανε.
Θα τραβουσε το κοριτσι μεσα στην φωτογραφια και θα γεμιζε χρωματα το προσωπο του , μαζι και ο ουρανος..

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Εξημερωσε με



Ενα ηφαιστειο μεσα σου, το ακουω να κοχλαζει απο την αλλη ακρη του τηλεφωνου.
Δεν σε βλεπω μα τα δακρυα σου φυτρωσαν μια αμυγδαλια  μεσα μου, που ολο ανθιζει την ανοιξη για να δροσιζει την μικρη μας αγαπη.
Κι αφου καιγομαι και κρυωνω ,ξυπναω και αποκοιμιεμαι στις αποστασεις μας , σου κλεινω τα ματια με ενα συννεφο να μην δεις τα πουλια που χανονται, μην φοβηθεις να πεταξεις μακρια.
Μικρες χαρες  και λυπες που θα ζησεις και δεν θα ειμαι εκει  να σου δινω φιλια που αργοτερα θα κρυβεις στην καρδια σου για παντα οπως οταν ησουν μικρος θυμασαι?
Καθε φορα που εφευγα σου εστελνα  με ενα μικρο φυσημα και το επιανες στον αερα και το εκρυβες εκει αριστερα στο στερνο σου.
Επειτα σκαρφαλωσες στα ποδια του για να με φτασεις και χορεψαμε εκεινο το τανγκο που δεν εμοιαζε καθολου με τανγκο , ενα σπαρακτικο διημερο ηταν μεσα στην αγκαλια μας που ταξιδεψαμε χωρις να κουνηθουμε.
Και φτασαμε ? δεν εμαθα ποτε τον προορισμο μας.
Και γνωρισαμε ο ενας τον αλλον?η  με βηματα μικρα σαν την αλεπου του μικρου πριγκηπα, μικρα καθημερινα ψηγματα αγαπης, εξημερωθηκαμε?
Και εξημερωθηκαμε μα ο κοσμος αργει να εξημερωθει μωρο μου στα ματια μας  κι αυτο ειναι που με τρομαζει , πριν προλαβω να ονειρευτω μην εχει γυρισει η γη και δεν σε φτανω..
Θελω να δω το ηφαιστειο το κοκκινο της λαβας σου , θελω τα δακρυα να σβησουν την φωτια οταν κοντοζυγωνει και η μυγδαλια να μεινει μωβ σαν δειλινο μεσα μας..

αναρτηθηκε στο doc tv
http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG5073

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

your hand in mine.




Να σου πω μια ιστορια?
Πρεπει να κοιμηθεις το βλεπω μα ακουσε την ιστορια μου.. Μην ανοιγοκλεινεις τα βλεφαρα , μιλησε μου δεν σε αναγνωριζω πια.
Η ιστορια μου θα σε ανακουφισει , αφησε το μυαλο σου να την δημιουργησει, κοιταξε με στον καθρεφτη το εχω αναγκη.
Ητανε λεει νυχτα και τα αστερια αυτοκτονουσαν στα ποδια της καθως ανεβαινε εκεινη την γελαστη ανηφορα, ο ουρανος της εριχνε κλεφτες ματιες και οι σκιες τραγουδουσαν ψιθυριστα μετον ανεμο να κανει πρωτη φωνη.
Η πορτα ηταν μισανοιχτη και τα φωτα σβηστα  την εσπρωξε και μπηκε μεσα, εκεινος ελειπε  , μια κουπα καφε και ενα τασακι γεματο τσιγαρα, οι κουρτινες χορευαν και απο εξω εμπαιναν ασημενιες χορδες που μαστιγωναν τους αδειους τοιχους.
Ηταν εκει κα η φωτογραφια της , επανω στην βιβλιοθηκη διπλα απο ενα βιβλιο που ειχε τιτλο , η μοναξια ειναι απο χωμα.
Πηρε στα χερια της την κορνιζα και κοιταξε για λιγο το ειδωλο της , εμοιαζε τοσο ξενη , τυλιγμενη σε μια μοχερ εσαρπα και με χειλια σφιγμενα εμοιαζε ολοτελα χαμενη.
Και βρηκε την θεση της στην βιβλιοθηκη, μονη και ερημη .
Ξεκινησε να βρεχει και οι σταγονες ζωγραφιζαν τα τζαμια, με τα δαχτυλα της σχηματισε ακανονιστα σχηματα και σιωπες.
Ανοιξε την κρεβατοκαμαρα και αγγιξε τα σεντονια , μυριζαν εφιαλτες και ο ερωτας απων, μοναξια και τσαλακωμενα ονειρα που βρηκαν καταφυγιο στην ζεστασια του κορμιου του, εβγαλε το πανοφωρι της και ξαπλωσε στην μερια που ηταν ακομα στρωμενη , προσποιηθηκε πως τον αγκαλιαζε και ξεκινησε να του εξιστορει τους πιο κρυφους της ποθους μπερδεμενους με δακρυα και κραυγες, αποκοιμηθηκε στο σχημα της αγκαλιας του.
Η βροχη χορευε στα ονειρα της που μπερδευτηκαν με τα ξεχασμενα δικα του πανω στο μαξιλαρι.
Σαν θανατος ο υπνος , αιωνιος εμοιαζε κι οταν ξαναγεννηθηκε και ανοιξε τα βλεφαρα  το χερι του εσφιγγε το δικο της.
Γυρισες?
Δεν εφυγα ποτε.
Η βροχη ξεπλενε τα αυτοκτονικα αστερια και οι ευχες χαμογελουσαν ..

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο..



Ξυπνησε με ενα μελενιο χαμογελο στα χειλη , καπου μακρια καποιος αγαπαει και στο ονειρο το μοιραστηκε μαζι της.
Κλεισε παλι τα ματια σου , μετρησε μαζι μου συννεφα κι ας μην εισαι εδω , ειναι δωρο η μερα αυτη οπως και καθετι καινουργιο.
Μην ξεχασεις την αδικια , μην ξεχασεις τα ματια μου οταν αντικρυζαν τα δικα σου , θυμησου να εισαι ανθρωπος.
Σημερα θα τρεξεις στην θαλασσα , θα γεμισεις αλμυρα χαδια τα μαλλια σου ,θα μαλωσεις με τον βορια και θα δακρυσεις μπροστα στον κατακοκκινο ουρανο το δειλι, σημερα δεν θα ειμαι εκει αλλα θα μυριζω την αλμυρα και θα σου χαιδευω τα μαλλια , θα δακρυζω το δειλινο και θα χορευω στην βροχη.
Αυριο θα σιχτιριζεις τους καιρους ,θα βυθιζεσαι στον καναπε σου ,θα φοβασαι να κοιταξεις εξω απο το παραθυρο σου , θα κοιμασαι ξυπνητος.
Αυριο μην ξεχασεις το χθες ,θυμησου την θαλασσα , τον ηλιο που σβηνει , θυμησου εμενα , εσενα, ολους εκεινους που ξερουν να αγαπουν , ονειρευονται, φοβουνται ..
Χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο ικετεψε..
θελω λιγο απτο κοκκινο  ισως λιγο απτο μπλε και κιτρινο να χρωματισω την ημερα σου,
χαρισε μου ενα ουρανιο τοξο και ενα χαμογελο καμωμενο απο ονειρα..
σου χαριζω την ημερα μου, πεταει η σκεψη διαβαταρικο πουλι κοντα σου.
Μην σκυβεις το κεφαλι, ψαξε ψηλα ενα ουρανιο τοξο, θα περιμενω..


Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Υπερεγω.


Ενταξει το παραδεχομαι καποιες φορες την φοβομουν.
Καποιες με νευριαζε ετσι οπως καπνιζε τα βαρια τσιγαρα της, μυριζα ως το κοκκαλο τον λευκο πυκνο καπνο της πανω μου και δεν ηθελα τιποτα δικο της πανω μου.
Υποτιθεται πως θα επρεπε να την αγαπω, να την σεβομαι και κυριως να ειναι προτυπο , ομως τιποτα δεν υποτιθεται με μενα.
Μουρμουριζε μερα νυχτα κατι σαν προσευχη και εκλεινε τα ματια σε καθε πιθανο κινδυνο η ημιτρελη, ολα αλλωστε κινδυνοι ηταν, γιαυτο δεν ζουσε.
Της φωναζα ζησε, της ουρλιαζα αργοτερα πως ειναι νεκρη μα δεν με κοιτουσε, δεν μιλουσε μοναχα εβαφε τα χειλια της ,κατακοκκινα για να με εκνευριζει περισοτερο με την απουσια της.
Ελεγε ψεμματα, επλεκε ιντριγκες , ελεγε πολλα , παρα πολλα , με πονουσε το κεφαλι μου , εκλεινα τα αυτια μου στα ψεμματα της.
Πηγαινοεφερνε τον εαυτο της ασκοπα αλλοτε σε υπογεια επαιζε μονοπρακτο το δραμα της κι αλλοτε εκανε την χαρουμενη σε παρκα και πλατειες, επινε καφεδες και καπνιζε αρειμανιως.
Ηθελα να της πω τοσα πολλα μα δεν ακουγε παρα μονο τον εαυτο της, ντυνοταν στα λευκα και μαυριζε τα χερια της με καρβουνο και χωμα.
Εκλεινε τις πορτες πισω της και τις φοβομουνα τις πορτες
και τα κοκκινα κραγιον και τον πυκνο λευκο καπνο της,
τα μακρια της δαχτυλα και το μουρμουρισμα μεστο σκοταδι.
Οταν πονουσε σφαδαζε σαν το σκυλι, εφταιγαν ολοι και με εδιωχνε μακρια, τυλιγομουν τοτε με μια μπλουζα της και παριστανα την μεγαλη, την σπουδαια.
Εβαφα τα νυχια μου μαυρα και τα χειλια μου κοκκινα.
Αν με εβλεπες θα με μισουσες, θα γελαγες, θα χλευαζες.
Τωρα κλεινω τις πορτες πισω μου και μονο φευγω, καπνιζω τα τσιγαρα σου και μονο ποναω, φοβαμαι τα τραινα γιατι σε πηραν απο εμενα, και φτυνω ενα χτες που δεν σε θυμιζει.
Πισω απο τα δεμενα σου μαλλια, στον αυχενα τρεχουν δακρυα.
Ημουν εγω που σε αγκαλιασα την μερα που δεν ενιωθες τιποτα.
Ποτε ξανα δεν θα ερθω αν δεν βαψεις τα χειλια σου,
αν δεν μουρμουρισεις μεσα στο σκοταδι τον σκοπο σου.
Δεν θα ξαναρθω ,γιατι οτι μισω
ειναι αυτο που ημουν οταν σε μισουσα.
Κι εκεινη που υποκρινεται πως ειμαι εγω
πιο εγω απο μενα δεν γινετε..

Ακομα κι αν ξεχασεις, ζησε.

Εμοιαζε να περιμενει κατι, σκεφτηκα ενα λεωφορειο , εναν φιλο κατι.. ομως δεν περιμενε καποιο μεσο μεταφορας η ανθρωπινο ον , περιμενε να επιστρεψει απο τον ιδιο της τον εαυτο.
Εμοιαζε χαμενη μα ηξερε ακριβως που στεκοταν, θυμοταν το ονομα μου και ελεγε ιστοριες απο οταν ημουν μικρη, τοσοδενια συνηθιζε να λεει , τοτε που τα μελανιασμενα γονατα εκρυβα φορωντας μακρια παντελονια και λουλουδια παντα στα μαλλια.
Χαμενη σε εναν κοσμο αλαβαστρινο , ευθραυστο ολοδικο της η Μ, ειχε ξεχωρισει τις αναμνησεις και ειχε κρατησει καποιες εικονες, ολα τα υπολοιπα τα ειχε αφανισει , ελεγε τα ειχε πνιξει στην ληθη.
Δεν την θυμομουν, ουτε καταλαβα ποτε μου αν πραγματικα ειχε μνημες απο την παιδικη μου ηλικια, ομως καθε φορα που την συναντουσα ολοενα και πιο πολυ με επειθε πως ειχαμε κοινο παρελθον η καποιο κοινο μελλον, η μια τυχαια σιγμη που θα κοιταζομασταν βαθεια στα ματια και θα μας εδενε για μια ζωη.
Η στιγμη , η μοναδικη στιγμη που ξεγυμνωνεται στα ματια σου ο πιο ξενος ανθρωπος στην ζωη σου και τι θα πει ξενος? 
Σιχαθηκα την λεξη αυτη να ξερεις, μου φερνει αναγουλα. 
Προτιμω το ανθρωπος, ειναι τοσο ευφορικο σαν εννοια, προυποθετει ψυχη και σωμα και νου και συνειδηση, δεν εχει χρωμα . 
Ειναι οικεια ομως η ανθρωπια? 
Με κοιταξε απορημενη , πως και τετοια ωρα εσυ εδω?
κοιταξα το ρολοι μου και επανεφερα τον εαυτο μου μια δεκαετια μπροστα καθως συνηθιζα να χανομαι μεσα στους ηρωες των βιβλιων μου.
Της εξηγησα για την νινετα την ηρωιδα του βιβλιου μου, μια κοπελα γυρω στα δεκαεξι που πιστευε πως θα πεθανει στα 20 απο μικρο παιδι ειχε την αισθηση πως θα χαθει ετσι, μια μερα εναν χειμωνα, ενα βραδυ  κι ετσι ζουσε εναν κυκεωνα πρωιμων εμπειριων.
Ειχε τοσο πεισει τον εαυτο της οτι ο χρονος της λιγοστευε που οταν τελικα εφτασε στην ηλικια των 20 και συνεχισε να ζει, απογοητευτηκε τοσο που εχασε καθε νοημα η ζωη της.
Πριν ειχε ενα νοημα , εναν σκοπο καταλαβαινεις?
Η Μ ειχε ανατριχιασει, τυλιξε την  μοχερ εσαρπα της στον ψηλολιγνο λαιμο της και ανοιξε τα χερια της κανοντας μου νοημα να πλησιασω, αφου πλησιασα με πηρε ισως την πιο ζεστη αγκαλια της ζωης μου ολοκληρης, ακου ,  πριν ξεχασω ,ειπε ειχα ζησει.
Πριν ζησεις να θυμασαι και πριν ξεχασεις να ζησεις.
Ντυσου τωρα ειπε, φυσαει απανθρωπια , κοιτα πως διωχνουν το ερημο το σκυλι απεναντι στον δρομο, ολοι χρειαζονται μια αγκαλια. ΟΛΟΙ.

οταν η Μ χαθηκε για παντα απο την ζωη μου εκλαψα πολυ, την θρηνησα μηνες μεχρι που θυμηθηκα τα λογια της,
 πριν ξεχασω ,ειπε ειχα ζησει.
Πριν ζησεις να θυμασαι και πριν ξεχασεις να ζησεις.

Μ. οπου κι αν εισαι στειλε μια βροχη , πηραν φωτια τα μεσα μας..

Τα παιδια ετρεχαν στην πλατεια και στο λιμανι της πατρας εφτανε καραβι απο την κεφαλονια, οταν ο μικρος βασιλης αφησε ενα μπαλονι λευτερο ειπε, να συναντησει τα πουλια..
ο ηλιος ειχε ενα πορφυροκοκκινο κοκκινισμα στα μαγουλα και η θαλασσα επλεκε μυθους για τα ονειρα μας, ο πεζοδρομος της αγιου νικολαου στολισμενος σαν γιορτη και ο κοσμος ανεβοκατεβαινε σαν σταθμη.
κανεις δεν ενοχλουσε τον σταθη , μοναχα αγοραζαν τα μοσχομυριστα καστανα του και ακουγαν τα τραγουδια του που εβγαιναν ψιθυριστα απο το στομα του σαν ντροπαλα κοριτσια.
ειχε σπουδασει  ειπε, μουσικη  κι εγραφε στιχους , μια κιθαρα στα δεξια του.
τον παρακαλεσε αρκετες φορες να παιξει κατι μα αρνιοταν πεισματικα , κοκκινιζε ολοκληρος (ναι υπαρχουν ακομα ανθρωποι που κοκκινιζουν ) .
θυμηθηκε οταν ηταν μικρη , νηπιαγωγειο πηγαινε οταν εμαθε το τραγουδι του καστανα και στην αγκαλια του πατερα σε μια εκδρομη στον πορο αρχισε να τραγουδαει καστανακια , καστανακια για μικρα καλα παιδακια και πηρε ενα ζουμερο ,ζεστο φιλι απο την μαμα , ενα τιναγμα στον αερα απο τον πατερα.
αγγιξε τα συννεφα σου λεω.
την ιδια γλυκα ενιωθε καθε φορα που εβλεπε τον σταθη τον καστανα, σαν παιδικη αναμνηση χαμογελουσε και ειχε ενα μυστικο στην καρδια του, την αγαπη του την μουσικη.
Εκεινο το βραδυ ,αφου εκλεισε το μαγαζι, τσεκαρε τους λογαριασμους και εσβησε τα φωτα γυρισε στον πεζοδρομο και εψαξε με τα ματια της για τον σταθη, η καστανιερα ελειπε και η απουσια της ξεροψημενης λιχουδιας δεν υπηρχε πουθενα.
Μπερδεμενη για την τυχη του κυρ σταθη εστριψε στην κορινθου και μια μελωδια γαργαλησε τα αυτια της , την ακολουθησε μεχρι την πατρεως και εκει στον πεζοδρομο με τα χρωματιστα καραμελενια καφε του πεζοδρομου , ειδε μια φιγουρα να γρατζουναει την κιθαρα του, δεν εβγαινε φωνη μεχρι να φτασει κοντα του , μεχρι που τα αυτια της πλυμμηρισαν μεταξενια λογια,
αν θυμηθεις το ονειρο μου,
σε περιμενω να ρθεις..
Εμεινε πισω του και αφου χειροκροτησε τα γνωριμα ματια του , πλησιασε στο αυτι του και ψιθυρισε
σημερα εσωσες τα ονειρα μου..
Κοκκινισε ο σταθης οπως κοκκινιζε ο ουρανος οταν βυθιζοταν στην αγκαλια του ο ηλιος..
κοκκινισε η καρδια της γιατι σημερα ειδε ενα νιοβγαλτο ονειρο να τρεχει μεσα στα σοκακια...

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

A sunday smile

Σπαταλήθηκε μέσα σε αδιέξοδα ερωτηματικά και σιωπή.
Ανέτρεξε στο όψιμο παρελθόν για να  βρεί αλήθεια.
Μάταια, όλα.
Κατοικούσε στον ίδιο βασανιστικό εαυτό χρόνια τώρα, φορώντας το ίδιο φυστικί πουλόβερ κάθε τέτοια εποχή. Το πουλόβερ που είχε αφήσει πίσω του εκείνος. Κάποτε μοιράστηκαν τον ίδιο ενθουσιασμό για τον ήχο της βροχής, τα διάφανα φτερά της πεταλούδας και τον έναστρο ουρανό, μύρισαν τα γιασεμιά και φύτεψαν μια  λεμονιά στο μπαλκόνι, κρατήθηκαν απο το χέρι και περπάτησαν τον ερωτά τους σε σκοτεινά δρομάκια και σε θάλασσες αγριεμένες, γεμάτες αλμυρά φιλιά και ήλιο.
Είδαν κατακόκκινα ηλιοβασιλέματα και σύννεφα που ήξεραν να χαμογελούν , βίωσαν απογέυματα κυριακής χωρίς ίχνος μελαγχολίας και έπειτα ήρθε η θλίψη κι έγινε συγκάτοικος.
Νύχτωσαν οι αναμνήσεις κι αποκοιμήθηκαν.
Ξεθύμαναν και οι μυρωδιές, στέγνωσε και η βροχή, μόνο τα μάτια έμειναν..
Και το πουλόβερ που ήταν τρανταχτή απόδειξη πως υπήρξε εκεί έρωτας.
Πως υπήρξαν ηλιοβασιλέματα και οργασμικά σαββατοκύριακα ,αστέρια και η μυρωδιά της kαταιγίδας  πριν στοιχειώσει εκείνη.
Ένα φάντασμα με φυστικί πουλόβερ ,μια κυριακή που έβρεχε πάνω της ο ουρανός και μια λεμονιά που συναισθανόταν..
Σε ένα μπαλκόνι κάπου στην αθήνα.
Στο απέναντι διαμέρισμα ακουγόταν beirut και a sunday smile...
Ειρωνεία φίλε μου να βλέπεις την ζωή πίσω απο ενα διάφανο τζάμι. Μια ζωή πρίν.
Μια ζωή μετά..

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Να πιστεψουν κι αλλοι..κι αλλοι..




Θελεις να καθησουμε στα βοτσαλα?
Δυο κοριτσια , ενα μελαγχολικο κι ενα με θαλασσενια ματια.
μουσικη υποκρουση το φεγγαρι και η σιωπη του , πυροφανια σκιζουν την μαυρη θαλασσα με τις ασημενιες ανταυγιες..
Χερια που ξερουν να κρατουν και λεξεις μπερδεμενες, προσωπα ερχονταν και εφευγαν στα ατελειωτα σεναρια τους μα εκεινες σφιχταγκαλιασμενες κατεληγαν παλι στην μαγεια..
Πιστευουμε θα ελεγε το θαλασσενιο κοριτσι και μπορουμε..
Μια φωτια σαν ψευδαισθηση μπροστα τους και μεσα τους , κοιταχτηκαν σαν να ειχαν απαντηση σε ολα τα γιατι τους.
Ο ουρανος αλλαξε χρωμα στα ματια τους κι απτο βαθυ σκοταδι του , ενα φαναρακι σαν ευχη πετουσε πανω απο τα κεφαλια τους.
Χαμογελασαν και επειτα ξεσπασαν σε γελια.
Τουλαχιστον , πιστευαν..
Η μαγεια υπαρχει.. 
Η μαγεια ειμαστε εμεις..

Αιμα οπως εφιαλτης.


Αραχνιασμένα όνειρα στριμώχνονται στο μαξιλάρι μου. Το δωμάτιο  μυριζει φθινοπωρο και εφιαλτες.
Αιματοβαμμενη εποχη , χιλιαδες ενοχοι .
Χερια γεματα ερινυες.
Περιμενω την εκρηξη , εκτοξευοντας το κεφαλι γυρω απτο σωμα , ιδιος δορυφορος.
Μια εβδομαδα θρηνος εξω και μεσα μου.
Εχω την εικονα σου στα ματια μου, θυμαμαι την φωνη σου βραχνη να μην αντιστεκεται , θυμαμαι τα χερια σου να δινουν.
Περασαν χρονια πριν χρειαστει να ακουσω ξανα το ονομα σου, πριν να αντικρυσω για τελευταια φορα την μορφη σου, εξω απο την μουσικη σου ησουν παλι μουσικη τοτε και τωρα και για παντα σου ειχα πει..
Μερες που σκιζουν συνειδησεις , νυχτες γεματες τρομο και τασεις φυγης.
Πνιγομαι στην ιδια μου την απραξια.
Πως φτασαμε εως εδώ?
Νιωθω σαν μαριονετα και θελω να κοψω τα αορατα δεσμα , θελω να βγω εκει εξω και να ενωσω την φωνη μου με εσενα , θελω να υψωσω τα ματια στον ουρανο και να σε δω να μου χαμογελας στα συννεφα , διψαω για δικαιοσυνη.
Διψαω για λευτερια.
Μια σκεψη σου ακουμπησε στα μαλλια μου από το ανοιχτο παραθυρο.
Μια σκεψη σου και μια ματια.
Η δικη μου στερεψε.
Γιναν δακρυα , γιναν βροχη να επιστρεψουν στο προσωπο όταν στεγνωσει.
Για σενα.
Για μενα.
Για το παιδι.
Για ολους μας.
                           Π.Φ
    δημοσιευτηκε στην στηλη μου ονειροσκαλισματα στην εφημεριδα τεταρτο #95 

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Λαβύρινθος.

Μιασματα.
Στεκονται πανω απο το νεκρο σωμα και γλυφονται σαν τα κορακια.
Ξεπουλαει  ο φονος? ξεπουλαει η φτηνια της ψυχης τους?
Ενας ασυρματος κοσμος.
Μονο αυτο εχεις?
Μουδιαζω.
Φοβαμαι. παλι.
''Μου χες πει πως θα ερθει καποια μερα οτι αντικρυζω θα το ερωτευομαι'', τελικα δεν το βλεπω..
Σου μοιαζω αλλη φωναζεις, ξερεις κατι? ειμαι αλλη.
Αναρωτιεμαι αν ποτε σου επιασες πατο, αν εφτασες στο σημειο εκεινο που βλεπεις τα παντα γυρω σου απο κατω προς τα πανω, σαν το φως να μην φτανει σε σενα , μητε ο ουρανος.
Σαν να εισαι μικρος , μικροσκοπικος και να σε ξεχασαν πισω απο μια κλειστη ντουλαπα.
Εισαι μπαλαντερ.
αυτο εισαι.
Δεν νιωθεις ειμαι σιγουρη παρα μονο πεινα και  διψα. Τιποτα αλλο.
Συγχωρεσε με που δεν ειδα νωριτερα τον αληθινο σου εαυτο, συγχωρεσε με αλλα ημουν απασχολημενη να χανω τον εαυτο μου καθημερινα.
Ομως εδινα.
Κι εδινα.
Και ραγισα και επιασα πατο.
Και συναισθανθηκα και χαθηκα σε λαβυρινθους δικους σου , δικους τους.
Τωρα κοιταξε με , εφτιαξα τον δικο μου λαβυρινθο και μαντεψε , δεν σε περιλαμβανει.
Εσενα και την αδεια ματια σου.
Εσενα που τιποτα δεν σε συνταραζει , που συνεχιζεις την ζωουλα σου αμεριμνος.
Εισαι και εσυ απεναντι να ξερεις.

τσαι κανεις?
ο τρελοκαπελας μου σας χαιρετα και σιγοτραγουδαει
Ψεύτρα ζωή και να 'μουνε
οπίσω του καιρού μου
να κάμω αυτά που σκέφτομαι
και βάνω με το νού μου






Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Υποσχέθηκες.

Πλησιαζε καθε μερα και πιο πολυ.
Μικρα δειλα βηματα προς το μερος της.
Τα βοτσαλα ειχαν αφησει αποτυπωματα στα γυμνα της ποδια και ενας αερας μανιασμενος επαιζε με τα μαλλια της.
Ελεγαν πως ηταν τρελος,πως τα λογικα του τα πηρε η θαλασσα,πως μιλουσε με τα αστερια και χορευε τις νυχτες σε αδειανους δρομους,πολλα λεγονταν.
Δεν ηξερε γιατι αλλα ειχε συνδεθει με εκεινα τα αθωα ματια του.
Ενιωθε το ζεστο βλεμμα του να χαιδευει τα δαχτυλα των ποδιων της να ανεβαινει στα γονατα και επειτα ισια στα ματια.
Συναντιοντουσαν στο στενο, κοντα στο παρκινκ ,εκει που το απεραντο σκοταδι εκανε τα αστερια να λαμπουν πιο δυνατα κι απο τα ματια των ερωτευμενων.
κλεφτα φιλια και αγκαλιες σφιχτες που ξεριζωναν λιγο λιγο την προηγουμενη ζωη της.
Τον ηθελε επανω της σαν ηλιο να στεγνωσει τα δακρυα της,να ζεστανει την καρδια της που εμοιαζε να ειναι σε καταστολη.
και το εκανε.
απλωσε τα χερια του και την κρατησε στην αγκαλια του σαν θαυμα,σαν να μην πιστευε πως την κρατουσε.
Δεν επρεπε κανεις να μαθει.
Κλεφτες ματιες και ραντεβου στο στενο.
 Στενευαν και τα περιθωρια,εκεινη θα εφευγε θα γυριζε πισω κι εκεινος θα εμενε καρφωμενος εκει μπροστα στην θαλασσα να κοιταζει την αδεια μερια της.
Μια κιτρινη ομπρελα και ενας κατακοκκινος ουρανος αιμα και η πληγη μεσα του να σκιζει τα σωθικα του.
 Εκεινη εγινε ολα οσα εχασε.
 Μετατραπηκε παλι σε πορσελανινη κουκλα σε βιτρινα και επαψε να μιλαει,τις φορεσαν τα καλα της και προσποιοταν πως ζει.
 Καποιες νυχτες ερχοταν στα ονειρα της και της ψιθυριζε πως μια μερα θα την κανει ευτυχισμενη, πως εκεινη την μερα θα πιαστουν χερι χερι και θα φυγουν μαζι,
ξυπνουσε πνιγμενη απο τα δακρυα της και προσπαθουσε να φερει τα ματια του στο νου της, ομως ειχε περασει καιρος,μηνες,χρονια που δεν τον ειδε παλι και ξεχασε την μυρωδια του
τα ματια του
το αγγιγμα του.
 Ξεχασε την υποσχεση του.
Κι ετσι κοιμοταν ολο και πιο πολυ για να τον ανταμωσει.
πιο πολυ
πιο πολυ.
 Ωσπου μια μερα κοιμηθηκε μαζι του για παντα..
 Στα ονειρα βλεπεις μπορεις να ζησεις την 
ζωη που φοβηθηκες να ζησεις ξυπνητος. 

Πλεόνασμα

πλεόνασμα 
αυτό (η ποσότητα, το ποσό) που περισσεύει, που είναι περισσότερο από το κανονικό, το απαραίτητο.

Περισσέυω..
Όλο και περισσότερο ενιωθε να περισσευει σε μια εποχη που καθολου δεν της δινοταν.
Μιλουσαν για πλεονασμα οταν  ολα εμοιαζαν να στερευουν , το ολον εμοιαζε να ειναι λιγοτερο κι απο την αντοχη, η ανεχεια ειχε γινει φιλη -σκια και οι δρομοι,  οι δρομοι που αλλοτε την απελευθερωναν , ηταν γεματοι απο ανθρωπακια μικροσκοπικα στα ματια της που υποκρινονταν πως τρεχουν, ζουν..
Στην καθοδο της πλατειας ξεχωριζες ματια κουρασμενα , τα φαναρια δεν εμοιαζαν να σταματουν την μερα και η αναπνοη της επαιζε ταμπουρλο στο ηλιακο της πλεγμα.
Αυτη την μερα, σκεφτοταν θα την κανω καινουργια.
Θα πηγαινε σε μια νεα συνεντευξη για δουλεια , με χαμηλωμενα ματια και δανεικα ρουχα απο την Ν , θα κρατουσε το παγωμενο της χαμογελο και θα ξεσκονιζε το βιογραφικο της απο το χρονοντουλαπο της προηγουμενης ζωης της.
Μιας ζωης γεματη απο εκεινη, φωτογραφιες απο εκδρομες και χαμογελα ζεστα σαν ηλιοι, υγρα αστερια και θαλασσες.
Πλεονασμα. 
Ναι τοτε υπηρχε πλεονασμα, υπηρχε ελπιδα και γιοματη καρδια, ταξιδιαρικα ονειρα και μελλον.
Στο γκριζο κτιριο μπηκε χωρις ανασα , σαν να εκανε βουτια σε βυθο, προσωπα κουρασμενα και χωρις ιχνος ευγενειας η διαθεσης για ευγενεια της εδειξαν την πορτα.
Μια μεγαλη πορτα , που εκρυβε εναν παχυλο κυριο γυρω στα 50 που κουνουσε τα χερια του σαν μαεστρος, στραφταλιζοντας το πανακριβο ρολοι του επιδεικτικα στον ανουσιο χρονο μου μαζι του.
Μυρωδια χαρτιου και πουθενα χαμογελα.
Μια τηλεοραση στην διαπασων και οι σκεψεις βουνα, βουτια ξανα στον βυθο και ιδρωτας, γνωριμα συναισθηματα τρομου.
ΕΚΤΑΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ακουγεται απο το κουτι της βλακειας πισω της, 38χρονος πηδηξε απο τον πεμπτο..
Το βλεμμα της εφτασε το παραθυρο  θυμηθηκε τα πουλια και τους σχηματισμους τους, τα ποδια της φορεσαν φτερα , ανοιξε την μεγαλη πορτα και ετρξε μακρια απο το γκριζο κτιριο , τον παχυλο κυριο και τα ανεκφραστα προσωπα, βγηκε στον δρομο και πηρε την πιο βαθεια ανασα.
Κανενα πλεονασμα υπομονης πια..
Ισως αυριο..


δημοσιευτηκε στην προσωπικη στηλη, στην εφημεριδα τεταρτο #93

Μου το πες με τα συννεφα.

Οσα συννεφα κι αν ρωτησεις κανενα δεν προδιδει την βροχη,ελεγε.
Μεθυστικος λογος,μυρωδια απο  λιβανι και λεμονι.
Προσωπο μεστο γεματο διακλαδωσεις που μαρτυρουσαν την πορεια της ζωης του εως και σημερα. Τον συναντουσα στην  πλατεια γεωργιου διπλα απο το συντριβανι.
Παντα δειλινο.
Ιδια ωρα,σακουλα με ψιχουλα για τα περιστερια και παγκακι.
Κοιταξε τα μου ελεγε, καποια απο αυτα δεν πετουν , καποιοι λενε για εκεινα ασχημα πραγματα, ειναι βρωμικα και γεμιζαν τα ματια του φλογες πυρινες.
Κι αυτος που ζει στον δρομο κοριτσι μου σπασμενα φτερα εχει και δεν μπορει να πεταξει και βρωμαει ως το κοκκαλο μα η καρδια του καθαρια πιοτερο κι απο δροσερη πηγη που ανταμωνει με την στερια και την ξεδιψαει να ανθισει απο μεσα της η ομορφια..
Υπαρχουν ανθρωποι; τον ρωτησα.
Με κοιταξε βαθεια στα ματια και σωπασε, μια σιωπη ολοδικη μας.
Μοιραστηκαμε ζεστο κουλουρι απτον κυρ γιωργο και περπατησαμε ως το λιμανι.
Πεθυμησα το ηλιοβασιλεμα μου ειπε και του εξηγησα την εμμονη μου.
Κανω συλλογη του ειπα, απο ηλιοβασιλεματα και γελασαν και τα μουστακια του.
Σημερα θα σου χαρισω ενα δικο μου ,ειπε και σταθηκαμε ορθιοι μπροστα στον καμβα του ουρανου..
Αυριο  του εγνεψα?
Και μου εδειξε τα συννεφα.
Οσα συννεφα κι αν ρωτησεις κανενα δεν προδιδει την βροχη, μικρη μου..


δημοσιευτηκε στην προσωπικη στηλη, ονειροσκαλισματα της εφημεριδας τεταρτο #94 http://issuu.com/tetarto/docs/tetarto__94

Μερες παραξενες. ( http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4922 )

Δανεικά τσιγάρα και μισοτελειωμένη μπύρα στο χέρι. Κατέβαινε την κανιγγος και μιλούσε μοναχός του.
Τραχύ βλέμμα και χιλιοειπωμένα λόγια.
Συναντηθήκαμε στην στάση του μέτρο.
Με κοίταξε για μια στιγμή και έπειτα γέλασε δυνατά . ύψωσε ένα δάχτυλο  και φώναξε
-          χίλια χρώματα , χίλια αρώματα μα εγώ δεν σε ξέχασα ποτέ.
Άλλαξα  χίλια χρώματα. Είχα και τα θέματα μου βλέπεις  δεν μου άρεσε ποτέ να είμαι το κεντρικό θέμα.
Υστέρα χάθηκε .
Κουβαλούσα επάνω μου λίγα κογχύλια και ένα μενταγιον- φυλαχτό , δώρο της αδερφής μου.
Καμωμένο από λάβα, λάβα ηφαιστείου.
Το έσφιγγα ενστικτωδώς στο χέρι μου, το δεξί πάντα σαν να πατούσα κάποιο μαγικό κουμπί που θα έφερνε μπροστά μου  το καλοκαίρι.
Η τον εαυτό μου μέσα του.
Δεν με καταλάβαιναν. Με  κοίταζαν αλλά δεν έβλεπαν μέσα μου.
Που πάει όλος αυτός ο κόσμος πάντα αναρωτιόμουν και τους παρατηρούσα μέσα σε γραμμές τρένων να χάνονται έξω απτό παράθυρο.
Δεν θα τους έβλεπα ποτέ ξανά. Χιλιάδες άγνωστοι που δεν υπήρχε κάποιος λόγος για να τους φέρει κοντά μου.
Πάντα έλεγα πως είμαι τυχερή για τους φίλους μου, κανείς τυχαίος.
Όλοι είχαν συγκεκριμένο λόγω που βρεθήκαν στην ζωή μου και μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να τους αποχωριστώ.
Αυτό τον μηνά , παράλυτα αποχαιρέτησα έναν φίλο.
Έφυγε για μια καλύτερη ζωή στον Καναδά, είπε για λίγο μα δεν τον πιστεύω.
Έκλαψα με δάκρυα που είχα ξεχάσει πως κατοικούσαν μέσα μου.
Δάκρυα αποχωρισμού.
Ένα σύντομο καρέ με τις στιγμές μας και θυμάμαι μονό εκείνες που ήταν διπλά μου , ουσιαστικά, τα γέλια , τα πιόματα και τα όνειρα μας.
Τώρα έφυγε και το κενό είναι μεγάλο.
Το κογχύλι στην κανιγγος διπλά από το αυτί μου πρέπει να είναι γελοίο θέαμα σκέφτηκα και το έχωσα στην τσέπη μου.
Την άδεια τσέπη.
Κάποτε μου είπες πως είμαι διαφορετική και αισθάνθηκα σπουδαία, τώρα στα 30 μου δεν θέλω να είμαι διαφορετική.
Θέλω να μην φεύγουν οι φίλοι.
Να μην τελειώνουν τα καλοκαιριά.
Να κρατάν τα κογχύλια μου και να μην μοιάζω αλλοπρόσαλλη.

Να δουν και άλλoi τα χρώματα μου και ναι,  να τους θυμίσω κάποια που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ..

δημοσιευτηκε στο doctv  http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4922